Ζαχαράκη: όταν τα προβλήματα του σχολείου φορτώνονται σε μαθητές και οικογένειες

Χρήστος Πιλάλης

Η έμφαση στην «ψυχική ανθεκτικότητα» μετατοπίζει το βάρος από τις συνθήκες του σχολείου προς τους μαθητές και τις οικογένειές τους.

Η πρόσφατη τοποθέτηση της υπουργού Παιδείας Σοφίας Ζαχαράκη σε εκδήλωση του alfavita για τη σχέση σχολείου και οικογένειας, φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: πού εντοπίζονται πραγματικά τα προβλήματα της εκπαίδευσης και πού επιλέγει να τα εντοπίζει η εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης. H υπουργός υπογράμμισε ότι «το σχολείο και η οικογένεια δεν είναι δύο παράλληλοι κόσμοι, αλλά συγκοινωνούντες χώροι μάθησης», τονίζοντας τη σημασία της συνεργασίας των δύο για την αντιμετώπιση σύγχρονων προκλήσεων που αντιμετωπίζουν τα παιδιά, όπως ο σχολικός εκφοβισμός, οι ψυχολογικές πιέσεις και οι επιδράσεις της ψηφιακής ζωής.Η διατύπωση αυτή, σε επίπεδο αρχής, είναι αυτονόητη. Το ζήτημα όμως δεν βρίσκεται στη γενική αρχή της συνεργασίας σχολείου και οικογένειας, αλλά στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται σήμερα στον δημόσιο λόγο για την εκπαίδευση.Η παιδαγωγική επιστήμη έχει αναδείξει εδώ και δεκαετίες τη σημασία της επικοινωνίας μεταξύ σχολείου και οικογένειας για την ολόπλευρη ανάπτυξη των μαθητών. Ο John Dewey ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα τόνιζε ότι το σχολείο δεν είναι ένας κλειστός θεσμός αποκομμένος από την κοινωνία, αλλά μια κοινότητα μάθησης που συνδέεται με την καθημερινή ζωή των παιδιών. Η συμμετοχή των γονέων στη σχολική ζωή, η ενημέρωση για την πρόοδο των μαθητών και η δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς και οικογένειες μπορούν πράγματι να λειτουργήσουν υποστηρικτικά για τη μαθησιακή διαδικασία.Το νόημα όμως αυτής της συνεργασίας αλλάζει όταν παρουσιάζεται ως βασικό κλειδί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της εκπαίδευσης. Στις δηλώσεις της υπουργού αυτή η προσέγγιση είναι εμφανής. Έμφαση δόθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης της «ψυχικής ανθεκτικότητας» των μαθητών και στην ενεργότερη συμμετοχή των γονέων στην εκπαιδευτική διαδικασία.Η οπτική αυτή αντανακλά μια ευρύτερη τάση που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια σε εκπαιδευτικές πολιτικές διεθνώς. Από μελέτες και προγράμματα διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ, που δίνουν έμφαση στις λεγόμενες «κοινωνικοσυναισθηματικές δεξιότητες» και στην ευημερία των μαθητών, μέχρι ευρωπαϊκές στρατηγικές που προωθούν τις «δεξιότητες ζωής» και την ανάπτυξη προσωπικών ικανοτήτων, παρατηρείται μια μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τις δομές του εκπαιδευτικού συστήματος προς τα χαρακτηριστικά και τις στάσεις των ίδιων των μαθητών και μαθητριών.Την ίδια στιγμή, παραμένουν στο περιθώριο οι συζητήσεις για τις βασικές συνθήκες λειτουργίας του σχολείου: το μέγεθος των τμημάτων, την ανάγκη για σημαντικό αριθμό προσλήψεων μόνιμων εκπαιδευτικών, τους πόρους των σχολικών μονάδων, τη στήριξη του εκπαιδευτικού έργου, καθώς και τη λειτουργία της ενισχυτικής διδασκαλίας, της παράλληλης στήριξης και των δομών υποστήριξης μαθητών και μαθητριών που αντιμετωπίζουν μαθησιακές ή κοινωνικές δυσκολίες.Με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από τις δομές του εκπαιδευτικού συστήματος προς την ατομική ή οικογενειακή ευθύνη.Η έννοια της «ανθεκτικότητας» που χρησιμοποιεί η υπουργός, λειτουργεί ως πρόσκληση προς τους μαθητές και τις μαθήτριες να προσαρμοστούν στις ολοένα πιο δύσκολες συνθήκες, αντί να ανοίξει η συζήτηση για το πώς αυτές οι συνθήκες μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο. Με άλλα λόγια, η έμφαση μετατοπίζεται από την αναγκαία μεταρρύθμιση και μεγάλη στήριξη του δημόσιου σχολείου στην προσαρμογή των παιδιών. Ένα πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται σε ζήτημα ατομικής προσαρμογής.Η παιδαγωγική συζήτηση, όμως, δεν μπορεί να αγνοεί ότι πολλές από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μαθητές παράγονται μέσα στις ίδιες τις κοινωνικές και εκπαιδευτικές ανισότητες.Η κοινωνιολογία της εκπαίδευσης έχει δείξει εδώ και δεκαετίες ότι οι σχολικές επιδόσεις δεν εξαρτώνται μόνο από την ατομική προσπάθεια ή από τη συνεργασία με την οικογένεια. Ο Bourdieu ανέδειξε τον ρόλο του «πολιτισμικού κεφαλαίου», δηλαδή των γνώσεων, των γλωσσικών δεξιοτήτων και των μορφωτικών εμπειριών που μεταφέρουν τα παιδιά από το οικογενειακό τους περιβάλλον στο σχολείο. Ο Bernstein έδειξε πώς οι διαφορετικοί γλωσσικοί κώδικες που χρησιμοποιούνται στις οικογένειες επηρεάζουν την πρόσβαση των μαθητών στη σχολική γνώση.Οι μαθητές δεν ξεκινούν από το ίδιο σημείο. Και το σχολείο καλείται ακριβώς να αντισταθμίσει αυτές τις ανισότητες. Διαφορετικά, κινδυνεύει να αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες αντί να τις μειώνει.Από αυτή τη σκοπιά, η υπερβολική έμφαση στη συνεργασία σχολείου και οικογένειας μπορεί να οδηγήσει σε ένα παράδοξο αποτέλεσμα. Οι οικογένειες με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο έχουν περισσότερες δυνατότητες να στηρίξουν τη σχολική πορεία των παιδιών τους και να συμπληρώνουν τα κενά της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αντίθετα, οι οικογένειες που αντιμετωπίζουν οικονομικές ή μορφωτικές δυσκολίες δεν διαθέτουν τα ίδια εργαλεία.Έτσι, μια πολιτική που μεταφέρει όλο και μεγαλύτερο βάρος στη συμμετοχή των γονέων τείνει τελικά να ενισχύει τις ήδη υπάρχουσες εκπαιδευτικές ανισότητες.Παρότι στις δηλώσεις της γίνεται αναφορά στους εκπαιδευτικούς, δεν αναδεικνύεται ως κεντρικό ζήτημα η ουσιαστική ενδυνάμωση της διδασκαλίας: οι συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών, η ουσιαστική επιμόρφωσή τους, ο χρόνος προετοιμασίας της διδασκαλίας και η στήριξη του έργου τους μέσα στην τάξη.Η διεθνής έρευνα για την εκπαίδευση, από τις μετα-αναλύσεις του Hattie για τους παράγοντες που επηρεάζουν τη μάθηση μέχρι τις μελέτες της Darling-Hammond για την εκπαίδευση και επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών, δείχνει ότι ο σημαντικότερος παράγοντας για την ποιότητα της μάθησης είναι η ποιότητα της διδασκαλίας και η επαγγελματική στήριξη των εκπαιδευτικών. Με άλλα λόγια, η βελτίωση της εκπαίδευσης περνά πρωτίστως μέσα από τη στήριξη του ίδιου του σχολείου και του έργου των εκπαιδευτικών.Οι συνθήκες εργασίας, η επιμόρφωση, η παιδαγωγική αυτονομία και η δυνατότητα δημιουργικής διδασκαλίας μέσα στην τάξη επηρεάζουν πολύ περισσότερο τη μαθησιακή διαδικασία από τη γενική επίκληση της συνεργασίας με την οικογένεια.Η συνεργασία σχολείου και οικογένειας είναι ασφαλώς σημαντική. Δεν μπορεί όμως να λειτουργήσει ως υποκατάστατο μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για την ενίσχυση του δημόσιου σχολείου.Η πραγματική πρόκληση δεν είναι απλώς η βελτίωση της σχέσης σχολείου και οικογένειας. Είναι η ενίσχυση ενός δημόσιου σχολείου που θα μπορεί να στηρίζει όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από το κοινωνικό τους υπόβαθρο.Εν τέλει, το ουσιαστικό ζήτημα για την εκπαίδευση δεν είναι πόσο «ανθεκτικοί» θα γίνουν οι μαθητές. Είναι αν το ίδιο το σχολείο μπορεί να μειώνει τις κοινωνικές ανισότητες και να προσφέρει σε όλα τα παιδιά πραγματικές δωρεάν μορφωτικές δυνατότητες.