Δημήτρης Μαριόλης

Η διαφήμιση στο Facebook δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Δε χρειάζεται να παιδεύεσαι για να σχεδιάζεις τη διδασκαλία σου. Μπορεί να το κάνει η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ στο εξής) για σένα. Απλώς χρησιμοποίησε τα κατάλληλα εργαλεία και θα έχεις έτοιμα στο πιάτο, σχέδια διδασκαλίας, εργασίες, θεωρητική τεκμηρίωση και πλαισίωσή τους για κάθε χρήση και για κάθε περίσταση. Στην εποχή της αξιολόγησης, με τις αναρίθμητες ρουμπρίκες και λίστες με διδακτικούς στόχους που πρέπει να συμπληρωθούν, τα σχέδια διδασκαλίας που πρέπει να κατατεθούν στις πλατφόρμες, τι πιο ασφαλές και πιο προσιτό από ένα φιλικό περιβάλλον που θα σου παρέχει εγγυημένα αποτελέσματα μέσα σε ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο όπου πρέπει όλα να καταμετρώνται. Γιατί, όπως έχει επισημανθεί, «ότι καταμετρείται και συγκρίνεται ποσοτικά, σημασιοδοτείται σαν «αντικειμενικό» και κοινωνικά ουδέτερο». Αδιάφορο παραμένει για αυτές τις προσεγγίσεις εάν αυτό που καταμετράται είναι μη μετρήσιμο εκ φύσεως.
Ο πρώτος καταιγισμός διαφημίσεων στον υπολογιστή μου εστίαζε στις δυνατότητες διαμόρφωσης διδασκαλιών με τη βοήθεια ΤΝ και στα πλεονεκτήματά τους. Περνούσαν απαρατήρητες. Η συγκεκριμένη διαφήμιση όμως δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Επομένως, τίθεται το ερώτημα: πέθανε η διδασκαλία;
Όπως προειδοποιεί χαρακτηριστικά ο Μαυρόπουλος, ο Μπιλ Γκέιτς, σε συνέντευξη του στο «The Tonight Show» του NBC, προέβλεψε ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία, οι άνθρωποι δεν θα χρειάζονται πλέον «για τα περισσότερα πράγματα». Χρησιμοποίησε μάλιστα το παράδειγμα των γιατρών και των δασκάλων στους οποίους ακόμα βασιζόμαστε για να τονίσει ότι σταδιακά δεν θα τους χρειαζόμαστε διότι «µε την τεχνητή νοημοσύνη, την επόμενη δεκαετία, αυτό θα γίνεται δωρεάν, θα έχουμε εξαιρετικές ιατρικές συμβουλές και σπουδαία διδασκαλία». Οι τίτλοι: «Σε 10 χρόνια η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσει δασκάλους και γιατρούς» ή «Επάγγελμα προς εξάλειψη οι δάσκαλοι λόγω τεχνητής νοημοσύνης».
Θα παραθέσω εδώ ορισμένες από τις τοποθετήσεις εισηγητών στο πρόσφατο Συνέδριο της ΔΟΕ με θέμα «Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως εκπαιδευτική και κοινωνική πρόκληση», ιδιαίτερα του Αντώνη Μαυρόπουλου, του Περικλή Παυλίδη, αλλά και κάποιες δικές μου πρώτες σκέψεις:
- Η ΤΝ δεν είναι ουδέτερη, δεν είναι ούτε σφυρί, ούτε πριόνι ώστε να χαρακτηριστεί ως εργαλείο ικανό «για το καλό ή το κακό», ανάλογα με τις προθέσεις του χρήστη του. Οι μεγάλες εταιρείες που ελέγχουν την παγκόσμια ροή πληροφοριών, τη ροή όλου αυτού του όγκου των δεδομένων που δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο παρέχουν στο διαδίκτυο, αυτές οι ελάχιστες εταιρείες που ελέγχουν τις πλατφόρμες πάνω στις οποίες κινούνται αυτά τα δεδομένα, δημιουργούν ένα τεχνητό φράγμα επιλογής των δεδομένων που αξιολογούνται ως αξιοποιήσιμα και διαμορφώνουν την τελική δεξαμενή δεδομένων που θα χρησιμοποιηθεί αλλά και τους κανόνες, τους όρους των εφαρμογών που θα “τρέξουν” αυτά τα δεδομένα.
- Η γνώση έχει το στοιχείο του αναστοχασμού, της ικανοποίησης αναγκών μας, δηλαδή μαθαίνουμε για να ικανοποιήσουμε ανάγκες μας, την ανάγκη για παράδειγμα να προσανατολιστείς στον χώρο, να μπορείς να κινηθείς μέσα σε μια πόλη, να μπορείς να επικοινωνήσεις. Με αυτήν την έννοια, οι εφαρμογές ΤΝ μπορεί να είναι χρήσιμες σε ανθρώπους που είναι ουσιαστικά μορφωμένοι. Που μπορούν να νοηματοδοτήσουν τα δεδομένα και να κρίνουν εάν το αποτέλεσμα που παράγεται έχει νόημα ή δεν έχει. Γι’ αυτό παρατηρούμε σε μεγάλες ιστοσελίδες που χρησιμοποιούν ευρέως ΤΝ χωρίς έλεγχο των κειμένων που παράγονται, να προκύπτουν κείμενα που σε κάποια σημεία στερούνται νοήματος.
- Βρίσκω εξαιρετική τη μεταφορά του Μαυρόπουλου στην εκδήλωση της ΔΟΕ για να αντιληφθεί κανείς πως δομείται μια νέα γνώση: “όταν φτιάχνουμε ένα παζλ χωρίς να βλέπουμε την τελική εικόνα, ξεκινάμε από τις γωνίες και έπειτα αναζητούμε κομμάτια που συσχετίζονται με τα αντίστοιχα των γωνιών σε σχήμα ή χρώμα, επιδιώκοντας βήμα-βήμα να νοηματοδοτήσουμε αυτό που κατασκευάζουμε. Για τις πλατφόρμες της ΤΝ όλα τα κομμάτια του παζλ είναι ίδια, δεν οδηγούν σε κάποια νοηματοδότηση”.
- Η διδασκαλία είναι μια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία, αμφίδρομη, διαδραστική, η οποία δομείται μέσα από την ψυχολογική σύνδεση εκπαιδευτικού και εκπαιδευόμενου, επομένως, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή της δε μπορεί να μην παίρνει υπόψη το γνωστικό επίπεδο και τις ανισότητες εντός της τάξης, το κλίμα της τάξης, τη δυναμική της, τις σχέσεις των παιδιών μεταξύ τους και με τον/την εκπαιδευτικό, την πολιτισμική σύνθεση της τάξης και τις ιδιαίτερες ευαισθησίες κάθε παιδιού, κυρίως όμως δε μπορεί να μην παίρνει υπόψη την απαραίτητη προϋπόθεση για ουσιαστική εκπαίδευση: γιατί είμαι εγώ εδώ; γιατί πρέπει να το μάθω αυτό; Δε μπορεί να μην επιδιώκει μια κατάσταση περιέργειας στην οποία πρέπει να περιέλθει η τάξη για να υπάρξει πραγματική διδασκαλία, με ουσιαστική συμμετοχή των εκπαιδευόμενων. Τα παραπάνω δεν προσμετρώνται και δεν καταγράφονται, ακόμα και εάν φανταστούμε μια σχολική τάξη με παιδιά συνδεδεμένα με ειδικούς εξατομικευμένους αισθητήρες που θα μετρούν τον βαθμό συγκέντρωσης, αφομοίωσης, ενεργοποίησης νοητικών διαδικασιών κ.α. Και αυτό γιατί η ανακάλυψη του νέου και, πολύ περισσότερο, η αποκάλυψη του ψυχισμού ενός παιδιού είναι μια εξαιρετικά απαιτητική διαδικασία που συμβαίνει μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο. Απαιτεί ένα συναίσθημα που λέγεται εμπιστοσύνη. Πολλά από τα παραπάνω δεν είναι ούτε μετρήσιμα ούτε κατατάξιμα. Και βεβαίως, απλώς τινάζονται στον αέρα, εξαφανίζονται από το ορατό πεδίο, όταν στη γωνία της σχολικής αίθουσας καραδοκεί ο αξιολογητής με το μπλοκάκι στο χέρι και το βλέμμα άγρυπνο.
- Σε κάθε τεχνολογική εξέλιξη, το ίδιο ακριβώς μοτίβο επαναλαμβάνεται. Όταν ανακαλύφθηκε το ραδιόφωνο είπαν, ορίστε ένα μέσο που μπορεί να αντικαταστήσει τον δάσκαλο. Με την τηλεόραση, ακόμα πιο έντονα, οι παλαιότερες/οι θα θυμόμαστε την εκπαιδευτική τηλεόραση στη χώρα μας. Τα ίδια ακριβώς επαναλήφθηκαν με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, το διαδίκτυο, τις ποικίλες εφαρμογές. Είναι όλα τα παραπάνω άχρηστα, επικίνδυνα και ακατάλληλα, μη συμβατά με την εκπαιδευτική διαδικασία; Όχι δεν είναι, αντίθετα, τα έχουμε χρησιμοποιήσει συμπληρωματικά ως μέσα. Αντικατέστησαν τους εκπαιδευτικούς; Όχι. Ποια είναι η διαφορά σήμερα; Ότι οι μεγάλες εταιρείες έχουν επενδύσει κάποια δις δολάρια και θα πρέπει να κάνουν απόσβεση. Αυτό καθιστά πραγματικά επικίνδυνη την υπόσχεση ότι «δε θα χρειαζόμαστε εκπαιδευτικούς», με την έννοια της πλήρους απαξίωσης και αφυδάτωσης του επαγγέλματος από κάθε αξιακό και ανθρωπιστικό στοιχείο.
Με βάση τα παραπάνω, προφανώς οι εκπαιδευτικοί δε δρουν εν κενώ, προφανώς οι νέες τεχνολογίες είναι ένα πεδίο αντιπαράθεσης όσο αφορά τον τρόπο χρήσης τους, τον βαθμό χρήσης τους, τις ποσότητες ενέργειας, ρεύματος και νερού που απαιτούνται και εάν υπάρχουν όρια στη χρήση αυτών και κυρίως τις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες αξιοποιούνται, σε μια περίοδο όπου ο κόσμος της εργασίας έχει υποστεί μια βαθιά στρατηγική ήττα. Εδώ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δίπλα στην κυριαρχία της νεκρής εργασίας πάνω στη ζωντανή, επιδιώκεται να εγκατασταθεί η πλήρης υποταγή της ζωντανής εκπαίδευσης στο εκπαιδευτικό management, σε έναν ιδιότυπο μεταμοντέρνο τεχνολογικό επιθεωρητισμό, τελικά, στην υπηρεσία των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων και των αντιεκπαιδευτικών και αντιπαιδαγωγικών πολιτικών τους
Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να έχουν το χρόνο – άρα και το αξιοπρεπές εισόδημα ώστε να ζουν αξιοπρεπώς μόνο από τον μισθό τους – ώστε να προετοιμάζουν τις διδασκαλίες τους και τις πιθανές εναλλακτικές διαδρομές τους λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σύνθετους παράγοντες της τάξης τους. Μπορούν να χρησιμοποιούν νέες τεχνολογίες για να βελτιώσουν επικουρικά τη διδασκαλία τους; Μπορούν, με την προϋπόθεση ότι οι τελικοί κριτές και διαμορφωτές της διδακτικής πράξης και των επιλογών που κάνουν είναι οι ίδιοι. Και η τάξη τους πρέπει να μην ξεπερνά τον αριθμό των 15 παιδιών, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, εάν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για διδασκαλία.
Για το τέλος, θα ήθελα να μοιραστώ ένα προειδοποιητικό μήνυμα που έρχεται από το παρελθόν, αλλά το νόημά του είναι εξαιρετικά επίκαιρο:
«Καθώς οι εργαζόμενοι χάνουν τον έλεγχο της ίδιας της δουλειάς τους, οι δεξιότητες που είχαν αναπτύξει με τα χρόνια ατροφούν. Χάνονται σιγά-σιγά, διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό τη διοίκηση να αυξήσει τον έλεγχό της πάνω στην εργασία, γιατί ο εργαζόμενος δεν έχει πια τις δεξιότητες του σχεδιασμού και του ελέγχου της ίδιας του της εργασίας. Εδώ εμφανίζεται μια γενική αρχή: στην εργασία, η αχρηστία οδηγεί σε απώλεια… Οι δεξιότητες που ανέπτυξαν οι εκπαιδευτικοί μετά από δεκαετίες σκληρής δουλειάς -θέτοντας στο αναλυτικό πρόγραμμα στόχους που συνδέονται με τους σκοπούς της εκπαίδευσης, διαμορφώνοντας ένα ουσιώδες περιεχόμενο, σχεδιάζοντας τα μαθήματα και τη στρατηγική της διδασκαλίας, αναπτύσσοντας “πνεύμα κοινότητας” στην τάξη, εξατομικεύοντας τη διδασκαλία με βάση τις ανάγκες και τις επιθυμίες των μαθητών κ.ο.κ. – χάνονται. Κατά κάποιον τρόπο, απλά δε χρειάζονται πλέον, δεδομένης της συγκέντρωσης της εξουσίας και του ελέγχου…σήμερα ασκούνται στα σχολεία δυνάμεις που κάνουν τις επιλογές αυτές σχεδόν να μην έχουν νόημα … Σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, οι μέθοδοι διδασκαλίας, τα εγχειρίδια, οι εξετάσεις και τα αποτελέσματα απομακρύνονται από τα χέρια των ανθρώπων που πρέπει να τα θέσουν σε εφαρμογή».*
* Apple M. – Jungck S., Διδασκαλία, τεχνολογία και έλεγχος στην τάξη, 1995

