<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΚΑΤΟΧΗ - Εκπαιδευτική Λέσχη</title>
	<atom:link href="https://www.e-lesxi.gr/tag/%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%87%ce%b7/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.e-lesxi.gr/tag/κατοχη/</link>
	<description>Διαδικτυακό περιοδικό για την κριτική παιδαγωγική και την κοινωνική χειραφέτηση</description>
	<lastBuildDate>Sun, 31 Oct 2021 14:48:10 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.9.4</generator>

<image>
	<url>https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2018/12/cropped-favicon-32x32.png</url>
	<title>ΚΑΤΟΧΗ - Εκπαιδευτική Λέσχη</title>
	<link>https://www.e-lesxi.gr/tag/κατοχη/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>«ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΧΙΤΛΕΡ», Κινηματογράφος και ιστορική εκπαίδευση</title>
		<link>https://www.e-lesxi.gr/%cf%88%ce%b7%ce%bb%ce%b1-%cf%84%ce%b1-%cf%87%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%87%ce%b9%cf%84%ce%bb%ce%b5%cf%81-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%86%ce%bf/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2588%25ce%25b7%25ce%25bb%25ce%25b1-%25cf%2584%25ce%25b1-%25cf%2587%25ce%25b5%25cf%2581%25ce%25b9%25ce%25b1-%25cf%2587%25ce%25b9%25cf%2584%25ce%25bb%25ce%25b5%25cf%2581-%25ce%25ba%25ce%25b9%25ce%25bd%25ce%25b7%25ce%25bc%25ce%25b1%25cf%2584%25ce%25bf%25ce%25b3%25cf%2581%25ce%25ac%25cf%2586%25ce%25bf</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[e-lesxi]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 31 Oct 2021 14:40:09 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Εκπαίδευση]]></category>
		<category><![CDATA[Εκπαιδευτικό υλικό]]></category>
		<category><![CDATA[Εκπαιδευτικό Υλικό]]></category>
		<category><![CDATA[Ιστορια]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΑΤΟΧΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΟ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.e-lesxi.gr/?p=4681</guid>

					<description><![CDATA[<p>Παπαδοπούλου Λένα, δασκάλα του Μειονοτικού Δημ. Σχολ. Γλαύκης Ξάνθης Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα ιστορικό μάθημα που υλοποιήθηκε στο Μειονοτικό Σχολείο της Γλαύκης στο πλαίσιο της επετείου της 28ης &#8230;</p>
<p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%88%ce%b7%ce%bb%ce%b1-%cf%84%ce%b1-%cf%87%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%87%ce%b9%cf%84%ce%bb%ce%b5%cf%81-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%86%ce%bf/">«ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΧΙΤΛΕΡ», Κινηματογράφος και ιστορική εκπαίδευση</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%88%ce%b7%ce%bb%ce%b1-%cf%84%ce%b1-%cf%87%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%87%ce%b9%cf%84%ce%bb%ce%b5%cf%81-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%86%ce%bf/">«ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΧΙΤΛΕΡ», Κινηματογράφος και ιστορική εκπαίδευση</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Παπαδοπούλου Λένα, δασκάλα του Μειονοτικού Δημ. Σχολ. Γλαύκης Ξάνθης</strong></p>


<p>Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα ιστορικό μάθημα που υλοποιήθηκε στο Μειονοτικό Σχολείο της Γλαύκης στο πλαίσιο της επετείου της 28<sup>ης</sup> Οκτωβρίου. Μια εβδομάδα πριν τον εορτασμό της επετείου στο γλωσσικό και ιστορικό μάθημα που ανήκουν στο ελληνόγλωσσο πρόγραμμα εξετάζονται τα ιστορικά γεγονότα μέσα από τις αναπαραστάσεις και τις απεικονίσεις της εποχής στην ταινία «Ψηλά τα χέρια Χίτλερ» του Ροβήρου Μανθουλη.</p>
<p>Το πρώτο μέρος (1) του κειμένου αποτελεί το θεωρητικό κομμάτι για το σινεμά και ειδικότερα, αφορά το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο παραγωγής και δημιουργίας της ταινίας καθώς και τη σχέση σινεμά -ιστορίας -εκπαίδευσης. Στο δεύτερο (2)μέρος αναπτύσσεται το σχέδιο του μαθήματος.</p>
<h5><strong>Μέρος 1.</strong></h5>
<h5><strong>1α .</strong> <strong>Πραγματολογικά στοιχεία για την ταινία και τον σκηνοθέτη </strong></h5>
<p>Η ταινία «Ψηλά τα χέρια Χίτλερ» σε σκηνοθεσία Ροβήρου Μανθούλη και σενάριο Μήλα Διονύση ανήκει ως είδος στην κωμωδία-δράμα. Οι ηθοποιοί που έπαιξαν είναι οι ακόλουθοι: Βέγγος Θανάσης, Διαμαντόπουλος Βασίλης, Καλαντζοπούλου Μίρκα, Ανδρονίδης Βάσος κ.ά.</p>
<p>Η ασπρόμαυρη εικόνα μιας μεταπολεμικής ταινίας 17 χρόνια μετά την απελευθέρωση και μόλις 13 χρόνια μετά τον εμφύλιο, δίνει την ατμόσφαιρα της εποχής. Το λευκό, αλλά θαμπό φως, τα φτωχόσπιτα, τα χαλάσματα, οι σφαίρες από τα Δεκεμβριανά στους τοίχους των σπιτιών, τα έπιπλα, τα ρούχα, τα σκεύη, γίνονται ιστορική πηγή και τεκμήριο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Υπάρχει κάτι πρωτόγονο, αταβιστικό, αθώο, που δημιουργεί την αίσθηση μιας χειροποίητης ταινίας. Υπάρχει σχεδόν μια συγχρονία στην αναπαράσταση και στην εποχή, λόγω των αργών κοινωνικών μεταπολεμικών αλλαγών. Η ταινία γυρίστηκε το 1962. Είναι η πρώτη φορά όπως σημειώνει η Αγλαΐα Μητροπούλου που ελληνική ταινία προβάλει την αντίσταση στη γερμανική κατοχή, μέσα από ένα αντιηρωικό τρόπο και μια κωμική οπτική<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-1" href="#post-4681-endnote-1">[1]</a></sup></sup>.</p>
<p>Ο Ροβήρος Μανθούλης υποστηρίζει ότι «τα πιο ισχυρά θέματα, τουλάχιστον στον ελληνικό χώρο, είχαν πάντοτε ιστορική αξία. Από πού να πιαστεί κανείς; Από τον Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη Δικτατορία; Επειδή τα έζησα, είναι θέματα που με κυνηγάνε».<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-2" href="#post-4681-endnote-2">[2]</a></sup></sup> O Ροβήρος Μανθούλης ήταν ενταγμένος στο ΕΑΜ των νέων και στη συνέχεια στην ΕΠΟΝ. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Πάντειο και από το 1949 έως το 1953, σπούδασε Κινηματογράφο και Θέατρο στο Πανεπιστήμιο Syracuse της πολιτείας της Νέας Υόρκης.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-3" href="#post-4681-endnote-3">[3]</a></sup></sup></p>
<p>Το 1997 γυρίζει τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο που περιέχει σπάνια ντοκουμέντα για το Δημοκρατικό Στρατό.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-4" href="#post-4681-endnote-4">[4]</a></sup></sup></p>
<h5><strong>1β. Αφήγηση και αναπαραστάσεις </strong></h5>
<p>Ο κινηματογράφος περισσότερο από άλλα πολιτιστικά προϊόντα (λογοτεχνία, φωτογραφία, ζωγραφική), «υποκλέπτει» την πραγματικότητα, δίνει την αίσθηση του αληθινού, δημιουργώντας «το συλλογικό φαντασιακό για το παρελθόν».<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-5" href="#post-4681-endnote-5">[5]</a></sup></sup> Η ιστορία που αφηγείται η ταινία παρουσιάζεται σαν μια ιστορία ζωής που αφορά τα πρόσωπα και τις πράξεις τους, μέσα από μια διήγηση που εξελίσσεται με αρχή, μέση και τέλος. Οι θεατές ταυτίζονται με τα πρόσωπα «απολύουν» την συνείδηση τους κατά την παρακολούθηση της ταινίας. Το σκοτάδι, η προσήλωση στη φωτεινή εικόνα, η ακινησία στο κάθισμα, η μεγέθυνση των ηρώων και των πράξεων τους, δημιουργούν την αίσθηση της μόνης αλήθειας, αυτής που βιώνουν μέσα από την ζωή των ηρώων.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-6" href="#post-4681-endnote-6">[6]</a></sup></sup></p>
<p>Το σινεμά λοιπόν μιλά για την ιστορία, μαρτυρεί, άλλα και κατασκευάζει έναν ιστορικό κόσμο, φτιάχνει την ιστορία, δημιουργεί μνήμη. Γύρω από την ταινία υπάρχει ένα ολόκληρο πολιτισμικό σύστημα που προετοιμάζει για την πρόσληψη της.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-7" href="#post-4681-endnote-7">[7]</a></sup></sup></p>
<p>Η ταινία «Ψηλά τα χέρια Χίτλερ» αφηγείται τη ζωή δυο φίλων στα χρόνια της κατοχής και παρουσιάζει όλο το πολιτικό κοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Η ταινία ξεκινάει με την τυχαία μεταπολεμική συνάντηση των δυο φίλων ένα κυριακάτικο πρωί που σε διαφορετικά καμιόνια πήγαιναν εκδρομή. Ακούγεται το τραγούδι «Γιούπι για» το οποίο παραφρασμένο αφηγείται τους δυνάστες της Ελλάδας. Σε να καμιόνι χάθηκαν στο μπλόκο, σε ένα καμιόνι ξαναβρίσκονται, ακολουθεί η σκηνή της αναγνώρισης, τεχνική που προσδίδει ένα δραματικό στοιχειό και είναι ευρέως χρησιμοποιημένη, ακόμα και στις αρχαίες τραγωδίες. Ο χρόνος κυκλικά γυρίζει πίσω και αρχίζει η εξιστόρηση. Οι πρωταγωνιστές αναπτύσσουν επιβιωτικές πρακτικές μέσα στο φόβο και την πείνα, έχοντας επίγνωση του κινδύνου δεν μπλέκονται με την αντίσταση. Ωστόσο, η αλληλεγγύη, η ακεραιότητα και η ανθρωπιά που τους χαρακτηρίζει, τους περνά στην άλλη μεριά της δράσης, στην αντίσταση.</p>
<p>Η σχέση της αφήγησης της ταινίας με τις αναπαραστάσεις της εποχής δεν είναι σύμπτωτη. Η ταινία φέρει μια άλλη ιδεολογική θεώρηση, άλλους αισθητικούς κώδικες και οι όποιες ομοιότητες με τις αναπαραστάσεις άλλων ταινιών είναι μικρές, σχηματικές και επιφανειακές. Παρακάτω θα γίνει εκτενή αναφορά στην αφήγηση της ταινίας.</p>
<p>Οι κυρίαρχες αναπαραστήσεις για την κατοχή δημιουργούνται μέσα από την παρακολούθηση εμπορικών ταινιών. Οι περισσότερες ταινίες ήταν πατριωτικού περιεχόμενου όπου τονίζεται ο ρόλος του στρατού στις πολεμικές αναμετρήσεις, η θυσία των Ελλήνων αξιωματικών, το σαμποτάζ, η κατασκοπία υπέρ των συμμάχων<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-8" href="#post-4681-endnote-8">[8]</a></sup></sup>. Οι γυναίκες απεικονίζονται να νοσηλεύουν τραυματίες, να πλέκουν ή να μπαίνουν στην αντίσταση από τον έρωτα για έναν άντρα που είναι πάντα αγωνιστής.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-9" href="#post-4681-endnote-9">[9]</a></sup></sup> Ο δωσιλογισμός, η πείνα, ο πληθωρισμός, η μαύρη αγορά, παρουσιάζονται σχηματικά, κοινότοπα και επαναλαμβανόμενα σε όλες σχεδόν τις ταινίες.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-10" href="#post-4681-endnote-10">[10]</a></sup></sup> Στην μετεμφυλιακή περίοδο υπήρξε αυστηρή λογοκρισία που αποσιώπησε και απέκλεισε από τη δημόσια μνήμη, την εαμική αντίσταση και τον εμφύλιο.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-11" href="#post-4681-endnote-11">[11]</a></sup></sup></p>
<p>Σχετικά με τις αναπαραστάσεις ο Φερρό υποστηρίζει, ότι μια ταινία μας δίνει περισσότερες πληροφορίες για την εποχή που γυρίστηκε παρά για την εποχή που αφηγείται. Αυτό που ενδιαφέρει εντέλει τους ιστορικούς, δεν είναι η αξιοπιστία των αναπαραστάσεων, αλλά η επιλογή της συγκεκριμένης οπτικής για την ανάδειξη του ιστορικού γεγονότος,<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-12" href="#post-4681-endnote-12">[12]</a></sup></sup></p>
<h5><strong>1γ. Πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο παραγωγής και δημιουργίας της ταινίας.</strong></h5>
<p>Η Σώτη Τριανταφύλλου επεκτείνοντας τον Φερρό, σημειώνει ότι όλες οι ταινίες είναι προπαγανδιστικές, γιατί αντανακλούν την ιδεολογία των δημιουργών τους και το ιστορικό, αισθητικό πλαίσιο παραγωγής τους.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-13" href="#post-4681-endnote-13">[13]</a></sup></sup></p>
<p>Η ταινία γυρίστηκε στην μετεμφυλιακή περίοδο, την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Οι μνήμες του εμφυλίου είναι ακόμα ζωντανές και οι δυο πλευρές Δεξιά και Αριστερά αναπτύσσουν το δικό τους ερμηνευτικό αφήγημα για τα γεγονότα.</p>
<p>Οι νικητές του εμφύλιου η Δεξιά, βρίσκεται στην κυβέρνηση, προσπαθεί να ανασυστήσει τη μνήμη, αποκαθαρμένη από τον ρόλο της Αριστεράς στη νίκη του φασισμού. Οργανώνει το καθεστώς εξουσίας της, συμψηφίζοντας τα εγκλήματα πολέμου, αποσιωπώντας το δωσιλογισμό και χρησιμοποιώντας τους συνεργάτες των Γερμανών, στην νέα πολιτική και οικονομική πραγματικότητα. Εξωραΐζοντας την μνήμη, η νίκη αποδίδεται στους πατριώτες και στην Αριστερά αποδίδεται προδοτικός ρόλος.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-14" href="#post-4681-endnote-14">[14]</a></sup></sup></p>
<p>Η Αριστερά νοηματοδοτεί διαφορετικά την εμπειρία του πολέμου και διεκδικεί τους αγώνες που έδωσε για την απελευθέρωση. Το δικό της ερμηνευτικό σχήμα περιλαμβάνει, τον απελευθερωτικό ρόλο του ΕΑΜ, την αντίσταση, την λευκή τρομοκρατία, τα τάγματα ασφαλείας, τις εξορίες. Η αποσιώπηση του εμφύλιου από την Αριστερά, απαντούσε στην ανάγκη της κοινωνίας να διαχειριστεί το τραύμα και να σταματήσουν οι διώξεις σε βάρος των αγωνιστών.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-15" href="#post-4681-endnote-15">[15]</a></sup></sup></p>
<p>Ο Ηλίας Νικολακόπουλος χαρακτηρίζει την πολιτική κατάσταση ως «μια καχεκτική δημοκρατία» με αντίφαση θεσμών, «συντάγματος και παρασυντάγματος» με «ζεύξη αυταρχισμού και δημοκρατίας».<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-16" href="#post-4681-endnote-16">[16]</a></sup></sup> Παρότι υπάρχει η πρόθεση για ένα ευρωπαϊκό προσανατολισμό στη διακυβέρνηση του Καραμανλή, η εγκαθίδρυση ενός μετεμφυλιακού κατασταλτικού καθεστώτος με ιδεολογική κυριαρχία την εθνικοφροσύνη, όξυνε την κατάσταση, Οι διαιρέσεις του εμφυλίου, τα έντονα πάθη, οι διώξεις και οι εκτοπίσεις των αριστερών, οδηγούν σε μια σύγκρουση των δυο κόσμων, Αριστεράς και Δεξιάς. Οι εκλογές του 1961 έφεραν την ΕΡΕ θριαμβεύτρια στην κυβέρνηση, ωστόσο η διαβλητότητα και η βία που ασκήθηκαν στους ψηφοφόρους της ΕΔΑ, πυροδότησαν τις εξελίξεις οδηγώντας στον Ανένδοτο και στα Ιουλιανά.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-17" href="#post-4681-endnote-17">[17]</a></sup></sup></p>
<p>Είναι η τρίτη περίοδος διεκδικήσεων μετά τον εμφύλιο στον εργατικό, αγροτικό χώρο και στο χώρο των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Η νεολαία ξεκινά τις κινητοποιήσεις για το 15% για την παιδεία και το 1.1.4.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-18" href="#post-4681-endnote-18">[18]</a></sup></sup></p>
<h5><strong>1δ. Σχέση μύθου και πραγματικότητας </strong></h5>
<h5><strong>Ο μύθος</strong></h5>
<p>Σε αυτό το εξεγερσιακό περιβάλλον γυρίζεται η ταινία, η πρώτη που μιλά για την κατοχή με έναν διαφορετικό, «λοξό» τρόπο. Σε συνέντευξη του, ο Ροβήρος Μανθούλης υποστηρίζει ότι έπρεπε να κάνει μια ταινία με το δικό του τρόπο, να κινηματογραφεί το τραγικό, με το δραματικό, μέσω του ανατρεπτικού χιούμορ.</p>
<p>Ο σκηνοθέτης είναι από την Αριστερά, αλλά ως καλλιτέχνης δεν ακολουθεί ιδεολογική στράτευση στην ταινία. Διεκδικεί το μερίδιο των αγώνων, των ανθρώπων που αντιστάθηκαν και ηττήθηκαν εντέλει, αλλά με ένα καλλιτεχνικό, υπαινικτικό, ανατρεπτικό τρόπο. Οι αναπαραστάσεις για την εποχή περνούν μέσα από το βλέμμα του αριστερού, οπού οι άνθρωποί παρουσιάζονται να στηρίζει ο ένας τον άλλον, να νοιάζονται. Η αλληλεγγύη είναι χαρακτηριστικό των ηρώων της ταινίας, όλοι μαζί τρώνε, διασκεδάζουν, μοιράζονται τη φτώχια και τους φόβους τους. Ενημερώνονται για την έκβαση του πολέμου από το ράδιο του Λονδίνου και σαρκάζουν την αποστασιοποίηση των εκφωνητών για τα δεινά τους, από τους ναζί. Δημιουργούν μια παρέα, μια κοινότητα όπου μοιράζονται τα όνειρα τους, που περιλαμβάνουν ελευθερία και στρωμένα τραπέζια. Ο αεικίνητος Παναγής περιορίζει την νευρικότητα του αλέθοντας ρεβίθι για καφέ, ο Ανέστης πιο γήινος, πιο σοβαρός αναζητά τρόπους διαφυγής στην Αφρική. Γύρω τους περνά ο κόσμος της κατοχής, γκρεμισμένα σπίτια, υγρά δωμάτια, κρύο, θάνατος από πείνα και συσσίτια. Τα είδη διατροφής σε έλλειψη, ουρές για τα ελάχιστα και οι γάτες είδος δυσεύρετο για φαγώσιμο. Τα τραγούδια τους εξορκίζουν και κοροϊδεύουν την πείνα, το φόβο τους. Και μέσα στην καθημερινότητα ο Γρηγόρης, που θέλει να τους κινητοποιήσει σε κάτι που ετοιμάζεται από το λαό. Ο Γρηγόρης καταντά βραχνάς, γιατί θεωρούν ότι οποιοδήποτε εμπλοκή μαζί του, οδηγεί στην αντίσταση και το βέβαιο θάνατο τους. Ο Γρηγόρης όμως, χωρίς μελοδραματισμούς, εξάρσεις επαναστατικές, αλλά σαν κάτι φυσικό δουλεύει για την απελευθέρωση. Μιλάει για μια εκδήλωση που ετοιμάζεται είναι μάλλον οι κινητοποιήσεις του ΕΑΜ στην κατοχή.</p>
<p>Τι δείχνει ο σκηνοθέτης για την κατοχή; Είναι η ώρα της Αριστεράς στον ευρύτερο πολιτικό χώρο, είναι η πρώτη ταινία για την κατοχή, χωρίς στράτευση και χάρτινους ήρωες. Οι πρωταγωνιστές είναι συνηθισμένοι άνθρωποι που απεικονίζονται με διάφορες ποιότητες χαρακτηριστικών, με αντιφάσεις, αντιθέσεις. Από τη μια φοβούνται να μπουν στην αντίσταση και από την άλλη όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, θυσιάζουν το ταξίδι της ασφάλειας και των ονείρων τους για να βοηθήσουν έναν πατριώτη. Δεν μπαίνουν καν σε δίλλημα, υπακούουν στον ανθρωπισμό και το καθήκον κάθε ανθρώπου απέναντι στο φασισμό. Δεν είναι γενναίοι ωστόσο, μπλέκουν στην αντίσταση και στον ασυντόνιστο αγώνα των αντιστασιακών ομάδων. Περπατούν ώρες στην κατοχική Αθήνα, γύρω χαλάσματα, ξερά δέντρα, ερημιά, βία, από τις κατοχικές δυνάμεις, Μια κωμωδία που διηγείται την κατοχή, την αντίσταση, την πείνα, την τρομοκρατία , μέσα από την ουσία της ύπαρξης και την τόλμη των δειλών, την ουσιαστική και ρεαλιστική πραγματικότητα. Ο Ροβήρος Μανθούλης είναι ένας καλλιτέχνης που επιλέγει τη βιωματική ρητορική για να μιλήσει για τα μεγάλα θέματα. χωρίς να εξιδανικεύει, με έναν κωμικό, δραματικό ρεαλισμό.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-19" href="#post-4681-endnote-19">[19]</a></sup></sup></p>
<h5><strong>Η πραγματικότητα </strong></h5>
<p>Το μυθοπλαστικό πλαίσιο της ταινίας συνδέεται με την πραγματικότητα, γιατί η ταινία είναι ρεαλιστική. Το επικείμενο γεγονός που συνεχώς αναφέρει ο Γρηγόρης στην ταινία, αφορά τις κινητοποιήσεις που γινόταν στα χρόνια της κατοχής. Η μεγάλη απεργία των ταχυδρομικών υπαλλήλων που ξεκίνησε στις 14 Απριλίου του 1942 από τους εργαζόμενους στα Ταχυδρομεία- Τηλεγραφεία- Τηλεφωνεία στην Αθήνα και επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον Δημόσιο Τομέα, λίγες μέρες αργότερα.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-20" href="#post-4681-endnote-20">[20]</a></sup></sup></p>
<p>Επίσης πραγματοποιούνταν πορείες διαμαρτυρίας του λαού, οργανωμένες από το ΕΑΜ που προσπαθούσαν να ανακόψουν την αρπαγή Ελλήνων πολιτών σε μπλόκα, για να οδηγηθούν σε καταναγκαστική εργασία στα στρατόπεδα της Γερμανίας. Ένα κίνημα αντίστασης που κατόρθωσε να εμποδίσει την επέκταση του φαινομένου της αρπαγής.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-21" href="#post-4681-endnote-21">[21]</a></sup></sup></p>
<p>Ένα άλλο γεγονός που επανέρχεται στην ταινία είναι η μετάβαση των ηρώων στην Αφρική. Τα πραγματολογικά στοιχεία είναι ότι μετά την κατάληψη της Αθήνας και την κατοχή της Ελλάδος οι ναζί ορίζουν μια κυβέρνηση με πρωθυπουργό αρχικά τον Τσολάκογλου. Με την μετατόπιση του πολέμου στη Μεσόγειο, η εξόριστη ηγεσία της Ελλάδας με το Βασιλιά και τον Τσουδερό πρωθυπουργό μεταβαίνουν στην Μέση Ανατολή και μετά στην Νότια Αφρική. Εκεί οργανώνεται το στράτευμα και μετέχει στις μάχες μαζί με τους συμμάχους.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-22" href="#post-4681-endnote-22">[22]</a></sup></sup> Οι ήρωες της ταινίας, Παναγής και Ανέστης θέλουν να πάνε στην Αίγυπτο για να βρουν την ελευθερία και να χορτάσουν την πείνα τους.</p>
<h5><strong>Μέρος 2<sup>ο</sup> Σχέδιο μαθήματος</strong></h5>
<h5><strong>2α. Κριτήρια επιλογής της ταινίας </strong></h5>
<p>Οι λόγοι επιλογής της ταινίας για την εφαρμογή του σχεδίου μαθήματος, είναι πρωτίστως παιδαγωγικοί και σχετίζονται με τον τρόπο διαπραγμάτευσης της κατοχής από τον σκηνοθέτη. Η ταινία ως είδος είναι κωμωδία, με δραματικά στοιχεία. Κατά αρχάς δίνει την αίσθηση μιας χιουμοριστικής ταινίας που αφηγείται τις περιπέτειες των δυο φίλων. Τα παιδιά που θα παρακολουθήσουν την ταινία είναι ηλικίας 11-12 ετών και η κωμωδία δημιουργεί καλύτερους όρους πρόσληψης της. Η ανατρεπτικότητα του σεναρίου και η δυναμική της κωμωδίας, καταλύουν το φόβο και τη βία της κατοχής, χωρίς να προδίδουν το ιστορικό γεγονός. Η ταινία γίνεται πιο ενδιαφέρουσα από τον «καρτουνίστικο» τρόπο του Βέγγου, σε αντίστιξη με το σοβαρό Ανέστη. Η φιλιά, η συντροφικότητα, δημιουργούν συναισθήματα ταύτισης και κάνουν πιο εύληπτη την υπόθεση και το ιστορικό γεγονός.</p>
<h5><strong>2β. Εκπαιδευτικό πεδίο εφαρμογής του διδακτικού σεναρίου.</strong></h5>
<p>Το εκπαιδευτικό σενάριο θα εφαρμοστεί στην έκτη τάξη του μειονοτικού σχολείου Γλαύκης Ξάνθης.</p>
<p>Η μειονοτική εκπαίδευση αποτελεί μια ιδιαίτερη συνθήκη στην ελληνική εκπαίδευση. Αφορά την εκπαίδευση των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας σε ένα δίκτυο σχολείων στην Δυτική Θράκη. Σχολεία που ως ιδρυτικό καθέτως έχουν τη συνθήκη της Λωζάννης (1923) που υπογράφηκε ανάμεσα στις δυο χώρες, Ελλάδα και Τουρκία. Το περιεχόμενο του προγράμματος είναι δομημένο ισόποσα πάνω σε δύο γλώσσες διδασκαλίας, την ελληνική και την τουρκική και τα μαθήματα μοιράζονται. Το μάθημα της ιστορίας ανήκει στο ελληνόγλωσσο πρόγραμμα διδασκαλίας<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-23" href="#post-4681-endnote-23">[23]</a></sup></sup></p>
<p>Το εκπαιδευτικό υλικό για τη διδασκαλία της Ιστορίας είναι παιδαγωγικά προσαρμοσμένο στη διαθετική προσέγγιση. Έχει στόχο να εξοικειώσει τους μικρούς μαθητές με την έννοια του ιστορικού χρόνου καθώς και με τον ιστορικό χώρο μέσα στον οποίο εξελίσσεται το ιστορικό γίγνεσθαι. Το υλικό αποτελούν οι «Καρτέλες ιστορίας» οι οποίες αναφέρονται σε μεγάλα ιστορικά θέματα και μπορούν να διδαχθούν είτε αυτόνομα είτε σε διασταυρώσεις με τα υπόλοιπα σχολικά βιβλία και υλικά. Το υλικό συμπληρώνεται από το «Χρονολόγιο», ένα γεωγραφικό-ιστορικό-πολιτιστικό άτλαντα όπου παρουσιάζονται τα ιστορικά γεγονότα παράλληλα σε τρία επίπεδα, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και τον κόσμο. Επίσης στο διδακτικό υλικό υπάρχει και το βιβλίο «Θυμόμαστε και γιορτάζουμε» με το οποίο διδάσκονται οι 3 μεγάλες επέτειοι (28<sup>η </sup>Οκτωβρίου, 17<sup>η</sup> Νοέμβρη, 25<sup>η</sup> Μαρτίου )</p>
<h5><strong>2γ. Σκοπός και στόχοι του μαθήματος</strong></h5>
<p>Σκοπός του διδακτικού σεναρίου είναι κατά αρχάς οι μαθητές να έρθουν σε επαφή με την κινηματογραφική απεικόνιση της εποχής. Να κατανοήσουν τα ιστορικά γεγονότα, να αποκτήσουν γνώσεις πάνω στις αφηγήσεις, μέσα από την μυθοπλασία της ταινίας. Να αναπτύξουν ενσυναίσθηση, να αποδώσουν, δηλαδή, νόημα στα γεγονότα μέσα από την οπτική των άλλων, των ηρώων. Να διατυπώσουν ερωτήματα σχετικά με τις αναπαραστάσεις της ταινίας, να διερωτηθούν με αυτό που εξελίσσεται. Τέλος από τους πιο σημαντικούς στόχους, είναι η απόλαυση μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας, συγχρόνως με την απόκτηση δεξιοτήτων για να αντιμετωπίσουν κριτικά το ιστορικό παρόν.</p>
<h5><strong>2δ. Κινηματογράφος και παρελθόν</strong></h5>
<p>Με την κυριαρχία της ψηφιακότητας, της απόλυτης ανάπτυξης της τεχνολογίας, η ιστορία ανήκει και αυτή στις περιπτώσεις όπου οι νέοι μαθαίνουν για το παρελθόν με υπερσυσσώρευση γνώσεων, αλλά ασυντόνιστα, χαοτικά. Ο ιστορικός χρόνος, τα γεγονότα, η ανασύνθεση του παρελθόντος γίνεται κάτι ομιχλώδες, ασαφές, φαντασμαγορικό, μέσα από ταινίες χολιγουντιανές, μέσα από ιστοτόπους χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση. Η ανάγκη για σταθερές σημειώνει η Έφη Γαζή, μέσα σε ένα πολυδιάστατο κόσμο διαμορφώνει μια ιστορική κουλτούρα ανασύνθεσης της εθνικής ταυτότητας. Μιας ποπ κουλτούρας εθνικισμού μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-24" href="#post-4681-endnote-24">[24]</a></sup></sup> Το σχολείο λοιπόν, έρχεται να αντιμετωπίζει την ισχύ των ήδη διαμορφωμένων διαδικτυακά ιστορικών απόψεων, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο ιστορικής έρευνας, τεκμηρίωσης, γνώσης ,το σινεμά που ανήκει και αυτό στην οπτική κουλτούρα. Σε ό,τι αφορά τη διδασκαλία της κατοχής, του ολοκαυτώματος, όπως επισημαίνει η Έλλη Λεμονίδου, υπάρχει ο κίνδυνος τα παιδιά να βαρεθούν και να αποστασιοποιηθούν μέσα από τις συνεχείς επαναλήψεις των γιορταστικών επετείων που τα εκθέτει σε πληροφορίες που δεν σχετίζονται με τη ζωής τους.<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-25" href="#post-4681-endnote-25">[25]</a></sup></sup></p>
<p>Στο μειονοτικό σχολείο το πρόβλημα που συχνά αντιμετωπίζουμε κατά την διδασκαλία της ιστορίας, είναι ότι τα παιδιά έρχονται σε σύγκρουση με την ταυτότητα των γονιών τους ή της κοινότητάς τους. Γι’ αυτό οι προσεκτικοί χειρισμοί της διδασκαλίας του ιστορικού μαθήματος, η πολυπρισματική προσέγγιση, χωρίς αποκλεισμούς ταυτοτήτων, επιβάλλουν σχεδόν το σινεμά, ως εργαλείο ανασύνθεσης του παρελθόντος, τεκμηρίωσης, και συναισθηματικής προσέγγισης.</p>
<h5><strong>2ε. Προετοιμασία </strong></h5>
<p>Τα παιδιά για περίπου δυο εβδομάδες με πολλούς τρόπους μέσα από κείμενα, φωτογραφίες, ραδιοφωνικές εκπομπές, λογοτεχνία, δημοσιογραφία, μουσική, ήρθαν σε επαφή με τα ιστορικά γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη, το ολοκαύτωμα, το δωσιλογισμό, τη απελευθέρωση. Ακόμα και τη ρίψη της ατομικής βόμβας, τη νέα κατάσταση πραγμάτων, τα απελευθερωτικά κινήματα μετά τον πόλεμο. Αφορμή για το στήσιμο του διδακτικού σεναρίου στάθηκε η οργάνωση του εορτασμού, από τα παιδιά, της επετείου της 28<sup>ης</sup> Οκτωβρίου. Επίσης δυο τραγούδια που τραγουδούσαν τα παιδιά το «Βρες αν μπορείς» σατυρικό τραγούδι της κατοχής που ακούγεται στην ταινία και «Ο μικρός ήρως Γιώργος Θαλάσσης», προσείλκυσαν το ενδιαφέρον τους και δημιούργησαν την αίσθηση ότι έχουν σχέση με τη ζωή τους.</p>
<p>Ακόμα στη διαδικασία της προετοιμασίας για την προβολή της ταινίας περιλαμβάνεται η διασαφήνιση στα παιδιά ότι μια ταινία παρουσιάζει το παρελθόν αναπαριστώντας το ως μύθο, χρησιμοποιώντας ορισμένους κώδικες, ήχο, εικόνες, μοντάζ.</p>
<h5><strong>2στ. Προβολή και εφαρμογή </strong></h5>
<p>Το εκπαιδευτικό σενάριο θα αναπτυχθεί σε τρία διδακτικά δίωρα. Η ταινία προβάλλεται ολόκληρη σε ένα διδακτικό δίωρο και παρακολουθείται χωρίς διακοπές. Αν κάποια παιδιά θέλουν κρατούν σημειώσεις. Μετά το πέρας της προβολής τα παιδιά ενθαρρύνονται να διατυπώσουν ερωτήματα, σχετικά με ποια ιστορία λέγεται, ποιος την αφηγείται , ποιοι είναι οι χαρακτήρες και άλλες ερωτήσεις. Ο/η διδάσκων/ουσα δεν τις απαντά, αλλά συντονίζει τη συζήτηση και προσπαθεί να απαντηθούν από τα ίδια τα παιδιά.</p>
<p>Από τη συζήτηση προκύπτουν οι βασικοί θεματικοί άξονες που θα κινηθεί το εκπαιδευτικό σενάριο (κατοχή, πείνα, αλληλεγγύη, αντίσταση).</p>
<p>Στο δεύτερο διδακτικό δίωρο τα παιδιά χωρίζονται σε ομάδες (με βάση κάποια κριτήρια που θέτει ο/η διδάσκων/ουσα) και παρακολουθούν στην αίθουσα της πληροφορικής, επιλεγμένα σημεία της ταινίας, με διακοπές, και συμπληρώνουν τα φύλλα εργασίας τα οποία είναι διαφορετικά για κάθε ομάδα.</p>
<h5><strong>Φύλλο εργασίας 1. Κατοχή</strong></h5>
<p>Αναζητήστε τις σκηνές όπου απεικονίζεται και εμφανίζεται η γερμανική κατοχή. Πώς περιγράφεται και με ποια χαρακτηριστικά .</p>
<p>Εάν δυσκολεύονται τα παιδιά μπορούν να δοθούν τα σημεία της ταινίας (π.χ. 59:20) ανακατωμένα και να τα ψάξουν να τα βρουν.</p>
<h5><strong>Φύλλο εργασίας 2. Πείνα </strong></h5>
<h5>Πώς προβάλλεται η πείνα και η έλλειψη προϊόντων. Τι κάνουν οι ήρωες, τι τρώνε στα τραπέζια τους. Ποιες λέξεις, εκφράσεις, χρησιμοποιούν; Ποια είναι τα όνειρα του Παναγή και του Ανέστη; Με τι όπλο απειλεί τον Χίτλερ ο Παναγής;</h5>
<h5><strong>Φύλλο εργασίας 3. Αλληλεγγύη-Αντίσταση </strong></h5>
<p>Πώς αντιλαμβάνεστε την αντίσταση μέσα από τις σκηνές της ταινίας. Ο Ανέστης και ο Παναγής είναι ενταγμένοι σε κάποια ομάδα ή συμβαίνει κάτι άλλο; Το βράδυ που θα έφευγαν στην Αίγυπτο τι συνέβη; Τι έκαναν; Τι θα μπορούσαν να κάνουν;</p>
<p>Μετά την συμπλήρωση των φυλλαδίων δίνεται σε όλες τις ομάδες το φύλλο 4, να το διαβάσουν στο σπίτι. Το φυλλάδιο αφορά τα ιστορικά γεγονότα, που αναφέρονται στην ταινία ως κινητοποιήσεις, από τον Γρηγόρη.</p>
<h5><strong>Φύλλο 4. Η περίπτωση Γρήγορη </strong></h5>
<p>Ο Γρήγορης τους παροτρύνει να συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις παρακάτω θα διαβάσετε για αυτές:</p>
<h5><strong>Α. Απεργίες της κατοχής </strong></h5>
<p>«Τον Απρίλιο του 1942 ξέσπασε η πρώτη μεγάλη πανελλαδική απεργία των δημοσίων υπαλλήλων με οικονομικά αιτήματα. Από τον Σεπτέμβριο του 1942, όλο το 1943, αλλά και το 1944 στη Θεσσαλονίκη απεργούσαν κατά διαστήματα εργάτες και δημόσιοι υπάλληλοι με οικονομικά αιτήματα στην αρχή, που συμπληρώθηκαν από πολιτικά, πρώτα για την πολιτική επιστράτευση, και στη συνέχεια, για την επέκταση της βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία ή τη διάλυση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Την οργάνωση και τον συντονισμό των κινητοποιήσεων είχε το Εργατικό ΕΑΜ».</p>
<h5><strong>Β. Κινητοποιήσεις για καταναγκαστική εργασία. </strong></h5>
<p>Ακούστηκε ότι οι Γερμανοί θα έπαιρναν πολίτες αναγκαστικά και θα τους έστελναν στην Γερμάνια να δουλέψουν. Αυτό προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας και απεργίες σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα και άλλες πόλεις. Το ΕΑΜ πέτυχε να σταματήσει τα σχέδια των Γερμανών για αναγκαστική εργασία .</p>
<h5><strong>Ο Νίκος Σκαλτσάς αφηγείται :</strong></h5>
<p>«Ήταν ημέρα Τετάρτη 9 Αυγούστου του 1944. Ήταν 6.30 το πρωί, κοιμόμασταν με τον αδελφό μου Γιάννη στην ταράτσα. Ξυπνήσαμε από το χωνί που έλεγε ότι, κατόπιν εντολής της Γερμανικής Διοικήσεως, όλοι οι άρρενες από 15 ως 50 ετών έπρεπε να παρουσιαστούν στην καθολική εκκλησία, που βρισκόταν στην οδό Ρενέ Πυώ 2, μέχρι τη 12η το μεσημέρι για έλεγχο ταυτοτήτων. Όποιος δεν παρουσιαστεί και βρεθεί στο σπίτι του, εκτελείται επί τόπου. Εκεί φοβηθήκαμε. Ο κόσμος έχασε τη λαλιά του. Ξέραμε καλά ότι ο έλεγχος ταυτοτήτων ήταν το πρόσχημα.</p>
<p>Μας πήγαν στα στρατόπεδα στη Γερμανία</p>
<p>Σ&#8217; αυτό το στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας τι κατασκευάζανε;</p>
<p>Φτιάχναμε δρόμους, αυτό τους ενδιέφερε. Ξυπνάγαμε 6 το πρωί, παίρναμε κασμά και φτυάρι και τελειώναμε 6 το απόγευμα, με μια μικρή διακοπή το μεσημέρι για να φάμε. Τον Δεκέμβριο του &#8217;44 μας διώξανε για Έρεμπεργκ και στη συνέχεια για το Ομπερζέσινγκεν. Εκεί δεν ήταν στρατόπεδο, μέναμε πια στον σταύλο ενός κυρίου που εξέτρεφε άλογα. Κοιμόμασταν πάνω στα σανά αλλά τουλάχιστον τρώγαμε καλά. Ο ιδιοκτήτης ήταν πολύ καλός άνθρωπος, τον λέγαμε «πατέρα» και όταν τον αποκαλούσαμε έτσι, δάκρυζε. Οι γυναίκες, κυρίως, του χωριού, οι μητέρες, θέλανε να μας βοηθάνε αλλά ήταν κρατημένοι οι άνθρωποι, τους είχαν μεταδώσει ένα φόβο. Τα Χριστούγεννα του &#8217;44 ήρθαν στο σταύλο μητέρες με ψωμιά, κρέατα, φαγητά, φρούτα και μας λέγανε ότι άμα τα δίνουν σε μας ήταν σαν να τα δίναν στα παιδιά τους που πολεμούσαν ή ήταν αιχμάλωτα. Φαινόταν πια ότι ο πόλεμος χάνεται»</p>
<h5><strong>Τρίτη συνάντηση, τρίτο δίωρο </strong></h5>
<p>Συζήτηση με τις ομάδες πάνω σε αυτά που συμπλήρωσαν στα φυλλάδια και σε αυτά που διάβασαν. Ακολουθεί συμπλήρωση δυο από τις παρακάτω ερωτήσεις.</p>
<p>1. Πώς χαθήκαν οι δυο φίλοι; Τι συνέβη;</p>
<p>2. Τι να απέγινε η Δανάη; Γράψε ό,τι νομίζεις ότι συνέβη.</p>
<p>3. Αν άλλαζες κάτι στην ιστορία των φίλων τι θα ήταν αυτό;</p>
<p>4. Πώς αισθάνεται για τους ήρωες και γιατί;</p>
<p>Μετά την ανακοίνωση των απαντήσεων θα μπορούσε να γίνει ένας εννοιολογικός χάρτης από τα παιδιά που να αφορά τα ιστορικά γεγονότα της κατοχής και τις εξεταζόμενες θεματικές.</p>
<p>Ακόμα σε άλλη ώρα θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν την ταινία «Ξυπόλητο τάγμα» και να δουν από άλλη κινηματογραφική οπτική την κατοχή<sup><sup><a id="post-4681-endnote-ref-26" href="#post-4681-endnote-26">[26]</a></sup></sup>.</p>
<h5><strong>Συμπεράσματα </strong></h5>
<p>Η χρησιμοποίηση μιας ταινίας ως εργαλείο ιστορικής ανασύστασης του παρελθόντος, ή τεκμηρίωσης στο μάθημα της ιστορίας, απαιτεί κάποιες προϋποθέσεις από τον εκπαιδευτικό.</p>
<p>Γνώση του πολιτικού κοινωνικού πλαισίου παράγωγης της ταινίας, διότι αποσαφηνίζει την πρόθεση και τη θεώρηση του σκηνοθέτη.</p>
<p>Ο εκπαιδευτικός για να χρησιμοποιήσει το σινεμά στο μάθημα της ιστορίας πρέπει να είναι βαθύς γνώστης της τέχνης του σινεμά, όχι από άποψη τεχνικών προδιαγραφών, αλλά να αγαπά το σινεμά, να παρακολουθεί ταινίες, κριτικές για να μπορέσει να γοητεύσει τα παιδία, ως γοητευόμενος. Η ευκαιριακή χρήση λόγω παιδαγωγικής μόδας του σινεμά και η ευκολία να βρίσκει κανείς οτιδήποτε θέλει στο διαδίκτυο, θα υποβιβάσει ένα ισχυρό κίνητρο για μάθηση, στην τάξη της μεθοδολογίας.</p>
<p>Οι ασκήσεις αξιολόγησης προγραμμάτων, δεν προσφέρουν τίποτα άλλο παρά αποδείξεις πραγματοποίησης ενός σχέδιο εργασίας που θα δηλωθούν στο βιογραφικό των εκπαιδευτικών και στις ιστοσελίδες των σχολείων. Η αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού σεναρίου που περιλαμβάνει το σινεμά, είναι να οδηγηθούν τα παιδία σε χειρονομίες ζωής, να τους προφέρουμε εκείνο το κομμάτι της ευτυχίας που είναι η τέχνη. Όχι απλώς θεατές, αλλά σαγηνευμένοι από την τέχνη του σινεμά, δρώντες, που δίνουν λύσεις στη ζωή τους, που αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν πολλές ιστορίες. Συγκίνηση, ταύτιση, απόλαυση, γνώση, αναστοχασμός, διερώτηση, διερεύνηση, κριτική, αλλαγή στάσεων, αυτά προσφέρει το σινεμά στο σχολείο, αρκεί να ξέρει κανείς να «βλέπει».</p>
<h5> </h5>
<h5><strong>Βιβλιογραφία</strong></h5>
<p>Ανδρίτσος Γ., «Η λογοκρισία στον ελληνικό κινηματογράφο (1945-1974)»., στο Πετσίνη Π., Χριστόπουλος Δ. (επιμ.), <em>Η λογοκρισία στην Ελλάδα</em>, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, Παράρτημα Ελλάδας, Αθήνα, 2016. σελ. 35-42.</p>
<p>Βερναρδάκης Χριστόφορος&amp; Μαύρης Γιάννης, «Ιουλιανά 1965: ο «Ελληνικός Μάης (Η πείρα μιας επαναστατικής κατάστασης)», <em>Θέσεις, </em>Τεύχος 26(Ιανουάριος – Μάρτιος1989) <a href="http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&amp;task=view&amp;id=243&amp;Itemid=29">http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&amp;task=view&amp;id=243&amp;Itemid=29</a>, Ημερ. Προσ: 15/1/2020.</p>
<p>Βόγλης Πολυμέρης, «Η δεκαετία του 1940 ως παρελθόν: μνήμη, μαρτυρία, ταυτότητα», <em>Τα Ιστορικά</em>, τόμος 25ος, τεύχος 47, 2007, σ.437-456.</p>
<p>Βόγλης Πολυμέρης., «Από τις κάννες στις κάμερες: ο Εμφύλιος στον ελληνικό κινηματογράφο», στο Τομαή Φ. (επιμ.), <em>Αναπαραστάσεις του Πολέμου</em>, Παπαζήση, Αθήνα, 2006, σελ. 103-122.</p>
<p>Γαζή Έφη, «Η πάλη των (σχολικών) τάξεων», <em>Το Βήμα</em>, 18/3/2007, <a href="http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=179732">http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=179732</a>, Ημερ. Ανάρτ.: 18/3/2007, Ημερ.Πρόσβ:23/1/2020.</p>
<p>Εrll A., «Literature, Film, and the Mediality of Cultural Memory», στο, Erll A., Nünning A. (επιμ<em>.),  </em><a href="http://login.proxy.eap.gr/login?url=https://ebookcentral.proquest.com/lib/eapgr/detail.action?docID=364668%20%20"><em>A Companion to Cultural Memory Studies</em></a><em>, </em>De Gruyter, Berlin, 2010, σ. 389-398.</p>
<p>Κούκος Ηλίας, «H μεγάλη απεργία κατά των Ναζί πριν από 72 χρόνια»,<a href="https://www.thetoc.gr/webtv/ontheroad/h-megali-apergia-kata-twn-nazi-prin-apo-72-xron"><strong>https://www.thetoc.gr/webtv/ontheroad/h-megali-apergia-kata-twn-nazi-prin-apo-72-xron</strong></a><strong>, </strong>Ημερ. Προσβ. 23/1.2019.</p>
<p>Λεμονίδου Έλλη, «Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: ιστοριογραφία, δημόσια ιστορία και ιστορική εκπαίδευση», στο, Παληκίδης Α. (επιμ.), <em>Κριτικές προσεγγίσεις του ναζιστικού φαινομένου. Από την ιστοριογραφία και την πολιτική θεωρία στη σχολική ιστορική μάθηση, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2013, σελ. 43-50.</em></p>
<p>Μανθούλης Ροβήρος,<em> «</em>Ανάμεσα στην τηλεόραση και το σινεμά», <a href="http://www.cinephilia.gr/index.php/prosopa/hellas/1474-roviros-manthoulis"><em>http://www.cinephilia.gr/index.php/prosopa/hellas/1474-roviros-manthoulis</em></a><em>, Ημερ. προσβ. 26/1/2020.</em></p>
<p>Μανθούλης Ροβήρος, «<a href="https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/5657-roviros-manthoulis-sunenteuksi"><strong>Ροβήρος Μανθούλης: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη</strong></a>», συνέντευξη με Τον Ιντζέμπελη Ελπιδοφόρο, Διάστιχο 7/9/2016, <a href="https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/5657-roviros-manthoulis-sunenteuksi">https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/5657-roviros-manthoulis-sunenteuksi</a>.</p>
<p>Μητροπούλου Αγλαΐα, «Ψηλά τα χέρια Χίτλερ», <a href="http://kinimatografikesvradies.blogspot.com/2006/11/blog-post_27.html">http://kinimatografikesvradies.blogspot.com/2006/11/blog-post_27.html</a>,Ημερ, αναρτ. 7/11/2016, Ημερ. προσβ. 24/1/2020</p>
<p>Νικολακόπουλος Ηλίας, «Ελεγχόμενη Δημοκρατία» <a href="https://eclass.upatras.gr/modules/document/file.php/LIT2006/Istoria%20tou%20Neou%20Ellinismou%201770-2000%20T.%2009.pdf">https://eclass.upatras.gr/modules/document/file.php/LIT2006/Istoria%20tou%20Neou%20Ellinismou%201770-2000%20T.%2009.pdf</a>, Ημερ. Προσβ.:21/1/2020.</p>
<p>Theodosiou Νίκος, «Ροβήρος Μανθούλης : Δύο σταθμοί», <a href="https://www.academia.edu/3416549/">https://www.academia.edu/3416549/</a>, Ημερ. προσβ.:ν23/1/2020.</p>
<p>Τριανταφύλλου Σώτη, «Πρόλογος», στο Φερρό Μ., <em>Κινηματογράφος και Ιστορία</em>, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002., σελ. 11-22.</p>
<p>Τσιτσελίκης Κώστας, «Από το Διεθνές στο Εθνικό Δίκαιο: Η μειονότητα της Θράκης και τα μειονοτικά σχολεία»<em>, σ</em>το Θ. Δραγώνα &amp; Α. Φραγκουδάκη (επιμ.), <em>Πρόσθεση όχι αφαίρεση πολλαπλασιασμός όχι διαίρεση: Η μεταρρυθμιστική παρέμβαση στην εκπαίδευση της μειονότητας της Θράκης,</em> <em>Μεταίχμιο, </em>Αθήνα, 2008, (σ.61-69).</p>
<p>Χριστοδούλου Νίκος, <strong>Τα γεγονότα της Μέσης Ανατολης 1941-1944», </strong>«https://www.academia.edu/8795642/%CE%A4%CE%B1_%CE%B3%CE%B5%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9C%CE%AD%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%82_1941-1944, Ημερ. Προσβ. : 16/1/2020.</p>
<h5><strong>Διαδίκτυο </strong></h5>
<p>Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, σκηνοθεσία Ροβήρος Μανθουλης (Αθήνα: Μήλας Ν. και Τρούμπης Γ<strong>, </strong>1962), <a href="https://www.youtube.com/watch?v=VwPotWYxFbw">https://www.youtube.com/watch?v=VwPotWYxFbw</a>, Ημερ. προσβ.: 24/1/2020.</p>
<p>Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, <a href="http://www.tainiothiki.gr/v2/lang_el/filmography/view/1/1970/"><strong>http://www.tainiothiki.gr/v2/lang_el/filmography/view/1/1970/</strong></a><strong>, </strong>Ημερ.προσβ. 20/1/2020</p>
<p>Ξυπόλητο τάγμα, σκηνοθεσία Γκρεγκ Τάλλας ( Θεσσαλονίκη: Βουδούρης Επαμεινώνδας, 1954), <a href="https://www.youtube.com/watch?v=2VfmaBo38l4">https://www.youtube.com/watch?v=2VfmaBo38l4</a>, Ημερ. προσβ.: 31/1/2020.</p>
<p>«<a href="http://www.avgi.gr/article/10842/7371756/katanankastike-ergasia-e-anikanopoiete-diekdikese">Καταναγκαστική εργασία: η ανικανοποίητη διεκδίκηση</a>». <a href="http://www.avgi.gr/article/10842/7371756/katanankastike-ergasia-e-anikanopoiete-diekdikese">http://www.avgi.gr/article/10842/7371756/katanankastike-ergasia-e-anikanopoiete-diekdikese</a>, Ημερ.Αναρτ. : 21/8/2016, Ημερ. Προσβ.: 27/1/2020</p>
<p>Υπολοχαγός Νατάσσα, σκηνοθεσία Νίκος φώσκολος (Αθήνα: Φίνος Φιλμ , 1970)</p>
<p>Αυτοί που μίλησαν με το θάνατο, σκηνοθεσία Γιάννης Δαλιανίδης (Αθήνα , Φίνος Φιλμ, 1970)</p>
<hr />
<h5>Σημειώσεις</h5>
<ol>
<li id="post-4681-endnote-1">
<p>Μητροπούλου Αγλαΐα, «Ψηλά τα χέρια Χίτλερ», <a href="http://kinimatografikesvradies.blogspot.com/2006/11/blog-post_27.html">http://kinimatografikesvradies.blogspot.com/2006/11/blog-post_27.html</a>,Ημερ, αναρτ. 7/11/2016, Ημερ. προσβ. 24/1/2020/ <a href="#post-4681-endnote-ref-1">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-2">
<p>Μανθούλης Ροβήρος, «Ανάμεσα στην τηλεόραση και το σινεμά», <a href="http://www.cinephilia.gr/index.php/prosopa/hellas/1474-roviros-manthoulis">http://www.cinephilia.gr/index.php/prosopa/hellas/1474-roviros-manthoulis</a>, Ημερ. προσβ. 26/1/2020. <a href="#post-4681-endnote-ref-2">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-3">
<p>Στο ίδιο.<a href="#post-4681-endnote-ref-3">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-4">
<p>Theodosiou Νίκος, «Ροβήρος Μανθούλης : Δύο σταθμοί», <a href="https://www.academia.edu/3416549/">https://www.academia.edu/3416549/</a>, Ημερ. προσβ.:ν23/1/2020. <a href="#post-4681-endnote-ref-4">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-5">
<p>Εrll A., «Literature, Film, and the Mediality of Cultural Memory», στο, Erll A., Nünning A. (επιμ<em>.),  </em><a href="http://login.proxy.eap.gr/login?url=https://ebookcentral.proquest.com/lib/eapgr/detail.action?docID=364668%20%20"><em>A Companion to Cultural Memory Studies</em></a><em>, </em>De Gruyter, Berlin, 2010, σ. 389-398. <a href="#post-4681-endnote-ref-5">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-6">
<p>Στο ίδιο <a href="#post-4681-endnote-ref-6">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-7">
<p>Στο ιδιο <a href="#post-4681-endnote-ref-7">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-8">
<p>Βόγλης Πολυμέρης., «Από τις κάννες στις κάμερες: ο Εμφύλιος στον ελληνικό κινηματογράφο», στο Τομαή Φ. (επιμ.), <em>Αναπαραστάσεις του Πολέμου</em>, Παπαζήση, Αθήνα, 2006, σελ. 103-122., σχ,σελ. 105. <a href="#post-4681-endnote-ref-8">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-9">
<p>Υπολοχαγος Νατάσσα, σκηνοθεσία Νίκος φώσκολος (Αθηνα: Φινος Φιλμ , 1970) <a href="#post-4681-endnote-ref-9">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-10">
<p>Αυτοί που μίλησαν με το θάνατο, σκηνοθεσία Γιάννης Δαλιανίδης (Αθήνα , Φίνος Φιλμ, 1970)<a href="#post-4681-endnote-ref-10">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-11">
<p>Ανδρίτσος Γ., «Η λογοκρισία στον ελληνικό κινηματογράφο (1945-1974)»., στο Πετσίνη Π., Χριστόπουλος Δ. (επιμ.), <em>Η λογοκρισία στην Ελλάδα</em>, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, Παράρτημα Ελλάδας, Αθήνα, 2016. σελ. 35-42, σχ.σελ. 35-36. <a href="#post-4681-endnote-ref-11">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-12">
<p>Βόγλης Π., «Από τις κάννες στις κάμερες: ο Εμφύλιος…., <em>ό.π</em>., σελ. 107 <a href="#post-4681-endnote-ref-12">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-13">
<p>Τριανταφύλλου Σώτη, «Πρόλογος», στο Φερρό Μ., <em>Κινηματογράφος και Ιστορία</em>, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002., σελ. 11-22, σχ. σελ. 13. <a href="#post-4681-endnote-ref-13">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-14">
<p>Βόγλης Πολυμέρης, «Η δεκαετία του 1940 ως παρελθόν: μνήμη, μαρτυρία, ταυτότητα», <em>Τα Ιστορικά</em>, τόμος 25ος, τεύχος 47, 2007, σ.437-456,σ. 443. <a href="#post-4681-endnote-ref-14">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-15">
<p>Στο ίδιο, σελ.439. <a href="#post-4681-endnote-ref-15">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-16">
<p>Νικολακόπουλος Ηλίας, «Ελεγχόμενη Δημοκρατία» <a href="https://eclass.upatras.gr/modules/document/file.php/LIT2006/Istoria%20tou%20Neou%20Ellinismou%201770-2000%20T.%2009.pdf">https://eclass.upatras.gr/modules/document/file.php/LIT2006/Istoria%20tou%20Neou%20Ellinismou%201770-2000%20T.%2009.pdf</a>, Ημερ. Προσβ.:21/1/2020. <a href="#post-4681-endnote-ref-16">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-17">
<p>Βερναρδάκης Χριστόφορος&amp; Μαύρης Γιάννης, «Ιουλιανά 1965: ο «Ελληνικός Μάης (Η πείρα μιας επαναστατικής κατάστασης)», <em>Θέσεις, </em>Τεύχος 26(Ιανουάριος &#8211; Μάρτιος 1989) <a href="http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&amp;task=view&amp;id=243&amp;Itemid=29">http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&amp;task=view&amp;id=243&amp;Itemid=29</a>, Ημερ. Προσ: 15/1/2020. <a href="#post-4681-endnote-ref-17">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-18">
<p>Στο ίδιο. <a href="#post-4681-endnote-ref-18">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-19">
<p>Εrll A., «Literature, Film, and the Mediality of Cultural Memory»……ό.π. <a href="#post-4681-endnote-ref-19">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-20">
<p>Κούκος Ηλίας, «H μεγάλη απεργία κατά των Ναζί πριν από 72 χρόνια»,</p>
<p><a href="https://www.thetoc.gr/webtv/ontheroad/h-megali-apergia-kata-twn-nazi-prin-apo-72-xron"><strong>https://www.thetoc.gr/webtv/ontheroad/h-megali-apergia-kata-twn-nazi-prin-apo-72-xron</strong></a><strong>, </strong>Ημερ. Προσβ. 23/1.2019. <a href="#post-4681-endnote-ref-20">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-21">
<p>«<a href="http://www.avgi.gr/article/10842/7371756/katanankastike-ergasia-e-anikanopoiete-diekdikese"><strong>Καταναγκαστική εργασία: η ανικανοποίητη διεκδίκηση</strong></a>»<strong> . </strong><a href="http://www.avgi.gr/article/10842/7371756/katanankastike-ergasia-e-anikanopoiete-diekdikese"><strong>http://www.avgi.gr/article/10842/7371756/katanankastike-ergasia-e-anikanopoiete-diekdikese</strong></a>, Ημερ.Αναρτ. : 21/8/2016, Ημερ. Προσβ.: 27/1/2020 <a href="#post-4681-endnote-ref-21">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-22">
<p>Χριστοδούλου Νίκος, <strong>Τα γεγονότα της Μέσης Ανατολης 1941-1944», </strong>«https://www.academia.edu/8795642/%CE%A4%CE%B1_%CE%B3%CE%B5%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9C%CE%AD%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%82_1941-1944, Ημερ. Προσβ. : 16/1/2020. <a href="#post-4681-endnote-ref-22">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-23">
<p>Τσιτσελίκης Κώστας, «Από το Διεθνές στο Εθνικό Δίκαιο: Η μειονότητα της Θράκης και τα μειονοτικά σχολεία»<em>, σ</em>το Θ. Δραγώνα &amp; Α. Φραγκουδάκη (επιμ.), <em>Πρόσθεση όχι αφαίρεση πολλαπλασιασμός όχι διαίρεση: Η μεταρρυθμιστική παρέμβαση στην εκπαίδευση της μειονότητας της Θράκης,</em> <em>Μεταίχμιο, </em>Αθήνα, 2008, (σ.61-69). <a href="#post-4681-endnote-ref-23">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-24">
<p>Γαζή Έφη, «Η πάλη των (σχολικών) τάξεων», <em>Το Βήμα</em>, 18/3/2007, <a href="http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=179732">http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=179732</a>, Ημερ. Ανάρτ.: 18/3/2007, Ημερ.Πρόσβ:23/1/2020. <a href="#post-4681-endnote-ref-24">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-25">
<p>Λεμονίδου Έλλη, . «Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: ιστοριογραφία, δημόσια ιστορία και ιστορική εκπαίδευση», στο, Παληκίδης Α. (επιμ.), <em>Κριτικές προσεγγίσεις του ναζιστικού φαινομένου. Από την ιστοριογραφία και την πολιτική θεωρία στη σχολική ιστορική μάθηση, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2013, σελ. 43-50, σχ. σελ. 51</em> <a href="#post-4681-endnote-ref-25">↑</a></p>
</li>
<li id="post-4681-endnote-26">
<p>Ξυπόλητο τάγμα, σκηνοθεσία Γκρεγκ Τάλλας ( Θεσσαλονίκη: Βουδούρης Επαμεινώνδας, 1954) <a href="https://www.youtube.com/watch?v=2VfmaBo38l4">https://www.youtube.com/watch?v=2VfmaBo38l4</a>, Ημερ. προσβ.: 31/1/2020. <a href="#post-4681-endnote-ref-26">↑</a></p>
</li>
</ol><p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%88%ce%b7%ce%bb%ce%b1-%cf%84%ce%b1-%cf%87%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%87%ce%b9%cf%84%ce%bb%ce%b5%cf%81-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%86%ce%bf/">«ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΧΙΤΛΕΡ», Κινηματογράφος και ιστορική εκπαίδευση</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p><p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%88%ce%b7%ce%bb%ce%b1-%cf%84%ce%b1-%cf%87%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%87%ce%b9%cf%84%ce%bb%ce%b5%cf%81-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%86%ce%bf/">«ΨΗΛΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΧΙΤΛΕΡ», Κινηματογράφος και ιστορική εκπαίδευση</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μνήμες Κατοχής και οι ελληνικές διεκδικήσεις αποζημιώσεων</title>
		<link>https://www.e-lesxi.gr/%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%87%ce%ae%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b4%ce%b9%ce%b5%ce%ba%ce%b4/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bc%25ce%25bd%25ce%25ae%25ce%25bc%25ce%25b5%25cf%2582-%25ce%25ba%25ce%25b1%25cf%2584%25ce%25bf%25cf%2587%25ce%25ae%25cf%2582-%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b9-%25ce%25bf%25ce%25b9-%25ce%25b5%25ce%25bb%25ce%25bb%25ce%25b7%25ce%25bd%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25ad%25cf%2582-%25ce%25b4%25ce%25b9%25ce%25b5%25ce%25ba%25ce%25b4</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[e-lesxi]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 Mar 2021 19:45:18 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Εκπαίδευση]]></category>
		<category><![CDATA[Κοινωνία]]></category>
		<category><![CDATA[Γιάννος Θανασέκος]]></category>
		<category><![CDATA[Ιστορια]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΑΤΟΧΗ]]></category>
		<category><![CDATA[Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.e-lesxi.gr/?p=4154</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν[1], Γιάννος Θανασέκος[2] Ούτε η αναγνώριση «ιστορικής ευθύνης» ούτε η «ηθική αποκατάσταση» ή η έκφραση «δημόσιας συγγνώμης» ούτε ακόμα και η ανάδειξη μιας δημόσιας «Μνήμης» ως εργαλείου συνειδητοποίησης &#8230;</p>
<p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%87%ce%ae%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b4%ce%b9%ce%b5%ce%ba%ce%b4/">Μνήμες Κατοχής και οι ελληνικές διεκδικήσεις αποζημιώσεων</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%87%ce%ae%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b4%ce%b9%ce%b5%ce%ba%ce%b4/">Μνήμες Κατοχής και οι ελληνικές διεκδικήσεις αποζημιώσεων</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h5><strong>Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν<sup><a id="post-4154-endnote-ref-1" href="#post-4154-endnote-1">[1]</a></sup>, Γιάννος Θανασέκος</strong><sup><a id="post-4154-endnote-ref-2" href="#post-4154-endnote-2"><strong>[2]</strong></a></sup></h5>
<p>Ούτε η αναγνώριση «ιστορικής ευθύνης» ούτε η «ηθική αποκατάσταση» ή η έκφραση «δημόσιας συγγνώμης» ούτε ακόμα και η ανάδειξη μιας δημόσιας «Μνήμης» ως εργαλείου συνειδητοποίησης των εγκλημάτων δύνανται να υποκαταστήσουν τις νόμιμες διεκδικήσεις των θυμάτων.</p>
<p>Το ψηφιακό αρχείο «Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα» (<a href="https://www.occupation-memories.org/index.html">MOG</a>) περιλαμβάνει 93 βιντεοσκοπημένες αφηγήσεις ζωής Ελλήνων και Εβραίων αντιστασιακών και θυμάτων του ναζισμού (επιζώντων του Ολοκαυτώματος, μαζικών εκτελέσεων, στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας).</p>
<p>Το αρχείο δημιουργήθηκε στο διάστημα 2016–2018, στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος του Ελεύθερου Πανεπιστημίου Βερολίνου, με επιστημονικό υπεύθυνο τον γνωστό ιστορικό Χάγκεν Φλάισερ. Οι συνεντεύξεις απομαγνητοφωνήθηκαν και μεταφράστηκαν στα γερμανικά.</p>
<p>Το πρόγραμμα, σύμφωνα με την ιστοσελίδα του, αποσκοπούσε στην «ευαισθητοποίηση και γνώση για τα γερμανικά εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα» και συγχρηματοδοτήθηκε από δυο Πανεπιστήμια (Βερολίνου και Αθήνας), από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον του υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας και το γερμανικό Ίδρυμα «Μνήμη, Ευθύνη και Μέλλον».</p>
<p>Η γερμανική αυτή χρηματοδότηση δημιούργησε εύλογα σκεπτικισμό ή και έντονες αντιδράσεις ως προς τα κίνητρα αυτού του –κατά τα άλλα ενδιαφέροντος– εγχειρήματος. Μετά τη διαδικτυακή παρουσίαση σχετικής εκπαιδευτικής πλατφόρμας, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, οι αντιδράσεις εντάθηκαν.</p>
<p>Ακολούθησε δημόσια συζήτηση σε οξύτατους τόνους, στην οποία το πρόγραμμα του MOG κατηγορήθηκε, μεταξύ άλλων, για «ιστορικό αναθεωρητισμό» (<strong><a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bf%ce%b9-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bc%ce%b5%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%b9%cf%8e%ce%bd/">Λυμπεράτος, Εκπαιδευτική Λέσχη 9.1.2021</a></strong>)<sup><a id="post-4154-endnote-ref-3" href="#post-4154-endnote-3">[3]</a></sup>, «ξέπλυμα εθνικοσοσιαλιστικού παρελθόντος» (<strong><a href="https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/274775_germaniko-isozygio-mnimis-kai-apliroto-agos-ton-nazistikon-egklimaton">Μηταφίδης κ.ά. «Εφ.Συν.» 29.12.20</a></strong>), «εξίσωση θυτών και θυμάτων» (<a href="https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/271571_hrisi-kai-katahrisi-tis-istorias-kai-tis-mnimis"><strong>Ανδρεάδης «Εφ.Συν.» 5.12.20</strong></a>) και «ωμή γερμανική προπαγάνδα» (<a href="https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/271571_hrisi-kai-katahrisi-tis-istorias-kai-tis-mnimis"><strong>Μαργαρίτης, 98.4, 7.12.2020</strong></a>).</p>
<p>Ταυτόχρονα, οι επικριτές κατήγγειλαν το πρόγραμμα είτε για την επιλεκτική χρήση των προφορικών μαρτυριών (Ανδρεάδης) είτε αρνούμενοι την επιστημονική αξία προφορικών μαρτυριών υπερήλικων αφηγητών (Μαργαρίτης).</p>
<p>Θεωρώντας, αφενός, ότι η γερμανική χρηματοδότηση είναι όντως προβληματική και, αφετέρου, ότι οι ακραίες θέσεις των επικριτών –ιδιαίτερα δε όσον αφορά το ψηφιακό αρχείο μαρτυριών– δεν τεκμηριώνονται από το υλικό του προγράμματος, θα προσπαθήσουμε να συμβάλουμε στον δημόσιο διάλογο με μια πιο νηφάλια εκτίμηση, σε τρία αλληλεμπλεκόμενα πεδία: το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων, η αξία της προφορικής μαρτυρίας και η διδασκαλία της εμπειρίας της Κατοχής και του ναζισμού στο ελληνικό σχολείο.</p>
<p>Εναρκτήρια πράξη, η Δίκη της Νυρεμβέργης (1945-1956) αναγορεύει το Δίκαιο ως την κατεξοχήν σφαίρα που διασφαλίζει δημόσια τόσο την απόδοση ευθυνών και ποινών στους θύτες όσο και τη δικαίωση και τις επανορθώσεις που οφείλονται στα θύματα. Ούτε η αναγνώριση «ιστορικής ευθύνης» ούτε η «ηθική αποκατάσταση» ή η έκφραση «δημόσιας συγγνώμης» ούτε ακόμα και η ανάδειξη μιας δημόσιας «Μνήμης» ως εργαλείου συνειδητοποίησης των εγκλημάτων δύνανται να υποκαταστήσουν τις νόμιμες διεκδικήσεις των θυμάτων.</p>
<p>Στο πλαίσιο αυτό παραμένει εκκρεμές το διαχρονικό πρόβλημα των γερμανικών οφειλών απέναντι στην Ελλάδα, ήτοι η μη αναγνώριση και εκπλήρωση των αποζημιώσεων –συμπεριλαμβανομένου του ληστρικού εξαναγκαστικού Κατοχικού Δανείου (1.1.1942)– που δικαίως διεκδικούν τα θύματα των ναζιστικών εγκλημάτων στην Ελλάδα.</p>
<p>Το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα (<a href="https://esdoge.gr/&quot; \t &quot;_blank">ΕΣΔΟΓΕ</a>) έχει τεκμηριώσει και οριοθετήσει σαφώς και επαρκώς τις απαιτήσεις της ελληνικής πλευράς.</p>
<p>Η Γερμανία, επικαλούμενη τόσο τις πενιχρές «αποζημιώσεις» 115 εκατ. μάρκων<sup><a id="post-4154-endnote-ref-4" href="#post-4154-endnote-4">[4]</a></sup> που έλαβε η Ελλάδα στην περίοδο 1959-1963 όσο και αυτές που κατέβαλε το Ίδρυμα «Ευθύνη, Μνήμη και Μέλλον» το 2001-2007 σε περίπου 2.000 Έλληνες επιζώντες των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, θεωρεί αβάσιμες τις ελληνικές διεκδικήσεις και το θέμα των αποζημιώσεων οριστικά λήξαν<sup><a id="post-4154-endnote-ref-5" href="#post-4154-endnote-5">[5]</a></sup>. Από την πλευρά τους, οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις είτε αδράνησαν είτε αποδείχτηκαν άτολμες, διαιωνίζοντας έτσι την εκκρεμότητα.</p>
<p>Εδώ έγκειται και το πρώτο ευάλωτο σημείο της πλατφόρμας του MOG. Πολλά κείμενα που στελεχώνουν το εγχείρημα τεκμηριώνουν το εύρος των υλικών καταστροφών και της λεηλασίας των πόρων μιας ρημαγμένης κοινωνίας, όπως και τις τραυματικές διαστάσεις των βάναυσων αντιποίνων. Αναγνωρίζονται επίσης οι γερμανικές ευθύνες παλινορθώσεων αλλά απουσιάζει παντελώς η τεκμηριωμένη έκθεση των διαχρονικών ελληνικών διεκδικήσεων οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα.</p>
<p>Ως γνωστόν, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν παραγράφονται. Ωστόσο, στην πλατφόρμα του MOG κυριαρχεί το αίσθημα της «ηθικής» αποκατάστασης των θυμάτων. Άξιον απορίας στον βαθμό που τόσο οι επιστημονικοί όσο και οι πολιτικοί ιθύνοντες του προγράμματος τυγχάνουν πλήρους γνώσης του θέματος. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η μόνη αναφορά στις γερμανικές αποζημιώσεις στον ιστότοπο του MOG εμφανίζεται στην ενότητα «Μνήμη», όχι ως αίτημα του παρόντος (κυρίαρχο ακόμα στις κοινότητες των θυμάτων), αλλά ως στοιχείο που ανήκει οριστικά στο παρελθόν.</p>
<p><figure id="attachment_4156" aria-describedby="caption-attachment-4156" style="width: 725px" class="wp-caption alignnone"><img fetchpriority="high" decoding="async" class="wp-image-4156" src="https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2021/03/distomo-germanoi-300x159.jpg" alt="" width="725" height="384" srcset="https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2021/03/distomo-germanoi-300x159.jpg 300w, https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2021/03/distomo-germanoi-768x408.jpg 768w, https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2021/03/distomo-germanoi.jpg 980w" sizes="(max-width: 725px) 100vw, 725px" /><figcaption id="caption-attachment-4156" class="wp-caption-text"><em><span style="color: #999999;">Οι Γερμανοί στρατιώτες πυρπολούν σπίτια στο Δίστομο Φωτ.: https://el.wikipedia.org/</span></em></figcaption></figure></p>
<p>Η αποσιώπηση αυτή δικαίως μπορεί να θεωρηθεί υποχώρηση απέναντι στη γερμανική βούληση να «ξεχαστεί» το φλέγον αυτό ζήτημα. Πιστεύουμε ότι η πλατφόρμα όφειλε και οφείλει αν όχι να πάρει θέση, τουλάχιστον να παρουσιάσει με ακρίβεια τόσο τις ελληνικές διεκδικήσεις όσο και την έως τώρα άρνηση της ΟΓΔ να διαπραγματευτεί.</p>
<p>Τη γερμανική βούληση προς λήθη του παρελθόντος εκφράζει και ο νόμος που θέσπισε το Ίδρυμα «Ευθύνη, Μνήμη και Μέλλον» (2000). Σκοπός του Ιδρύματος –μετά την ολοκλήρωση των αποζημιώσεων θυμάτων των ναζιστικών στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας (2007)– ανακηρύσσεται, μεταξύ άλλων, η προώθηση της «μνήμης ολοκληρωτικών καθεστώτων και δεσποτισμού».</p>
<p>Η Μνήμη ως άλλοθι. Σε αντιδιαστολή με αυτή τη θεσμική Μνήμη που τείνει να ηγεμονεύει πλέον στην Ευρώπη, οφείλουμε να τονίσουμε τη σημασία που έχει για τους μάρτυρες η δική τους μνήμη ως μέσο για τη δημόσια δικαίωσή τους.</p>
<h5><strong>Προφορικές μαρτυρίες</strong></h5>
<p>Το ότι τονίσαμε την ανάγκη ξεκάθαρης τοποθέτησης σχετικά με την επικαιρότητα των ελληνικών διεκδικήσεων δεν σημαίνει ωστόσο ότι υποτιμάμε την αξία του ψηφιακού αρχείου μαρτυριών που έχει δημιουργηθεί. Αντιθέτως.</p>
<p>Οι 93 βιντεοσκοπημένες αφηγήσεις μαρτύρων, επώνυμων και αφανών, αντιστασιακών και επιζώντων στρατοπέδων συγκέντρωσης, μαζικών εκτελέσεων και του Ολοκαυτώματος, αποτελούν μια ιδιαίτερα σημαντική πηγή ιστορικής γνώσης για την περίοδο.</p>
<p>Τα συμβατικά («χαρτώα») αρχεία που διαθέτουμε για τα ναζιστικά εγκλήματα προέρχονται από τα θεσμικά όργανα που τα επιτέλεσαν. Ως τέτοια, όχι μόνο είναι ελλιπή (συχνά από εθελούσιες καταστροφές) αλλά επίσης είναι διατυπωμένα και κωδικοποιημένα στη γλώσσα των θυτών που αναπαριστούν τα θύματα ως περιττά όντα, ως «υπάνθρωπους», ως «αντικείμενα» (Stücke) αναλώσιμα κατά βούληση.</p>
<p>Έτσι η συμβολή των προφορικών μαρτυριών ως «ζώντων αρχείων» είναι αποφασιστική, κατ’ αρχάς ως συμπληρωματική αρχειακή πηγή: τεκμηριώνουν λεπτομερώς τις εγκληματικές πράξεις των δυνάμεων Κατοχής που εκείνες φρόντισαν να εξαφανίσουν.</p>
<p>Από την άλλη, οι μάρτυρες δεν μιλάνε μόνο ως θύματα, αλλά και ως δρώντα υποκείμενα. Μιλάνε για τον τρόπο βίωσης της ιστορίας, για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των ναζιστικών εγκλημάτων στις κοινότητές τους, αλλά και για τη μαζική –κυρίως ΕΑΜική– αντίσταση κατά του Άξονα. Αναδεικνύουν βιώματα, αναπαραστάσεις, εικόνες, τραύματα που ενσωματώνονται στο ιστορικό παρόν και συνιστούν κατά συνέπεια πολύτιμο αρχειακό υλικό και αντικείμενο έρευνας τόσο για τον ιστορικό όσο και για τον παιδαγωγό.</p>
<p>Οι αφηγητές και αφηγήτριες του προγράμματος έχουν συνείδηση ότι καταθέτουν ενώπιον της ιστορίας, ως μάρτυρες του μέλλοντος. Έτσι οι μαρτυρίες τους δεν λειτουργούν μόνο ως μέσον εξανθρωπισμού των θυμάτων, αλλά και ως δικαίωση της γενιάς της Αντίστασης.</p>
<p>Το αρχείο, αναγνωρίζοντας τη σημασία της μαρτυρίας τους, τους αποδίδει την αξιοπρέπεια που τους αφαίρεσαν τόσο οι δυνάμεις Κατοχής όσο και οι μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις. Βάσει αυτού του σκεπτικού, θεωρούμε αδικαιολόγητες και εσφαλμένες τις απαξιωτικές εκτιμήσεις των επικριτών του προγράμματος, ιδιαίτερα δε όταν προέρχονται από ιστορικούς.</p>
<h5><strong>Εκπαιδευτική πλατφόρμα και σενάρια</strong></h5>
<p>Η εκπαιδευτική πλατφόρμα του MOG περιλαμβάνει έξι θεματικά σενάρια. Αφορούν τα βιώματα των παιδιών στην Κατοχή, την καθημερινότητα, την εμπειρία της καταναγκαστικής εργασίας στα στρατόπεδα του Τρίτου Ράιχ, την Αντίσταση και το Ολοκαύτωμα.</p>
<p>Τα εκπαιδευτικά σενάρια αποτελούν μια σύγχρονη διδακτική μέθοδο, ευρέως διαδεδομένη στην ελληνική εκπαίδευση, που έχει σκοπό να αποδεσμεύσει τους μαθητές από την κυριαρχία του εγχειριδίου και να προωθήσει την κριτική σκέψη μέσα από την ενσυναίσθηση και την πολυπρισματικότητα των πηγών.</p>
<p>Στα εκπαιδευτικά σενάρια του MOG, οι μαθητές εισάγονται στη θεματική ενότητα μέσα από τις αφηγήσεις ζωής δύο μαρτύρων. Προτάσσεται μια εισαγωγή για το ιστορικό πλαίσιο της ενότητας και για την παιδαγωγική προσέγγιση.</p>
<p>Στη συνέχεια προτείνονται διάφορες δραστηριότητες που βασίζονται στην αφήγηση του μάρτυρα, αλλά για τις οποίες οι μαθητές έχουν στη διάθεσή τους και έναν αρκετά πλούσιο φάκελο πρόσθετων υλικών (ιστορικά κείμενα, αρχειακό υλικό, ημερολόγια, ταινίες, φωτογραφίες) και μια σχετική βιβλιογραφία. Επιπλέον, μπορεί να αξιοποιηθούν για το χρονολόγιο (που παρουσιάζει τα βασικά γεγονότα στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο από το 1933 μέχρι το 1949) και το ευρετήριο όρων.</p>
<p>Το εκπαιδευτικό υλικό είναι λοιπόν αρκετά πλούσιο, ωστόσο δεν θα ήταν σωστό να υποτιμήσουμε τον κίνδυνο αποσπασματικής και συναισθηματικής κυρίως προσέγγισης, η οποία μπορεί να υπονομεύσει τον στόχο ανάπτυξης της κριτικής ιστορικής σκέψης.</p>
<p>Η ενσυναίσθηση με τα βιώματα των μαρτύρων μπορεί να είναι ένα αποτελεσματικό παιδαγωγικό μέσο ως πρώτη επαφή του μαθητή με την ιστορία, όμως χωρίς εμβάθυνση στις βασικές ιστορικές έννοιες, ο κίνδυνος της απο–ιστορικοποίησης και της αποπολιτικοποίησης είναι ορατός. Σε αυτό το επίπεδο διακρίνουμε ορισμένες ουσιαστικές αδυναμίες του προγράμματος, οι οποίες θα έπρεπε να διορθωθούν.</p>
<h5><strong>Μαρτυρίες και γνωστικά προαπαιτούμενα</strong></h5>
<p>Πράγματι, η γόνιμη παιδαγωγική χρήση των προφορικών μαρτυριών προϋποθέτει συνεκτικές ιστορικές γνώσεις σχετικά με το ιστορικό τους πλαίσιο, εν τω προκειμένω, σχετικά με τις έννοιες του ναζισμού, του Β&#8217; Παγκοσμίου Πολέμου και των στρατοπέδων συγκέντρωσης.</p>
<p>Ο ναζισμός δεν είναι μόνο ιδεολογία. Ως κίνημα και ως πολιτικό καθεστώς, συγκροτείται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες πολύμορφων κρίσεων (κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και ιδεολογικών) που πυροδοτεί σε διεθνές επίπεδο ο Α&#8217; Παγκόσμιος Πόλεμος. Στο πλαίσιο των γιγαντιαίων ταξικών και πολιτικών συγκρούσεων της εποχής και της βαθιάς οικονομικής κρίσης και κατάρρευσης της δημοκρατίας, ο ναζισμός επιβάλλεται ως πολιτική επιλογή από τμήματα των γερμανικών οικονομικών και κοινωνικών ελίτ.</p>
<p>Ο Β&#8217; Παγκόσμιος Πόλεμος δεν αποτελεί αιφνίδια έκρηξη. Εγγράφεται στις επεκτατικές και ιμπεριαλιστικές βλέψεις οικονομικών και πολιτικών γερμανικών παραγόντων από τα τέλη του 19ου αιώνα, βλέψεις που ο ναζισμός ώθησε στον παροξυσμό που γνωρίζουμε. Με τη σειρά του, ο θεσμός των στρατοπέδων συγκέντρωσης απαιτεί μια σφαιρική προσέγγιση και ιεράρχηση των πολύπλοκων και αλληλένδετων διαστάσεων της ναζιστικής εγκληματικότητας.</p>
<p><figure id="attachment_4157" aria-describedby="caption-attachment-4157" style="width: 734px" class="wp-caption alignnone"><img decoding="async" class="wp-image-4157" src="https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2021/03/xires-kalavrita-300x200.jpg" alt="" width="734" height="489" srcset="https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2021/03/xires-kalavrita-300x200.jpg 300w, https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2021/03/xires-kalavrita.jpg 640w" sizes="(max-width: 734px) 100vw, 734px" /><figcaption id="caption-attachment-4157" class="wp-caption-text"><span style="color: #999999;"><em>Μαυροντυμένες γυναίκες των Καλαβρύτων πενθούν τους συγγενείς τους. Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος.</em></span></figcaption></figure></p>
<p>Στην πλατφόρμα δεν διευκρινίζεται ούτε ο αρχικός πολιτικός στόχος των στρατοπέδων, με σκοπό την τρομοκράτηση των κοινωνιών, ούτε αναφέρεται η δομή εξουσίας τους, στην οποία συμμετείχαν και οι κρατούμενοι, πολιτικοί και ποινικοί.</p>
<p>Εξ ορισμού, αυτά τα γνωστικά προ–απαιτούμενα οφείλουν να καλύπτονται από το μάθημα της ιστορίας στις διάφορες εκπαιδευτικές βαθμίδες. Η εκπαιδευτική πλατφόρμα που αξιοποιεί τις προφορικές μαρτυρίες ως επικουρική πηγή δεν δύναται να αναπληρώσει από μόνη της τα τεράστια κενά του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος σχετικά με τη διδασκαλία αυτής της ιστορικής περιόδου, ούτε τη γενικότερη υποβάθμιση του μαθήματος της Ιστορίας.</p>
<p>Η τρέχουσα μεταρρύθμιση προμηνύει ένα μέλλον ακόμα πιο ζοφερό. Κάτω από αυτές τις δυσμενείς συνθήκες εναπόκειται στους παιδαγωγούς η σωστή αξιολόγηση και η αξιοποίηση των μαρτυριών.</p>
<p>Αναδημοσίευση από<a href="https://www.efsyn.gr/nisides/286353_mnimes-katohis-kai-oi-ellinikes-diekdikiseis-apozimioseon"> efsyn.gr</a></p>
<hr />
<ol>
<li id="post-4154-endnote-1"><em> Καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Προφορικής Ιστορίας</em> <a href="#post-4154-endnote-ref-1">↑</a></li>
<li id="post-4154-endnote-2"><em> Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας</em> <a href="#post-4154-endnote-ref-2">↑</a></li>
<li id="post-4154-endnote-3">[Σημ. της Σύνταξης] Δείτε επίσης στους παρακάτω συνδέσμους τη σχετική συζήτηση που αναπτύχτηκε στην Ιστοσελίδα της Εκπαιδευτικής Λέσχης, (<a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%88%ce%b7%cf%86%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%8c-%ce%b5%ce%ba%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%bf-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84/"><strong>εδώ</strong></a>) και (<a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%83%cf%87%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%b6%ce%ae%cf%84%ce%b7/"><strong>εδώ</strong></a>)<a href="#post-4154-endnote-ref-3">↑</a></li>
<li id="post-4154-endnote-4"><em> Βλ. Χάγκεν Φλάισερ, «Οι ελληνογερμανικές σχέσεις και ο σωφρονισμός της μνήμης», στο βιβλίο του ίδιου «Οι πόλεμοι της μνήμης. Ο Β&#8217; Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία», Νεφέλη, 2008, 508–538.</em> <a href="#post-4154-endnote-ref-4">↑</a></li>
<li id="post-4154-endnote-5"><em> Ενώ δεν θεωρεί λήξαν το ζήτημα της πληρωμής συντάξεων σε εθελοντές των SS σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες! (</em><a href="https://www.occupation-memories.org/index.html"><em>https://www.occupation-memories.org/index.html</em></a><em>)</em><a href="#post-4154-endnote-ref-5">↑</a></li>
</ol><p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%87%ce%ae%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b4%ce%b9%ce%b5%ce%ba%ce%b4/">Μνήμες Κατοχής και οι ελληνικές διεκδικήσεις αποζημιώσεων</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p><p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%87%ce%ae%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%b4%ce%b9%ce%b5%ce%ba%ce%b4/">Μνήμες Κατοχής και οι ελληνικές διεκδικήσεις αποζημιώσεων</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μερικά παιδαγωγικά σχόλια στη συζήτηση για τις πλατφόρμες «νέας» ιστορίας και το σχολείο.</title>
		<link>https://www.e-lesxi.gr/%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%83%cf%87%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%b6%ce%ae%cf%84%ce%b7/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bc%25ce%25b5%25cf%2581%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25ac-%25cf%2580%25ce%25b1%25ce%25b9%25ce%25b4%25ce%25b1%25ce%25b3%25cf%2589%25ce%25b3%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25ac-%25cf%2583%25cf%2587%25cf%258c%25ce%25bb%25ce%25b9%25ce%25b1-%25cf%2583%25cf%2584%25ce%25b7-%25cf%2583%25cf%2585%25ce%25b6%25ce%25ae%25cf%2584%25ce%25b7</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[e-lesxi]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 16 Jan 2021 13:17:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Εκπαίδευση]]></category>
		<category><![CDATA[Κοινωνία]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΡΧΟΝΤΙΑ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΟΥ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[Ιστορία]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΑΤΟΧΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΥΜΠΕΡΑΤΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΧΑΡΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.e-lesxi.gr/?p=3798</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μιχάλης Λυμπεράτος Με αφορμή το κείμενο των κ. Αθανασιάδη και Μαντζαρίδου που αναρτήθηκε στην Εκπαιδευτική Λέσχη και απαντά στις έντονες αντιρρήσεις για τις «πλατφόρμες» και τα «σενάρια» ιστορίας που φιλοδοξούν &#8230;</p>
<p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%83%cf%87%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%b6%ce%ae%cf%84%ce%b7/">Μερικά παιδαγωγικά σχόλια στη συζήτηση για τις πλατφόρμες «νέας» ιστορίας και το σχολείο.</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%83%cf%87%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%b6%ce%ae%cf%84%ce%b7/">Μερικά παιδαγωγικά σχόλια στη συζήτηση για τις πλατφόρμες «νέας» ιστορίας και το σχολείο.</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="has-medium-font-size"><strong>Μιχάλης Λυμπεράτος</strong></p>


<p>Με αφορμή <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%88%ce%b7%cf%86%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%8c-%ce%b5%ce%ba%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%bf-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84/">το κείμενο των κ. Αθανασιάδη και Μαντζαρίδου</a> που αναρτήθηκε στην Εκπαιδευτική Λέσχη και απαντά στις έντονες <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bf%ce%b9-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bc%ce%b5%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%b9%cf%8e%ce%bd/">αντιρρήσεις για τις «πλατφόρμες» και τα «σενάρια» ιστορίας</a> που φιλοδοξούν να ενταχθούν στα σχολεία, αν και δεν νομίζω ότι έγιναν πράγματι αντιληπτές οι ενστάσεις αυτές, ωστόσο δράττομαι τις ευκαιρίας για μερικές παρατηρήσεις, αποκλειστικά παιδαγωγικού αυτή τη φορά χαρακτήρα. Γιατί όταν εκπονούνται τέτοια σχέδια τίθενται εκ των πραγμάτων μερικά προαπαιτούμενα ερωτήματα, ιδίως όταν τα προγράμματα αυτά απευθύνονται σε μαθητές. Το πρώτο και κυρίαρχο αφορά στο που ακριβώς και επί της ουσίας στοχεύει ένα τέτοιο εγχείρημα. Στην ενίσχυση της υπάρχουσας ιστοριογνωσίας; Στην αλλαγή των επικρατούσας ιστορικής αντίληψης που πρέπει να διορθωθεί; Ή στον χειρισμό της ελληνικής ιστορίας ώστε να προσαρμοστεί στις ευρύτερες απαιτήσεις του φορέα που χρηματοδοτεί τα προγράμματα αυτά;</p>
<p>Και είναι δεσπόζον το ερώτημα γιατί, αν και στην κοινωνία μας περισσεύει η αθωότητα, το γεγονός ότι το θέμα συνδέεται με τους στόχους των Επιτροπών της Γερμανο-ελληνικής φιλίας («Ελληνογερμανική Συνέλευση», «Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον», «Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας» κ.α.) και εκπορεύεται και χρηματοδοτείται από αυτές γεννά έναν προβληματισμό, ιδίως σε σχέση με την ιδιοτυπία ώστε μια πρωτοβουλία οργανισμών μιας ξένης χώρας να εμπλέκεται με τα εκπαιδευτικά προγράμματα μιας άλλης, ακόμα και αν τα προγράμματα αυτά εκπονούνται από Έλληνες. Γιατί μια μικρή μετατόπιση της ιστορικής επιχειρηματολόγιας, για παράδειγμα εν σχέσει με τις ευθύνες του γερμανικού στρατού για τις καταστροφές που προκάλεσε στην Ελλάδα, που επιμερίζονται από αυτές των Ναζί ως μέλη ενός πολιτικού κόμματος και όχι ως κρατικός μηχανισμός, βγάζουν από το κάδρο της υπόθεσης το γερμανικό κράτος (όπως κάποιοι πιστεύουν), με συνέπεια να επιτρέπονται νομικιστικοί ελιγμοί για να αποτιναχθούν οι απαιτήσεις για την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων στην Ελλάδα. Έτσι, οι μαθητές μετατρέπονται σε έμμεσοι πολλαπλασιαστές αυτής της μετατόπισης.</p>
<p>Επιπλέον, μια μικρή έμφαση στην απονομή ευθυνών σε σχέση με τα αίτια των καταστροφών (πχ στους αντάρτες για τα «αντίποινα») όχι μόνο αλλάζει κατά κεφαλαιώδη τρόπο την ιστορική εικόνα, αλλά νομιμοποιεί έμμεσα τα «αντίποινα», ενώ αυτά ήταν στην πραγματικότητα ο βασικός μηχανισμός επιβολής της κατοχικής εξουσίας (δεν τρομοκρατούσαν τον ελληνικό λαό οι κατακτητές με τα αντίποινα για να αμυνθούν έναντι των αντιστασιακών ενεργειών, αλλά για να συναινέσει στα σχέδια καταλήστευσης και εξανδραποδισμού της χώρας, όντας πανικόβλητος). Για αυτό ακριβώς το λόγο είναι κανείς υποχρεωμένος να ρωτήσει ποια η σχέση των «σεναρίων» ιστορίας στα σχολεία με τον στόχο που τέθηκε από την Επιτροπή Ελληνο-γερμανικής φιλίας για την «αμοιβαία κατανόηση» των δύο λαών, ώστε να διορθωθούν οι «δύσκολες» πλευρές της ιστορικής μας εμπειρίας. Και αυτό, επιπλέον, επειδή διαθέτουμε την εμπειρία της αποτυχημένης στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας απόπειρας αλλαγής των σχολικών βιβλίων («σιδέρωση» της ιστορίας ονομάστηκε τότε) ώστε να «διορθωθούν» οι δυσπιστίες μεταξύ των Βαλκανικών κρατών υπό τις οδηγίες του ιδρύματος Open Society του Σόρος.</p>
<p>Και τι ακριβώς επί της ουσίας ζητάμε με τα προτεινόμενα «σενάρια» που, άλλωστε, εξ υπαρχής με τον χαρακτηρισμό αυτό, σχετικοποιούν την ιστορική γνώση; Τον μαθητή να έχει διαμορφώσει μια συνολική εικόνα για την περίοδο εκείνη (και τις ευθύνες που αναλογούσαν σε αυτούς που παρήγαγαν τα εγκλήματα που συντελέστηκαν) ή την ανάδειξη των επιμέρους πλευρών ενός ιστορικού φαινομένου, που υπόκεινται σε αναθεώρηση ως «σενάρια»; Την κάλυψη των κενών του εκπαιδευτικού συστήματος στον τομέα της ιστορίας και των αναλυτικών προγραμμάτων ή την εμβόλιμη παρουσίαση αποσπασματικών πλευρών του ιστορικού επιστητού για να υποκύψει το όλο στο επιμέρους και να διαλυθεί η συνολική του γνώση; Μήπως επιδιώκουμε την απόδοση της ιστορικής διαδικασίας σε ατομικά κίνητρα, απαλείφοντας την απόδοση της σε ταξικούς προσδιορισμούς; Και πάντως αναζητάμε την ουσιώδη διάχυση της ιστορικής γνώσης (και πως αναφερόμαστε σε κάτι τέτοιο όταν δεν την έχουμε αποδώσει σε συγκεκριμένες συγγραφές, αλλά μιλάμε αόριστα για «μελέτη της βιβλιογραφίας, προσφυγή στις πηγές, άντληση και ταξινόμηση πληροφοριών») ή προσπαθούμε να ενισχύσουμε την «νέα» ιστορία των έξεων και των «συμπεριφορών» στα πλαίσια των σύγχρονων ιδεολογημάτων δικαιωματισμού;</p>
<p>Και πάντως δεν οφείλουμε να απαντήσουμε στο γιατί χρησιμοποιείται ως μέσο η «μαρτυρία» στα προγράμματα αυτά, και μάλιστα εκ προοιμίου δηλώνουμε ότι θα αναζητήσουμε εκ των υστέρων το γενικό ιστορικό πλαίσιο (τις υποδείξεις του προγράμματος), όταν είναι γνωστικά δύσκολο να απεμπλακεί ο οποιοσδήποτε (πολύ περισσότερο ο μαθητής) από το μερικό και το περιπτωσιακό, το αποσπασματικό και το υποκειμενικό. Και μάλιστα με το επιπλέον πρόσκομμα της συναισθηματικής φόρτισης που θα του προκαλέσει η «μαρτυρία», που δεν αποσοβείται ακόμα και αν έχει στο πλάι του τον πλέον εμπνευσμένο εκπαιδευτικό; Επιπλέον, πως μπορεί να τοποθετηθεί ως γνωστικό μέσο η «μαρτυρία» σε σχέση με ελλείψεις στην γενική μας ιστοριογνωσία ειδικά της περιόδου αυτής (που είναι πρόβλημα και για πολλούς εκπαιδευτικούς) και την απουσία μιας οργανωμένης, εκτεταμένης και επιστημονικής ιστορικής αφήγησης στα σχολεία; Και πως ημπορεί να καλυφθεί η απουσία εκφοράς λόγου για τις μεθόδους της ιστορίας και τους τρόπους συγκρότησης της ιστορικής αφήγησης στις σχολικές τάξεις, αφού η μετάδοση της γνώσης σε αυτές στηρίζεται σε ένα αυστηρά αναπαραγωγικό μοντέλο; Και τέλος, δεν πρέπει να διευκρινιστεί ότι το εγχείρημα των «σεναρίων» δε σχετίζεται με τις «νέες» ιστοριογραφικές τάσεις μιας ατομικιστικής γνωστικής μεθοδολογίας που έχουν προκαλέσει τον τελευταίο καιρό την επάνοδο σε μια ιστοριογραφία του παρελθόντος, η οποία προβάλει τα εγκλήματα των κομμουνιστών;</p>
<p>Στην ουσία, δεν είναι το πρόβλημα οι ίδιες οι «μαρτυρίες», που πολλές θα τιμούν σίγουρα την απόπειρα επαρκούς αναπαραγωγής του ιστορικού πλαισίου, αν αυτό τεθεί σωστά. Το πρόβλημα είναι πως αυτές εγγράφονται στο πλαίσιο της υπάρχουσας ιστορικής αφήγησης ή την αναιρούν και σε ποιο βαθμό. Και ποια είναι η υπάρχουσα αυτή ιστορική αφήγηση, στην οποία πρέπει να στηριχθεί ο εκπαιδευτικός για να καρποφορήσουν οι απαιτήσεις του «προγράμματος» και να αξιοποιηθούν οι «μαρτυρίες» αυτές; Δεν θα ήταν προαπαιτούμενο να αναφερθούμε έστω και ακροθιγώς στο γενικό, το ιστορικό πλαίσιο για να δούμε την ειδική διάσταση που έχει αυτό στην ανθρώπινη συνείδηση και συμπεριφορά, αυτό που αποτυπώνεται στις μαρτυρίες; Και πως θα αποφύγουμε η «μαρτυρία» να κυριαρχήσει πάνω στις υποδείξεις που θα γίνουν εκ των υστέρων από τους σχεδιαστές του προγράμματος ή τους εκπαιδευτικούς που θα το διαχειριστούν ώστε να μην προκληθούν διαλυτικές ως προς μια συνεκτική γνώση αντιφάσεις; Και μήπως αυτές οι υποδείξεις έχουν παραχθεί με τρόπο τέτοιο ώστε να δικαιώσουν εκ προοιμίου τη «μαρτυρία»; Και σε πιο σύνολο ιστορικής αφήγησης εγγράφονται; Σε ποια προβληματική ιστορικής ανάλυσης αναφέρονται; Σε ένα συμπίλημα των υπαρχουσών στην βιβλιογραφία ιστορικών προσεγγίσεων ή σε μια εμπεριστατωμένη ιστορική έρευνα αποδεκτή από την επιστημονική κοινότητα;</p>
<p>Να σημειωθεί ότι ειδικά αυτή η σχέση «μαρτυρίας» και γενικού ιστορικού πεδίου, η απουσία, δηλαδή, της «μεγάλης αφήγησης» επιτρέπει τις πολύ βολικές μετατοπίσεις ευθυνών. Όταν, για παράδειγμα, απουσιάζει η γερμανική κατοχική πολιτική, οι διαταγές επιβολής της κατοχικής εξουσίας από την ιστορική ανάλυση, δεν συνδέεται η ελληνική περίπτωση με τις πρακτικές εξουσίας των Ναζί πανευρωπαϊκά και υπάρχει μόνο ο εγχώριος «μάρτυρας», ο απλός πολίτης που καταγράφει την εμπειρία του, δεν δημιουργείται η εντύπωση στο μαθητή ότι αυτός είναι ο μοναδικός παραγωγός της ιστορίας; Αυτό παραπέμπει ευθέως στο γνωστό επιχείρημα ότι αν οι πολίτες «κάθονταν στα αυγά τους» δεν θα προκαλούνταν τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τον κατοχικό στρατό, γιατί κάποιοι Έλληνες δεν ήταν εχέφρονες ή παρασύρθηκαν από κομματικές επιδιώξεις για να αναπτύξουν την αντίσταση τους. Είναι το επιχείρημα της άκρας δεξιάς από καταβολής κόσμου που ταιριάζει ιδανικά με την αποτίναξη των ευθυνών των κατακτητών.</p>
<p>Αλλά πέραν των άλλων, πως κανείς πρέπει να τοποθετήσει το εγχείρημα αυτό σε σχέση με τα φαινόμενα ατομικοποίησης, αποσυλλογικοποίησης και αποπολιτικοποίησης που χαρακτηρίζουν αρκετές από τις «νέες» ορίζουσες του ιστορικού λόγου που αναδεικνύουν την «μαρτυρία» ως τη δική τους βασιλική οδό σε έναν «μεταμοντερνικό» επιστημολογικό υπόδειγμα; Πως μπορεί κανείς να μιλήσει για την Κατοχή, αν δεν γνωρίσει τη ήταν το ΕΑΜ μέσα από τα ίδια τα κείμενα του και τις αρχειακές πηγές, ως ένα συλλογικό φαινόμενο, όπως το αναδεικνύει το απρόσωπο αρχείο και ο επιστημονικός λόγος που έχει κατατεθεί; Και πως μπορεί κανείς να εξηγήσει, για παράδειγμα, τι ήταν τα Τάγματα Ασφαλείας, αν δεν μιλήσει για την ελληνική ακροδεξιά μέσα από την υπάρχουσα βιβλιογραφία ή τι ρόλο έπαιξε ο ξένος παράγοντας (που συντήρησε φαινόμενα όπως ο ΕΔΕΣ), ή ποιος ήταν ο καθοριστικός παράγοντας στις γερμανικές κατοχικές επιδιώξεις, αν δεν αναδιφήσει σε αρχειακό υλικό και την ιστορία του γερμανικού ιμπεριαλισμού (γιατί αυτοί δεν ήρθαν στην Ελλάδα για λόγους γοήτρου);</p>
<p>Κατά τον ίδιο τρόπο, πως θα αποφύγει κανείς ώστε η εντύπωση που έχει ο μάρτυρας να εντυπωθεί και στον μαθητή; Και πως ο εκπαιδευτικός θα παρέμβει; Ως ο παντογνώστης «ελεγκτής» της εμπειρίας του μάρτυρα ή η εκ προοιμίου επιβεβαίωση των λεγομένων του; Και δεν υπάρχει έτσι ο κίνδυνος να καταστεί ο εκάστοτε διαχειριστής του προγράμματος ο ανεξέλεγκτος παραγωγός αυθαίρετων ιστορικών εκτιμήσεων; Και πως θα εξηγήσει ο εκπαιδευτικός στο μαθητή ότι οι ατομικές συμπεριφορές εγγράφονται και προκύπτουν μέσα σε συλλογικές διαδικασίες, αναδεικνύοντας πειστικά πως η προσχώρηση του νέου στην Αντίσταση δεν ήταν, κυρίως, επειδή ερωτεύτηκε μια συντρόφισσα του στην αντιστασιακή οργάνωση, αλλά ότι αυτό αποτελούσε μέρος μιας συλλογικής απαίτησης, παραγωγός της οποίας ήταν η «πιτσιρικαρία» της γειτονιάς του μάρτυρα που πεινούσε, η μάνας του που ανακάλυπτε ευφάνταστους τρόπους για να θρέψει τα παιδιά της σε μια εποχή που πολλά ζούσαν με λιγότερες από 800 ημερήσιες θερμίδες, ο πατέρας του που ονειρευόταν μια πιο δίκαιη κοινωνία. Και πως θα εξηγήσουμε ότι όλα αυτά τα νέα στοιχεία ταυτότητας οι άνθρωποι δεν τα κατέβαζαν από την γκλάβα τους ως επιφοίτηση, αλλά τα μάθαιναν μέσω της συνέλευσης στις οργανώσεις που είχαν ενταχθεί, από τα κείμενα των αποφάσεων της ηγεσίας της, από τα χωνιά της αντίστασης, από τις προκηρύξεις που έβλεπαν στα πεζοδρόμια, από τα πολιτικά συνθήματα στους τοίχους, από τα κρυφά ραδιόφωνα και το BBC, αλλά και μέσα από την ίδια την αντιστασιακού τους πράξη. Όλα αυτά μπορεί να αναδειχθούν σε μερικά σχολικά μαθήματα, στα περισσότερα των οποίων θα δεσπόζει αναγκαστικά η παρουσίαση της «μαρτυρίας» ως απόρροια ενός εμπνευσμένου εγκεφάλου;</p>
<p>Και πέραν αυτού τι ρόλο εξ αντικειμένου μπορεί να δώσει κανείς στο γενικό πλαίσιο, όταν θα το αποκαλύψουμε εκ των υστέρων; Πως θα αναδείξουμε τους λόγους που δίνουν ουσία στην μαρτυρία αν δεν απευθυνθούμε στην επιστημονική σύνθεση του ιστορικού που αναδεικνύεται κυρίως από το αρχειακό υλικό πάνω στο οποίο στηρίζεται; Μήπως τελικά υποκαθιστούμε τον ιστορικό με το «μάρτυρα»; Και δεν είναι μάλλον αφελές να πιστεύει κανείς ότι έτσι θα διευκολύνει τους σημερινούς μαθητές που βιώνουν την εν γένει υποχώρηση του συλλογικού, «ώστε να αποκτήσουν μία συνεκτική και πρισματική εικόνα του σύνθετου φαινομένου της αντίστασης»;</p>
<p>Και είναι καλό να συμφωνούμε ότι οι «οι μνήμες διαμεσολαβούνται», αλλά ο μαθητής που θα αντλήσει μια πληροφορία από μια μαρτυρία σε ποιο βαθμό είναι σε θέση να την ελέγξει (ακόμα και με την βοήθεια του εκπαιδευτικού), όταν δεν υπάρχουν εδραίες ιστορικές εργασίες στις οποίες θα την παραπέμψουμε, αλλά αποσπάσματα πληροφοριών που θα του δώσει η «πλατφόρμα» μας; Γιατί δεν θέλουμε να προτάξουμε τους οδηγητικούς άξονες ενός εγχειρήματος ιστορικής κατανόησης, καταθέτοντας πρωτίστως τους γενικούς όρους ανάλυσης στους οποίους βασίζεται το εγχείρημα μας; Γιατί να μην κουράσουμε τον μαθητή;</p>
<p>Και δεν πρέπει να υπολογίσουμε ότι αυτός ο μαθητής διαθέτει μια σχολική ιστορία στο αναλυτικό του πρόγραμμα που είναι ελλιπέστατη και επιστημονικά προβληματική, γιατί όπως για παράδειγμα υπογραμμίζει η συντακτική ομάδα του βιβλίου της ΣΤ΄ Δημοτικού στο βιβλίο του δασκάλου (σελίδα 13, παράγραφος Ε), «στόχος του βιβλίου ….είναι να λειτουργήσουμε εισαγωγικά στα ιστορικά θέματα που έχουν διχαστική δυναμική, δίνοντας μια  εικόνα που δεν είναι πολωτική(;) Και πως θα πάμε από το τοπικό στο εθνικό και εκεί στο παγκόσμιο μέσω της «μαρτυρίας», όταν οι μαθητές της Στ’ τάξης δεν θα διαβάσουν ποτέ στα βιβλία τους τα ονόματα των Τσόρτσιλ-Στάλιν-Ρούσβελτ, ούτε θα γνωρίσουν τίποτε για την Διάσκεψη της Καζαμπλάνκα ή της Τεχεράνης που έθεσαν τις βάσεις του μεταπολεμικού κόσμου.</p>
<p>Γενικότερα, που θα καταφύγουν οι μαθητές όταν στην «Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου» της ΣΤ΄ Δημοτικού, η ιστορία της Κατοχής και της Αντίστασης καταλαμβάνει μόνο μια σελίδα (213) που συγχωνεύει την Κατοχή με τον Εμφύλιο στην πολύ μικρή αυτή έκταση κειμένου, και προτάσσει κάποια παραθέματα σε μια ακόμη σελίδα (214), όπως και μερικές φωτογραφίες σε δύο (215-216); Όταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ως σύνολο παρουσιάζεται μόνο σε μία παράγραφο (σ. 211), ενώ δύο σελίδες μετά το ΕΑΜ προβάλλεται ως αποτέλεσμα «της ηθικής και υλικής υποστήριξη της Βρετανίας, όπου και δημιουργήθηκαν τρεις αντιστασιακές οργανώσεις»; Και προφανώς απουσιάζει από τα σχολικά βιβλία οποιαδήποτε αναφορά στην Απελευθέρωση όλης της ορεινής Ελλάδας από την Αντίσταση, την Κυβέρνηση του Βουνού, τις στρατιωτικές επιτυχίες του ΕΛΑΣ εις βάρος των κατακτητών;</p>
<p>Στο δε βιβλίο ιστορίας της Γ΄ Λυκείου που δεσπόζουν ο Μεταξάς και ο Παπάγος (σ. 119), στην Κατοχή και την Αντίσταση αφιερώνεται μια παράγραφος (123-124) με δύο φωτογραφίες, από τα καταστροφικά αντίποινα των Ναζί στα Καλάβρυτα και στο Δίστομο, ενώ στην σελίδα 125 παρατίθεται ένας ψυχρός πίνακας χωρίς περαιτέρω σχόλια με «μερικές από τις εκατόμβες θυμάτων της ναζιστικής κατοχής» και υπάρχουν και δύο μικρές πηγές για την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου και μια πρόταση για την εκτέλεση του Μανώλη Λίτινα στο Χαϊδάρι, στις 8 Σεπτεμβρίου 1944. Πέραν αυτών ουδέν, εκτός ευτυχώς από τρεις σελίδες που αποδίδουν το Ολοκαύτωμα των Εβραίων (129-131). Περιττό να αναφερθεί ότι δεν υφίστανται καν οι όροι, όπως Τάγματα Ασφαλείας, Δωσίλογοι, Μαυραγορίτες, Κυβέρνηση του Βουνού, ΕΠΟΝ κλπ.</p>
<p>Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η «μέθεξη» και η επαφή με τον ιστορικό λόγο με πολλαπλούς τρόπους είναι αναγκαία όσο και να μιλάμε για τους τρόπους των ιστορικών με τους οποίους «προσομοιωνόμαστε». Όμως δεδομένου ότι ένας ιστορικός πριν ξεκινήσει το έργο του έχει μια εικόνα των γενικών όρων του αντικειμένου του, γιατί αιφνιδιάζουμε τους μαθητές με τις «μαρτυρίες»; Γιατί δεν υποβάλλουμε τα «σενάρια» μας σε ένα συνολικό βιβλίο που θα ενταχθεί και στο αναλυτικό πρόγραμμα με τρόπο συστηματικό, ώστε να αναλάβουμε και την ευθύνη για το γενικό του περιεχόμενο; Και δεν βλέπουμε ότι ειδικά αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν γνωρίζουμε ότι ανθούν «αναθεωρήσεις» που είτε εξαφανίζουν, είτε διαστρέφουν τα βαθύτερα αίτια της ιστορικής μας πραγματικότητας;</p>
<p>Και αναρωτιέται κανείς: δεν πρέπει ο μαθητής να μάθει ότι τα φαινόμενα της βίας των κατακτητών δεν ήταν ένα ιδιαίτερο σύμπτωμα μιας συμπεριφοράς κάποιων έξαλλων Ναζί με την δράση των ανταρτών, αλλά η ελληνική εκδοχή του γεγονότος ότι σε όλη την Ευρώπη υπολογίζεται ότι πάνω από 11.000.000 απλοί πολίτες εξοντώθηκαν για ρατσιστικούς και καθαρά πολιτικούς λόγους από τους κατακτητές, πέραν εκείνων που πέθαναν ως παράπλευρες απώλειες του πολέμου (π,χ από τους βομβαρδισμούς); Δεν υποτιμά, εξ αντικειμένου, όλα αυτά μια οποιαδήποτε προσωπική αφήγηση που στην καλύτερη περίπτωση τα επιβεβαιώνει εκ των υστέρων; Γιατί δεν πρέπει να μάθει πριν την αφήγηση της «μαρτυρίας» ο μαθητής ότι οι Εβραίοι εξοντώθηκαν κυρίως όταν οι Γερμανοί διέβλεπαν από τα μέσα τους 1944 ότι η ήττα τους θα ήταν αναπόφευκτη; Γιατί εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη με λιγότερες από 800 θερμίδες καθημερινά; Γιατί οι Σύμμαχοι στην κατεχόμενη ηττημένη πλέον Γερμανία αδυνατούσαν να μεταστρέψουν το φρόνημα των Γερμανών πολιτών που παρά τα δεινά τους σε δημοσκοπήσεις δεν έκρυβαν την νοσταλγία τους για τον ναζισμό ακόμα και στα 1947; Μήπως χρησιμοποιούμε την «μαρτυρία» για να αποσιωπήσουμε όλα αυτά, συρρικνώνοντας τα σε «σενάρια»;</p>
<p>Μήπως η κατανόηση του προβλήματος «Κατοχή» υπερβαίνει μια ατομική συνέπεια με ψυχολογική και μόνο επίπτωση; Μήπως το πραγματικό νόημα βρίσκεται στα συνολικά μεγέθη, για παράδειγμα, την έκταση της καταστροφής που υπέστη η χώρα, τις 1.106.000 πληθυσμιακές απώλειες, τους 56.225 εκτελεσμένους, τους 105.000 όμηρους στα γερμανικά στρατόπεδα, τους 600.000 συνολικά νεκρούς από την πείνα, τις κακουχίες και τις ασθένειες, τις απώλειες από την υπογεννητικότητα, τα 1770 κατεστραμμένα χωριά και τα 400.000 πυρπολημένα σπίτια; Μήπως χρειάζεται να αναφερθεί κανείς και στα μεγέθη των μετέπειτα επιπτώσεων στον πληθυσμό σε μια χώρα που η πλειοψηφία των παιδιών στην ύπαιθρο έβαλε παπούτσια την δεκαετία του 1960 και μετά, εξαιτίας των καταστροφών που υπέστη η χώρα που πιθανόν να ξεπερνούν, για κάποιους υπολογισμούς, τα 8,21 δισεκατομμύρια δολάρια για τις θετικές ζημιές σε τιμές 1938, όπως υπολογίστηκαν τότε (χωρίς να αναφερθεί κανείς στις προσαυξήσεις τις σημερινές αν υπολογιστούν και οι τόκοι); Και δεν θα ήταν καλό να καταδείξουμε την αντιστοιχία που είχαν οι καταστροφές αυτές στην διαβίωση, αν συγκρίνουμε τα τότε χρηματικά μεγέθη αποτίμησης των καταστροφών, όπως είχαν υπολογιστεί από τη Διασυμμαχική Επιτροπή στα 1946, σε σχέση με τα μεγέθη και το κόστος διαβίωσης την εποχή πριν την Κατοχή;</p>
<p>Μήπως τότε η «μαρτυρία» θα είχε πραγματικό νόημα για τον μαθητή ως εντυπωσιακή αποτύπωση στα όρια της ατομικότητας ενός συλλογικού εγκλήματος που ποτέ δεν αναγνωρίστηκε υλικά μέσω αποζημιώσεων; Και μήπως έτσι θα αποφεύγαμε να υποχρεώσουμε τους καθηγητές και τους δασκάλους να υποκαταστήσουν τις ελλείψεις στην σχολική ιστορία, αναδεικνύοντας «ιστορίες», προσδίδοντας τους τον χαρακτήρα λογοτεχνημάτων και όχι πραγματικών, εστιασμένων στην ιστορική πραγματικότητα και «διορθωμένων» από αυτήν, αφηγήσεων;</p>
<p>Και τέλος, σε ένα εγχείρημα το οποίο στηρίζεται σε «μαρτυρίες», για τις οποίες διαθέτουμε εμπειρία για το πως έχουν χρησιμοποιηθεί πρόσφατα (επιβεβαιώνοντας τα εγκλήματα των κομμουνιστών) με αλήστου μνήμες διατυπώσεις του τύπου ότι το ΕΑΜ επιστράτευε επαγγελματίες χασάπηδες για λόγους «οικονομίας» στις σφαγές που διέπραττε στην Αργολίδα, δεν πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί; Είναι, μάλιστα, οι ίδιοι οι συντάκτες των αντεπιχειρημάτων υπέρ της «μαρτυρίας» που φαίνεται να το αντιλαμβάνονται αυτό, για αυτό στο κείμενο τους στην «Λέσχη» τονίζουν εμμέσως την αριστερή διάσταση του δικού τους «σεναρίου» με τις μαρτυρίες της κοπελίτσας από το Μεσολόγγι και του αγοριού από το Βόλο, για να δείξουν ότι είναι υπερβολικές οι ενστάσεις.</p>
<p>Όμως οι «μαρτυρίες» δεν συνιστούν αφεαυτές ιστορικό λόγο, αλλά συμβάλουν μόνο στον σχηματισμό του. Δεν είναι νόμιμο να αναρωτηθεί κανείς τι θα συμβεί στην συνείδηση του μαθητή με «μαρτυρίες» που αντιφάσκουν και μάλιστα είναι διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους; Ποιος θα αναλάβει την διαδικασία δικαίωσης; Τα σχόλια που διατυπώνονται ή οι γενικές υποδείξεις που γίνονται εκ των υστέρων; Και πως θα αποφευχθεί η σύγχυση που θα γεννηθεί; Και τι θα συμβεί στην περίπτωση που ένας μαθητής προσκομίσει το δικό του «σενάριο», πχ μια αφήγηση του παππού του που περιγράφει την καταδίωξη του από τους κραδαίνοντες σκουριασμένα κονσερβοκούτια κομμουνιστές, παραπλεύρως της Πηγάδας του Μελιγαλά; Τι θα του υποδείξουμε εκεί; Και αυτό μπορεί να φαίνεται υπερβολή, αλλά ας σκεφτούμε ότι σε περιοχές όπως το Δίστομο ακόμα και σήμερα πολλοί δεν έχουν αποτινάξει την εντύπωση ότι για την σφαγή έφταιγαν οι κομμουνιστές που έστησαν ενέδρα σε ένα γειτονικό χωριό στους Γερμανούς. Και αν κάποιος τους πει ότι η σφαγή του Διστόμου συνδεόταν με το γεγονός ότι οι Γερμανοί εκκαθάριζαν τις περιοχές της μελλοντικής διαφυγής τους από την Ελλάδα μετά στην αποβίβαση των Συμμάχων στην Νορμανδία, και τέλος πάντων ότι η απόδοση συλλογικής ευθύνης είναι συστατικό της ρατσιστικής ιδεολογίας, πόσο εδραιωμένο θα είναι το επιχείρημα αυτό, όταν δεν έχει συνδεθεί με μια συνολική εικόνα του ναζισμού ως συνολικό πολιτικο-κοινωνικό φαινόμενο; Ή τι μπορεί σε αυτή την περίπτωση να σημαίνει το «τα κεντρικά ερωτήματα και τα βασικά σημεία συζήτησης είναι προκαθορισμένα, δίχως όμως να αποκλείονται και άλλα, που ενδεχομένως προταθούν από τους ίδιους τους μαθητές», το οποίο επικαλούνται οι συντάκτες του άρθρου ως δυναμικό στοιχείο του όλου εγχειρήματος; Γιατί μπορούμε να πούμε ότι θέλουμε, χωρίς την οριοθέτηση που θα έδινε ένα ιστορικό κείμενο που τίθεται ως σηματοδότης. Και έτσι δεν υπάρχει κίνδυνος να χρησιμοποιούμε την «μαρτυρία» ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ, προσφέροντας τη δυνατότητα να αμφισβητήσουμε κατά το δοκούν ότι δεν μας συμφέρει;</p>
<p>Και τέλος, μήπως αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι όχι ο μαθητής να αποκτήσει την δυνατότητα να «κατασκευάζει» σενάρια, αλλά αυτός που θα γνωρίζει την ιστορία του, που θα ξέρει γιατί είμαστε απόλυτα δικαιολογημένοι να διεκδικούμε τις πολεμικές αποζημιώσεις και γιατί κάποιοι ανιστόρητα και προκλητικά μας τις αρνούνται, αναζητώντας προσχήματα σε ελλείψεις «κατανόησης» μεταξύ των λαών και «νέες» προσεγγίσεις του ιστορικού επιστητού; Ειδικά, όταν ότι συνέβη στην χώρα μας με τον πόλεμο και την Κατοχή ήταν εντελώς απρόκλητο και εξοργιστικό, και μάλιστα ακόμα και ο ίδιος ο Χίτλερ αιφνιδιάστηκε από την απόφαση του συμμάχου του Μουσολίνι να εισβάλει σε αυτήν, αλλά τον έστερξε, όταν κατάλαβε ότι ο ελληνικός λαός θα γινόταν πλέον ένα από τα μέσα των Συμμάχων ώστε να κατανικηθεί η «νέα τάξη πραγμάτων», στερώντας της την βίαιη υφαρπαγή υπεραξίας από την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια που τόσο ευνόησε το γερμανικό κεφάλαιο και τη γερμανική στρατιωτική μηχανή.</p><p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%83%cf%87%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%b6%ce%ae%cf%84%ce%b7/">Μερικά παιδαγωγικά σχόλια στη συζήτηση για τις πλατφόρμες «νέας» ιστορίας και το σχολείο.</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p><p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%cf%83%cf%87%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%b6%ce%ae%cf%84%ce%b7/">Μερικά παιδαγωγικά σχόλια στη συζήτηση για τις πλατφόρμες «νέας» ιστορίας και το σχολείο.</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το ψηφιακό εκπαιδευτικό σενάριο για την Αντίσταση (1941-44)</title>
		<link>https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%88%ce%b7%cf%86%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%8c-%ce%b5%ce%ba%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%bf-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25bf-%25cf%2588%25ce%25b7%25cf%2586%25ce%25b9%25ce%25b1%25ce%25ba%25cf%258c-%25ce%25b5%25ce%25ba%25cf%2580%25ce%25b1%25ce%25b9%25ce%25b4%25ce%25b5%25cf%2585%25cf%2584%25ce%25b9%25ce%25ba%25cf%258c-%25cf%2583%25ce%25b5%25ce%25bd%25ce%25ac%25cf%2581%25ce%25b9%25ce%25bf-%25ce%25b3%25ce%25b9%25ce%25b1-%25cf%2584</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[e-lesxi]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 06 Jan 2021 09:42:13 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Εκπαίδευση]]></category>
		<category><![CDATA[Εκπαιδευτικό υλικό]]></category>
		<category><![CDATA[Κοινωνία]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΡΧΟΝΤΙΑ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΟΥ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[Ιστορία]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΑΤΟΧΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΥΜΠΕΡΑΤΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΧΑΡΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.e-lesxi.gr/?p=3762</guid>

					<description><![CDATA[<p>Χάρης Αθανασιάδης και Αρχοντία Μαντζαρίδου[1] Σε εκτενές άρθρο του Μιχάλη Λυμπεράτου, που δημοσιεύθηκε στην Εκπαιδευτική Λέσχη (31 Δεκεμβρίου 2020) υπό τον τίτλο «Οι “πλατφόρμες προφορικών μαρτυριών”, η “νέα ιστορία” και &#8230;</p>
<p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%88%ce%b7%cf%86%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%8c-%ce%b5%ce%ba%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%bf-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84/">Το ψηφιακό εκπαιδευτικό σενάριο για την Αντίσταση (1941-44)</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%88%ce%b7%cf%86%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%8c-%ce%b5%ce%ba%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%bf-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84/">Το ψηφιακό εκπαιδευτικό σενάριο για την Αντίσταση (1941-44)</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h1 class="has-medium-font-size wp-block-heading">Χάρης Αθανασιάδης και Αρχοντία Μαντζαρίδου<sup><a href="#post-3762-endnote-1">[1]</a></sup></h1>


<p>Σε εκτενές άρθρο του Μιχάλη Λυμπεράτου, που δημοσιεύθηκε στην <em>Εκπαιδευτική Λέσχη</em> (31 Δεκεμβρίου 2020) υπό τον τίτλο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bf%ce%b9-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bc%ce%b5%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%b9%cf%8e%ce%bd/"><strong>«Οι “πλατφόρμες προφορικών μαρτυριών”, η “νέα ιστορία” και το σχολείο»</strong>,</a> γίνεται ειδική (επικριτική) αναφορά στην ψηφιακή εκπαιδευτική πλατφόρμα «Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα» και στα εκεί αναρτημένα «εκπαιδευτικά σενάρια». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, κεντρικός στόχος  αυτών των σεναρίων είναι η «αναθεώρηση της ιστορικής γνώσης της κατοχικής περιόδου». Για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του αυτόν και ταυτόχρονα να καταδείξει την κατεύθυνση της αναθεώρησης, αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα:</p>
<p>«Η εθνική αντίσταση στην Ελλάδα σχεδόν εξοβελίζεται, παραλείπονται η ίδρυση, οι στόχοι και η δράση του ΕΑΜ, το γιατί οι μάζες προσχώρησαν στα αιτήματα του, η ύπαρξη της “Ελεύθερης Ελλάδας” και οι νόμοι της, τα συσσίτια, το άνοιγμα των αποθηκών των μαυραγοριτών, η δράση της ΕΠΟΝ, η μάχη της Σοδειάς, η τάξη που επέβαλε στην ύπαιθρο ο ΕΛΑΣ, ενώ αγνοούνται πλήρως τα μεγάλα συλλαλητήρια και οι απεργίες. Επιπλέον, παραλείπονται η “μαύρη αγορά”, η βία των κατακτητών σε συνεργασία με Έλληνες, τα Τάγματα Ασφαλείας, τα ολοκαυτώματα κλπ.»</p>
<p>Ο ανωτέρω ισχυρισμός πόρρω απέχει από την αλήθεια. Για την ακρίβεια είναι παντελώς ανυπόστατος. Η Αντίσταση όχι μόνο δεν εξοβελίζεται, αλλ’ αντιθέτως αναπτύσσεται ενδελεχώς σε εκπαιδευτικό πρότζεκτ μακράς διάρκειας. Περιέχει, μάλιστα, όλα όσα αναφέρει ο αρθρογράφος και κάμποσα ακόμη που ίσως τα θεώρησε δευτερεύοντα, όπως, για παράδειγμα, ο ρόλος της γυναίκας στην Αντίσταση, η ψυχαγωγία στο Βουνό και οι αποτυπώσεις της Αντίστασης στη δημόσια ιστορία. Το γνωρίζουμε, διότι το συγκεκριμένο «εκπαιδευτικό σενάριο» το σχεδιάσαμε και το εκπονήσαμε εμείς, για το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, το οποίο –όπως αυτονόητα πράττει κάθε ακαδημαϊκό ίδρυμα που σέβεται τον εαυτό του– δεν δοκίμασε την παραμικρή παρέμβαση στη δουλειά μας. Ας μας επιτραπεί, λοιπόν, να το παρουσιάσουμε, όπως περίπου παρουσιάζεται στην εισαγωγή του, την οποία εάν είχε διατρέξει, έστω διαγώνια, ο αρθρογράφος θα απέφευγε ασφαλώς τέτοιου τύπου απόλυτες αποφάνσεις.</p>
<h5><strong><em>Οι πυκνώσεις της ιστορίας</em></strong></h5>
<p>Το εκπαιδευτικό σενάριο «Αντίσταση» –ένα από τα έξι που απόκεινται στην εκπαιδευτική πλατφόρμα «Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα»– αποτελεί ένα πεδίο δραστηριοτήτων και υλικών, πάνω στο οποίο καλούνται οι μαθητές να εργαστούν με την καθοδήγηση του δασκάλου τους, ώστε να αποκτήσουν μία συνεκτική και πρισματική εικόνα του σύνθετου φαινομένου της αντίστασης στους κατακτητές κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1941-44). Να γνωρίσουν, δηλαδή, τις διεργασίες που κατέστησαν εφικτή την ανάπτυξη αντιστασιακών οργανώσεων, τα κρίσιμα επεισόδια που παρήγαγε η δράση τους, τη συνεισφορά τους στην επιβίωση των πολλών και την γενικότερη εξέλιξη των πραγμάτων, καθώς επίσης τις αποτυπώσεις που άφησαν στη συλλογική μνήμη και την εθνική μας αυτοσυνειδησία. Κατακτώντας τους γνωστικούς στόχους, οι μαθητές, αναμένεται να ασκηθούν ταυτόχρονα σε κρίσιμες δεξιότητες, όσες σχετίζονται με την ιστορική έρευνα: μελέτη της βιβλιογραφίας, προσφυγή στις πηγές, άντληση και ταξινόμηση πληροφοριών, αντιπαραβολή και διασταύρωση, εξαγωγή συμπερασμάτων, κριτικός στοχασμός και αναστοχασμός.</p>
<p>Το «σενάριο» οικοδομήθηκε πάνω σε δύο έκκεντρες εμπειρίες και μνήμες: της έφηβης μεσολογγίτισσας Πλουσίας Λιακατά και του νεαρού βολιώτη Μηνά Σαμπετάι.</p>
<p>Η πρώτη, η δεκαπεντάχρονη Πλουσία, απαντώντας σε όσα ορμητικά εισέβαλαν τότε στον επαρχιακό μικρόκοσμο όπου ζούσε, παίρνει ένα μονοπάτι που τη φέρνει ολοένα και πιο κοντά στον σκληρό πυρήνα της εαμικής Αντίστασης. Από το Φθινόπωρο του 1942, που σχεδόν σαν παιχνίδι περνούσε τα ιταλικά μπλόκα μεταφέροντας μηνύματα από τη μια γειτονιά στην άλλη, έως το καλοκαίρι του ’44, που ένοπλη αντάρτισσα μαχόταν στα βουνά της Ευρυτανίας, πέρασαν λιγότερο από δύο χρόνια. Αλλά σε δίσεκτους καιρούς, όταν πυκνές εξελίξεις ανατρέπουν την κατάσταση των πραγμάτων, μαζί με τις συνθήκες και τις προτεραιότητες αλλάζουν με ταχύτητα και οι ίδιοι οι άνθρωποι. Ο ορίζοντας της Πλουσίας διευρύνθηκε απότομα, το ανέμελο κορίτσι μεταμορφώθηκε σε μαχητική αγωνίστρια. «Ένοιωθα ωραία, ένοιωθα πως ήμουν κάποια». Η φράση της αυτή συμπυκνώνει την ευρύτερη αλλαγή στις σχέσεις των δύο φύλων που συντελούνταν παράλληλα με τα δύσκολα και τα ηρωικά.</p>
<p>Αυτή η <em>τομή</em> στη συνέχεια, η πύκνωση του χρόνου, μπορεί να γίνει κατανοητή από τους σημερινούς μαθητές, μόνο εφόσον συνδεθεί με συγκεκριμένες, πραγματικές ιστορίες που συνέβησαν σε αγόρια και κορίτσια που τότε είχαν ηλικία όμοια με τη δική τους, και τώρα ξεδιπλώνουν εδώ μπροστά τους τις αναμνήσεις τους με νοσταλγία και με πάθος, με δισταγμούς κι αβεβαιότητα, με χιούμορ και κάποτε με ύφος παιχνιδιάρικο, περιπαικτικό. Δηλαδή, ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα.</p>
<p>Παρόμοια, ο δεύτερος αφηγητής, ο βολιώτης Μηνάς Σαμπετάι, αν δεν έφτανε στην πόλη του ο πόλεμος, θα συνέχιζε μάλλον απρόσκοπτα τις μαθητικές του σπουδές, την ενασχόληση με τα εμπορικά του πατέρα του και θα μετείχε όπως πάντα στη σαββατιάτικη Συναγωγή – όχι γιατί ήταν θρησκευόμενος, αλλά διότι (όπως λέει ο ίδιος) αυτός ήταν ο τρόπος του να υπάρξει ως διαφορετικός σε μια κοινωνία που τον κοίταζε καχύποπτα. Με την Κατοχή, όμως, η καθημερινότητα του Μηνά θ’ αλλάξει ριζικά: θα ενταχθεί στην ΕΠΟΝ και θα εμπλακεί μαζί με άλλους και άλλες σ’ ένα παιχνίδι γεμάτο συναντήσεις, διαβουλεύσεις, μικρές μα επικίνδυνες δράσεις – συνθήματα σε τοίχους, «τρικάκια» και εφημεριδούλες, παράνομα ραδιόφωνα που μιλούσαν για τα μακρινά, μεγάλα μέτωπα του πολέμου. Κι όταν ο κλοιός θ’ αρχίσει να σφίγγει, όταν οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής δρομολογήσουν και στον Βόλο την Τελική Λύση, την εξόντωση των Εβραίων, η διαφυγή στην Ελεύθερη Ελλάδα έγινε για τον Μηνά μονόδρομος. Όμως η εκεί στράτευσή του στον ΕΛΑΣ, η δράση του στην Επιμελητεία του Αντάρτη υπήρξε ως φαίνεται συνειδητή επιλογή.</p>
<p>Αυτές, οι αδιανόητες στην εποχή της ειρήνης διαδρομές των ανθρώπων, φωτίζουν κάποια από τα ρυάκια που συναντήθηκαν δημιουργώντας το μεγάλο ποτάμι της αντίστασης στους κατακτητές. Ακούγοντας τους δυο αφηγητές, βλέπουμε μερικούς από τους δρόμους μέσα από τους οποίους εντάχθηκαν στην Αντίσταση οι πολλοί, οι «καθημερινοί» άνθρωποι, αυτοί που δεν είχαν ήδη πολιτικές ή ηρωικές προδιαθέσεις, αυτοί ακόμη που η ζωή τους οριζόταν από σκληρές, ανελαστικές κοινωνικές δομές, όπως συνέβαινε πριν από τον πόλεμο με τις γυναίκες και τις μειονότητες. Καταλαβαίνουμε πως αυτό το ποτάμι έγινε μεγάλο κι ορμητικό, εκτός των άλλων και επειδή ήταν ανοιχτό σε πολλές συνεισφορές, ακόμα και όσες φάνταζαν εκ πρώτης όψεως αταίριαστες.</p>
<h5><strong><em>Οι μνήμες διαμεσολαβούνται</em></strong></h5>
<p>Φυσικά δεν πρέπει ούτε στιγμή να ξεχνάμε πως οι δύο αυτοί άνθρωποι (και πέντε ακόμη που συνεισφέρουν σε επιμέρους πτυχές) αφηγούνται περιστατικά μιας εποχής ύστερα από σχεδόν επτά δεκαετίες. Αφηγούνται, συνεπώς, ό,τι τους έκανε εντύπωση, ό,τι είχε σημασία γι’ αυτούς, ό,τι καθόρισε τις επιλογές τους – η υποκειμενικότητα είναι η μήτρα της μνήμης, η αποσπασματικότητα είναι εγγενές στοιχείο της. Αν, βέβαια, ο συνεντευκτής είναι ικανός –αν γνωρίζει καλά την εποχή για την οποία ρωτάει κι αν φρόντισε να οικοδομήσει διαύλους επικοινωνίας με τον αφηγητή, τον «πληροφορητή»–, είναι πιθανό να ανοίξει παράθυρα απ’ όπου θα ξεπηδήσουν εικόνες ξεχασμένες, μονοπάτια που ανοίγονται σε λιγότερο αναμενόμενες κατευθύνσεις.</p>
<p>Οι ιστορικοί γνωρίζουμε, ασφαλώς, πως οι μνήμες διαμεσολαβούνται πολλαπλά. Οι έφηβοι της Κατοχής προσλάμβαναν όσα επέτρεπε και όπως το επέτρεπε η ηλικία τους, η κοινωνική και γεωγραφική τους θέση και οπωσδήποτε οι τότε κυρίαρχες νοοτροπίες – η ατομική πρόσληψη είναι πάντοτε κοινωνική πρόσληψη. Επιπλέον, όσα έζησαν φθάνουν σ’ εμάς ως αναμνήσεις, που σημαίνει αναγκαστικά φιλτραρισμένα από ύστερες γνώσεις κι εμπειρίες, από πολιτικές κι αισθητικές αντιλήψεις που παγιώθηκαν αργότερα, από την πολιτισμική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στη συγκυρία που διεξήχθη η συνέντευξη. Δεν αποκλείεται, άλλωστε, ο αφηγητής να έχει απωθήσει τα μελανά ή ν’ απέκρυψε συνειδητά όσα θ’ αμαύρωναν την εικόνα του – οι αφηγήσεις τείνουν πάντοτε προς την αυτοδικαίωση.</p>
<p>Όλα αυτά, όμως, δεν σημαίνουν πως κάθε προσπάθεια να ανασυνθέσουμε πτυχές του παρελθόντος δια της προφορικής ιστορίας είναι ατελέσφορη και άρα μάταιη. Διότι, η επίγνωση αυτών των αναγκαστικών διαμεσολαβήσεων, μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε εκλέπτυνση των εργαλείων μας, σε μεγαλύτερη έγνοια ν’ αφαιρούμε τα αλλεπάλληλα στρώματα με προσοχή, όπως οι αρχαιολόγοι που ύστερα από το φτυάρι και την τσάπα, θα χρησιμοποιήσουν τα ξέστρα και τα πινέλα αν δεν θέλουν να καταστρέψουν τα ευρήματά τους και να χάσουν τις κρυμμένες στο χώμα πληροφορίες.</p>
<p>Αυτά τα στοιχειώδη, που έχουμε κατά νου ως ιστορικοί όταν συλλέγουμε ή αναμετριόμαστε με ιστορίες ζωής, καθοδηγούν και τις επιλογές μας όταν ύστερα ως παιδαγωγοί σχεδιάζουμε διδακτικά σενάρια με πρώτη ύλη προφορικές αφηγήσεις. Έχοντας αρχικά ορίσει τον γνωστικό στόχο, ξεδιαλέγουμε κατόπιν τα θραύσματα της μνήμης που μπορούν ν’ αξιοποιηθούν ως εύληπτη και ελκυστική αφετηρία, απ’ όπου ο μαθητής θ’ αποτολμήσει τα επόμενα, τα δύσκολα βήματα, όσα απαιτούνται για να γεφυρωθεί το χάσμα με την ξένη χώρα που ονομάζουμε παρελθόν – εν προκειμένω όσα χρειάζονται για να κατανοήσει και να εξηγήσει επαρκώς το φαινόμενο της Αντίστασης.</p>
<h5><strong><em>Από το ειδικό στο γενικό</em></strong></h5>
<p>Η πρώτη έγνοια μας είναι, ασφαλώς, η μέθεξη. Να εμπλακούν οι μαθητές στη γοητεία της αφήγησης, να υιοθετήσουν προς στιγμήν την οπτική του αφηγητή. Ακολουθώντας το ξεδίπλωμα της μνήμης, το σκοτεινό παρελθόν γεμίζει ξαφνικά με γέλια και φωνές, με βουητά και μυρωδιές ανθρώπινες· γεμίζει με φόβους, ελπίδες, δισταγμούς, αβεβαιότητες, επινοήσεις και τεχνάσματα – με όλα εκείνα δηλαδή που εξασθενούν ή σβήνουν παντελώς στα έγγραφα, στους καταλόγους, στις πιο παραδοσιακές ιστορικές πηγές. Ανακαλύπτουν έτσι οι μαθητές πως η Ιστορία δεν είναι κατ’ ανάγκην μια αποστεωμένη αφήγηση σε κάποιο βαρετό βιβλίο, κάτι απρόσωπο κι αραχνιασμένο, κάτι κουραστικό και αδιάφορο. Δημιουργείται, συνεπώς, το κατάλληλο κλίμα, η ατμόσφαιρα που κινητοποιεί το καταρχήν ενδιαφέρον τους, το ευνοϊκό πεδίο πάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί η πρώτη σχέση τους με το παρελθόν.</p>
<p>Στη συνέχεια, βέβαια, θα χρειαστεί να πάρουμε αποστάσεις από τους αφηγητές, να απομακρυνθούμε, ώστε να εντάξουμε οργανικά την αποσπασματική και συχνά μεροληπτική οπτική τους στην ευρύτερη εικόνα της εποχής. Διότι, για παράδειγμα, η Πλουσία Λιακατά στο Μεσολόγγι (όπως και ο Τίτος Πατρίκιος στην Αθήνα, η Ελένη Γεωργαντά στην Κηφισιά κλπ.) περιγράφουν με λεπτομέρειες τον τρόπο που εντάχθηκαν οι ίδιοι στην ΕΠΟΝ, μα δεν αναφέρονται (κι ούτε θα μπορούσαν εγκύρως να αναφερθούν) στους λόγους και τις διαδικασίες συγκρότησης της αντιστασιακής νεολαιίστικης οργάνωσης. Παρόμοια, ο Μηνάς Σαμπετάι θα αναφερθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις δοσιλόγων του Βόλου, μα έχει αναμενόμενα ατελή εικόνα της δράσης των διαβόητων οργανώσεων ΕΑΣΑΔ και ΕΕΕ στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας και μόνο δευτερογενή ενημέρωση για τα Τάγματα Ασφαλείας που ίδρυσε η κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη, εφόσον εκείνα δρούσαν στην Αττική και την Πελοπόννησο, πολύ μακριά από τον ορίζοντα εμπειρίας του Σαμπετάι.</p>
<p>Για όλα αυτά, καθώς και για τον τρόπο που αυτά αποτυπώθηκαν στη συλλογική μνήμη, οι μαθητές θα χρειαστεί να αναζητήσουν απαντήσεις στο αρχειακό υλικό, σε φωτογραφίες και ντοκουμέντα που δίνουν αφορμές για ευρύτερους στοχασμούς (όπως οι αφίσες του ΕΑΜ που ανακαλούν και αξιοποιούν τη μνήμη του 21), σε γραπτές μαρτυρίες των πρωταγωνιστών και τραγούδια της εποχής (όπως εκείνα που γράφτηκαν για τον Άρη Βελουχιώτη, για τον οποίο υπάρχει ειδική δραστηριότητα), σε έργα της τέχνης που ανασυνθέτουν ηρωικές και μελανές πτυχές (όπως η κινηματογραφική ταινία «Το Μπλόκο») και, ασφαλώς, σε σύγχρονες μελέτες ιστορικών (με κείμενα των Βόγλη, Μαργαρίτη, Λιάκου, Gallant, Χαραλαμπίδη, Clogg και άλλων πολλών συμπεριλαμβανομένου του Λυμπεράτου). Όλα αυτά, με οδηγούς τα ερωτήματα της κάθε δραστηριότητας, θα τα βρουν οι μαθητές στα υλικά που αναρτήθηκαν στα οικεία σημεία, μεθοδικά ταξινομημένα, ώστε να υποστηρίζουν την ερευνητική τους προσομοίωση. Θα βρουν πολλά για την ΕΠΟΝ, καθώς γι’ αυτήν οι μνήμες των αφηγητών είναι πλούσιες και λεπτομερείς, πολλά για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, λιγότερα για τον ΕΔΕΣ (διότι λιγότερες είναι οι αφορμές που δίνουν οι αφηγητές), πολλά όμως για τους δοσίλογους και, ασφαλώς, χωριστή δραστηριότητα για τον Γοργοπόταμο, τον κατεξοχήν μνημονικό τόπο της Εθνικής Αντίστασης.</p>
<p>Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, οι μαθητές μαθαίνουν να εντάσσουν οργανικά το ατομικό βίωμα στην τοπική ιστορία και το συνδέουν με το συλλογικό· μαθαίνουν πώς η τοπική ιστορία συνομιλεί περίτεχνα με την εθνική και αρκετές φορές με την παγκόσμια ιστορία. Περίτεχνα: δηλαδή με αποκλίσεις, με αντιφάσεις, με διαφορετικές εστιάσεις. Έτσι, όμως, θα εξοικειωθεί ο μαθητής με τα δύσκολα: πώς να κινείται από το ειδικό στο γενικό, από το μερικό στο ολικό και αντίστροφα, κατανοώντας την ιδιαιτερότητα, τη σχετική αυτονομία και την αξία του κάθε επιπέδου. Έτσι μαθαίνει να βλέπει πώς οι ζωές των ανθρώπων επικαθορίζονται από δυνάμεις που υπερβαίνουν τον ορίζοντά τους, πώς οι άνθρωποι υφίστανται και πώς διαχειρίζονται τις επιπτώσεις μέσα σε δεδομένα πλαίσια, αλλά και πώς συνεισφέρουν άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο σε αυτή ή την άλλη εξέλιξη των πραγμάτων.</p>
<h5><strong><em>Από την κατανόηση στην εξήγηση</em></strong></h5>
<p>Εφόσον οι μαθητές δεν καλούνται να αποστηθίσουν μια βεβαιωμένη γνώση (όπως συνήθως συμβαίνει με τα εγχειρίδια Ιστορίας), αλλά εκτίθενται και σε πηγές, εφόσον δηλαδή καλούνται και αυτοί να συνομιλήσουν κατά κάποιον τρόπο με τον μακρινό κόσμο της Κατοχής, θα χρειαστεί παράλληλα με τους γνωστικούς στόχους (και αξεδιάλυτα με αυτούς) να αναπτύξουν και κάποιες δεξιότητες, όσες σχετίζονται με τους όρους που οι ιστορικοί συνομιλούν με το παρελθόν.</p>
<p>Θα χρειαστεί, για παράδειγμα, να μάθουν πώς ν’ αποφεύγουν τους αναχρονισμούς· πώς να μην αξιολογούν με σημερινά κριτήρια τα λόγια και τις πράξεις εκείνων των παλαιών. Η ικανότητα να βυθίζεσαι σε μια προγενέστερη εποχή, η ικανότητα να ακούς τη βουή της, να κατανοείς τις αξίες και τις νοοτροπίες της, δεν είναι διόλου έμφυτη ή αυτονόητη. Αντιθέτως, είναι δύσκολα επιτεύξιμη, θέλει χρόνο και εξάσκηση. Είναι όμως μια χρήσιμη ικανότητα όχι μόνο για τη σχέση μας με το παρελθόν, αλλά επίσης για τη σχέση μας με τους διαφορετικούς κόσμους του παρόντος. Οι αυστηρές απαγορεύσεις, για παράδειγμα, των ερωτικών σχέσεων στο πλαίσιο της Αντίστασης και οι ακραίες ποινές σε περιπτώσεις ανυπακοής (από εξοβελισμό έως εκτέλεση) ακούγονται σήμερα υπερβολικές. Για να τις κατανοήσει ο σημερινός μαθητής, θα χρειαστεί να ανασυγκροτήσει στη σκέψη του τις αγροτικές κοινότητες εντός των οποίων κινούνταν οι αντάρτες, την εξάρτησή τους από αυτές και την ευθύνη τους απέναντι σε αυτές.</p>
<p>Ταυτόχρονα όμως τούτη η ενσυναίσθηση θέλει μέτρο, ώστε να μην ακυρώνεται η εξηγητική μας ικανότητα. Αφού βυθιστούμε στην εποχή θα πρέπει κατόπιν να απομακρυνθούμε, να αποστασιοποιηθούμε όσο απαιτείται προκειμένου να εξηγήσουμε (μαζί με τους μαθητές μας) γιατί κυριαρχούσαν τότε αλλιώτικες νοοτροπίες, αξίες διαφορετικές από τις σημερινές, προσλήψεις και ερμηνείες του κόσμου που ίσως τώρα μας ξαφνιάζουν. Και, βέβαια, να διακρίνουμε τα όρια της κατανόησης, τις κόκκινες γραμμές πέρα από τις οποίες τα ηθικά ζητήματα που εγείρονται επιβάλλουν σαφείς τοποθετήσεις. Μπορούμε, για παράδειγμα, να εξηγήσουμε πώς και γιατί κάποιος επέλεγε να πλουτίσει εκμεταλλευόμενος ως μαυραγορίτης την ανάγκη των συμπατριωτών του ή πώς και γιατί επέλεγε να συνεργαστεί με τους κατακτητές προκειμένου να επιβιώσει, να εκδικηθεί ή να κυριαρχήσει. Ταυτόχρονα, όμως, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί οι αντιστασιακές οργανώσεις ήταν σκληρές απέναντι στους μαυραγορίτες και αμείλικτες απέναντι στους δοσίλογους. Και ασφαλώς, σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου αντίπαλες και εγγενώς ασυμβίβαστες επιλογές αναδύονται μπροστά μας, δύσκολα μπορούμε να αποφύγουμε τις ηθικές κρίσεις, καθώς οι αξίες όπου η καθεμιά από τις επιλογές εδράζεται παραμένουν ενεργές και στον δικό μας κόσμο, τον κόσμο του παρόντος. Γι’ αυτό και σε κάποιες, λιγοστές, δραστηριότητες του σεναρίου, ο μαθητής καλείται να πάρει θέση, να ξεχωρίσει την ορθή –αυτή που και σήμερα θεωρούμε ορθή– από τη λάθος επιλογή.</p>
<p>Συνήθως, όμως, καλούμε τον μαθητή να στοχαστεί απέναντι σε δύο διαφορετικές αφηγήσεις για το ίδιο γεγονός. Πώς αφηγούνται για παράδειγμα την Αντίσταση οι άνδρες και πως οι γυναίκες; Πώς οι ελασίτες και πώς οι εδεσίτες; Φέρνοντας τον μαθητή απέναντι σε διαφορετικές αφηγήσεις, δρομολογούμε μια προσπάθεια κατανόησης και εξήγησης που για να ολοκληρωθεί απαιτεί προσεκτική διατύπωση ερωτημάτων, κατάλληλες ερευνητικές πρακτικές και μεθοδικούς συλλογισμούς. Η διαδικασία αυτή αποδέχεται τη βραδύτητα, δεν βιάζεται να φτάσει σε συμπέρασμα. Διότι νοιάζεται να καλλιεργήσει τον έγκυρο στοχασμό επί σημαντικών γεγονότων και φαινομένων, ο οποίος αποσκοπεί στην επαρκή εξήγησή τους. Νοιάζεται να καλλιεργήσει, δηλαδή, την πιο προβεβλημένη, μα ταυτόχρονα την πιο υποβαθμισμένη απ’ όσες νοητικές δεξιότητες διατείνεται το σχολείο πως καλλιεργεί στους μαθητές: Την κριτική σκέψη. Προβεβλημένη στα λόγια, υποβαθμισμένη στην πράξη, η κριτική σκέψη αναπτύσσεται δύσκολα, απαιτεί χρόνο και μεθοδικότητα, μα σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει το ελάχιστο: την είσοδο στη σκηνή της διαφορετικής θέσης.</p>
<h5><strong><em>Με τον τρόπο των ιστορικών</em></strong></h5>
<p>Από όσα σχολιάσαμε έως εδώ, γίνεται φανερό πως το εκπαιδευτικό σενάριο για την Αντίσταση στη διάρκεια της Κατοχής καλεί τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές να υιοθετήσουν το βλέμμα και τους τρόπους των ιστορικών. Πρόκειται, βέβαια, για προσομοίωση, για ερευνητική διαδικασία σε μεγάλο βαθμό κατευθυνόμενη. Οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στην πλατφόρμα συγκροτούν τον καμβά, το δομημένο πλαίσιο πάνω στον οποίο ο μαθητής καλείται να απλώσει τις πρώτες του ερευνητικές πινελιές. Τα κεντρικά ερωτήματα και τα βασικά σημεία συζήτησης είναι προκαθορισμένα, δίχως όμως να αποκλείονται και άλλα που ενδεχομένως προταθούν από τους ίδιους τους μαθητές.</p>
<p>Σε κάθε περίπτωση, οι μαθητές παροτρύνονται να προσφεύγουν στις πηγές προκειμένου ν’ αντλήσουν στοιχεία χρήσιμα για να οικοδομήσουν επιχειρήματα και να προτείνουν απαντήσεις. Οι πηγές είναι προεπιλεγμένες, αλλά πολλές, πολυσχιδείς και πρισματικές (εκατόν τριάντα επτά, συνολικά), ώστε οι μαθητές να αντλούν στοιχεία, να στοχάζονται ελέγχοντας, αντιπαραβάλλοντας και διασταυρώνοντας – να οικοδομούν επιχειρήματα, δηλαδή έγκυρους συλλογισμούς που εκκινούν από αληθείς προκείμενες και απολήγουν σε πειστικά συμπεράσματα. Ο τρόπος με τον οποίο είναι ταξινομημένα τα υλικά και τα ερωτήματα ορίζουν, ασφαλώς, το ερευνητικό κανάλι μέσα στο οποίο θα κινηθεί ο μαθητής. Αλλά τα περιθώρια κινήσεων, εκτροπών και πισωγυρισμάτων είναι εσκεμμένα μεγάλα, έτσι που ο μαθητής να βιώνει σε κάποιο βαθμό την πρόκληση, την αναζήτηση, την ανακάλυψη, την επινόηση και, εν τέλει, την ικανοποίηση του ερευνητή.</p>
<p>Ας συνοψίσουμε, λοιπόν, τα ουσιώδη σε τίτλους:</p>
<p><em>Οι μνήμες διαμεσολαβούνται πολλαπλά, αλλ’ αυτό δεν πρέπει να μας φοβίζει ούτε ως ιστορικούς, ούτε ως δασκάλους.</em></p>
<p><em>Η μέθεξη είναι μια καλή αρχή για τη σχέση των μαθητών με το παρελθόν.</em></p>
<p><em>Να κινούμαστε από το μερικό στο γενικό και κατόπιν αντίστροφα.</em></p>
<p><em>Μαζί με τους γνωστικούς στόχους, καλλιεργούμε και δεξιότητες, όσες σχετίζονται με τους όρους της συνομιλίας μας με το παρελθόν.</em></p>
<p><em>Η κριτική σκέψη για ν’ αναπτυχθεί προϋποθέτει πάντοτε την αντίπαλη θέση.</em></p>
<p><em>Ν’ αποφεύγουμε τους αναχρονισμούς, μα να διακρίνουμε τις δομικές αναλογίες ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.</em></p>
<p><em>Προωθούμε την κατανόηση και την εξήγηση των φαινομένων, μα δεν αγνοούμε παντελώς τις ηθικές διαστάσεις της ιστορίας.</em></p>
<p><em>Ν’ αναδεικνύουμε τις τομές· τις κρίσιμες πυκνώσεις του χρόνου.</em></p>
<p><em>Γενικότερα: Να εξοικειώνουμε τους μαθητές με τον τρόπο του ιστορικού</em>. Αν καταφέρουμε, στο διανοητικό τους ταξίδι προς την άγνωστη χώρα που ονομάζουμε παρελθόν, να νοιώσουν οι μαθητές κάτι από την περιέργεια και την έξαψη που νοιώθει ο πραγματικός ταξιδιώτης σαν φτάνει σε μια πραγματική άγνωστή του χώρα, θα έχουμε επιτελέσει στο ακέραιο το ρόλο μας: τον ρόλο του δασκάλου.</p>
<h5><strong><em>Οδηγίες προς ναυτιλομένους</em></strong></h5>
<p>Παρότι, διατρέχοντας το σενάριο εύκολα κάποιος αποκωδικοποιεί τη δομή και λογική του, ίσως αποδειχθούν χρήσιμες ορισμένες διευκρινίσεις:</p>
<p>Ο τρόπος που σχεδιάστηκε το σενάριο «Αντίσταση» (η αρχιτεκτονική του) και τα δομικά υλικά που επιλέχθηκαν (οι δραστηριότητες και οι πηγές) το καθιστούν εύχρηστο για εφήβους 14 έως 18 ετών (από Γ΄ Γυμνασίου έως Γ΄ Λυκείου). Με κατάλληλες παρεμβάσεις του δασκάλου, ωστόσο, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και για τους δωδεκάχρονους της ΣΤ΄ Δημοτικού.</p>
<p>Το σενάριο στο σύνολό του μπορεί να αξιοποιηθεί στη διάρκεια μίας θεματικής εβδομάδας ή παράλληλα με τα μαθήματα ως πρότζεκτ που ξεδιπλώνεται στο διάστημα από 12 Οκτωβρίου (Απελευθέρωση της Αθήνας) έως 25 Νοεμβρίου (επέτειος της Εθνικής Αντίστασης), διάστημα που περιλαμβάνει και την εθνική γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, η οποία επίσης σχετίζεται άμεσα με την Αντίσταση. Ωστόσο, επιμέρους τμήματα του σεναρίου μπορούν να αυτονομηθούν και να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο μιας ή δύο διδακτικών ωρών. Για το σκοπό αυτό, προσφέρονται κυρίως οι δραστηριότητες που αναφέρονται στην ΕΠΟΝ, τον ΕΛΑΣ, τον Γοργοπόταμο και τους δοσιλόγους.</p>
<p>Καθένας από τους δύο αφηγητές μιλάει για 38 περίπου λεπτά. Η αφήγησή του χωρίζεται σε οκτώ έως δέκα κεφάλαια (τριών-τεσσάρων λεπτών έκαστο), καθένα από τα οποία επικεντρώνεται σε μια διαφορετική πτυχή της εμπειρίας του. Ο δάσκαλος ή ο μαθητής μπορεί να επιλέξει αν ακούσει ολόκληρη την ταινία ή μόνο το τμήμα πάνω στο οποίο επιλέγει να εργαστεί. Δεξιά της ταινίας, ισάριθμες σχεδόν με τα κεφάλαιά της, ξετυλίγονται οι δραστηριότητες για τον μαθητή. Για κάθε μία από αυτές υπάρχει το κείμενο που θέτει τον προβληματισμό και τα ερωτήματα (ορατό σε όλους), το επεξηγηματικό κείμενο που απευθύνεται τον εκπαιδευτικό (ορατό μόνο σε αυτόν, στον σύνδεσμο: « i ») και οι ταιριαστές κάθε φορά πηγές (στον σύνδεσμο: «Υλικό»), η ποσότητα των οποίων κινείται ανάλογα με το αντικείμενο από τέσσερις έως είκοσι. Σε κάθε περίπτωση, πριν αποφασίσει να το αξιοποιήσει ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να πλοηγηθεί ο ίδιος αρκετά, ώστε να ανακαλύψει όλες τις δυνατότητες του ψηφιακού σεναρίου.</p>
<p>Να θυμίσουμε, τέλος, το αυτονόητο: Τα σενάρια δεν υποκαθιστούν το εγχειρίδιο της νεότερης και σύγχρονης Ιστορίας, το οποίο αποσκοπεί να δώσει μια συνολική, πανοραμική επισκόπηση των κρίσιμων γεγονότων έξι περίπου αιώνων. Αντιθέτως τα σενάρια λειτουργούν ως «καταδύσεις», περιορίζουν το εύρος του αντικειμένου θεματικά και χρονικά ώστε να γίνει εφικτή μία ενδελεχής ανάλυσή του. Ακριβώς γι’ αυτό ταυτόχρονα με τις συγκεκριμένες γνώσεις, μεριμνούν και για την καλλιέργεια συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Ακριβώς γι’ αυτό, επίσης, είναι κατ’ ανάγκην λιγοστά (ένα ίσως δύο κατ’ έτος) και δεν μπορούν να αποτελέσουν τον κανόνα, αλλά την προσθήκη στον κανόνα. Μια προσθήκη όμως προκλητική, ελκυστική, παιδαγωγικά αποτελεσματική και, ακριβώς γι’ αυτό, αναγκαία.</p>
<h5><strong><em>Υστερόγραφο</em></strong></h5>
<p>Το εκπαιδευτικό σενάριο «Αντίσταση» μπορούν οι εκπαιδευτικοί να το βρουν στο σύνδεσμο που ακολουθεί. Μπορούν να το μελετήσουν, να το αξιοποιήσουν στο σύνολό του, να το αξιοποιήσουν επιλεκτικά ή να το απορρίψουν και, πατώντας πάνω σε αυτό ή σε αντιδιαστολή με αυτό, να κατασκευάσουν τα δικά τους. Στον ίδιο σύνδεσμο μπορεί να το βρει και ο κ. Λυμπεράτος και, εάν το μελετήσει, μπορούμε τότε (μα μόνο τότε) να συζητήσουμε ουσιωδώς, να εμβαθύνουμε, με επιχειρήματα επί του συγκεκριμένου κι όχι με γενικόλογους αφορισμούς.</p>
<h5><a href="https://ekpaidevsi.occupation-memories.org">https://ekpaidevsi.occupation-memories.org</a></h5>
<hr />
<ol>
<li id="post-3762-endnote-1">
<p>Ο Χάρης Αθανασιάδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος Δημόσια Ιστορία του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Η Αρχοντία Μαντζαρίδου είναι Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου στο 6ο ΠΕΚΕΣ Αττικής. <a href="#post-3762-endnote-ref-1">↑</a></p>
</li>
</ol><p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%88%ce%b7%cf%86%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%8c-%ce%b5%ce%ba%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%bf-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84/">Το ψηφιακό εκπαιδευτικό σενάριο για την Αντίσταση (1941-44)</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p><p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%88%ce%b7%cf%86%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%8c-%ce%b5%ce%ba%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%b4%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%83%ce%b5%ce%bd%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%bf-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84/">Το ψηφιακό εκπαιδευτικό σενάριο για την Αντίσταση (1941-44)</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Οι «πλατφόρμες προφορικών μαρτυριών», η «νέα ιστορία» και το σχολείο</title>
		<link>https://www.e-lesxi.gr/%ce%bf%ce%b9-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bc%ce%b5%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%b9%cf%8e%ce%bd/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bf%25ce%25b9-%25cf%2580%25ce%25bb%25ce%25b1%25cf%2584%25cf%2586%25cf%258c%25cf%2581%25ce%25bc%25ce%25b5%25cf%2582-%25cf%2580%25cf%2581%25ce%25bf%25cf%2586%25ce%25bf%25cf%2581%25ce%25b9%25ce%25ba%25cf%258e%25ce%25bd-%25ce%25bc%25ce%25b1%25cf%2581%25cf%2584%25cf%2585%25cf%2581%25ce%25b9%25cf%258e%25ce%25bd</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[e-lesxi]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 31 Dec 2020 14:56:50 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Εκπαίδευση]]></category>
		<category><![CDATA[Κοινωνία]]></category>
		<category><![CDATA[Ιστορια]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΑΤΟΧΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΥΜΠΕΡΑΤΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.e-lesxi.gr/?p=3730</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μιχάλης Λυμπεράτος Εδώ και τουλάχιστον μια 40ετία βρίσκεται σε εξέλιξη μια διεθνής απόπειρα αναθεώρησης των αντιλήψεων, των πεποιθήσεων και γνώσης για την ιστορία του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Προφανώς &#8230;</p>
<p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bf%ce%b9-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bc%ce%b5%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%b9%cf%8e%ce%bd/">Οι «πλατφόρμες προφορικών μαρτυριών», η «νέα ιστορία» και το σχολείο</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bf%ce%b9-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bc%ce%b5%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%b9%cf%8e%ce%bd/">Οι «πλατφόρμες προφορικών μαρτυριών», η «νέα ιστορία» και το σχολείο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="has-medium-font-size"><strong>Μιχάλης Λυμπεράτος</strong></p>


<p>Εδώ και τουλάχιστον μια 40ετία βρίσκεται σε εξέλιξη μια διεθνής απόπειρα αναθεώρησης των αντιλήψεων, των πεποιθήσεων και γνώσης για την ιστορία του δεύτερου μισού του 20<sup>ου</sup> αιώνα. Προφανώς αυτό συνδέεται με την στρατηγική των μηχανισμών παγκοσμιοποίησης ώστε να αρθούν τα εμπόδια στην «επικοινωνία» μεταξύ των λαών στα πλαίσια της διεθνούς αγοράς, ιδίως όταν αυτά σχετίζονται με οδυνηρές μνήμες ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης χωρών, όπως αυτή που κορυφώθηκε με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σχετίζεται και με την επιδίωξη χωρών, όπως η Γερμανία, που πρωτοστάτησαν στη διαδικασία αυτή και απώλεσαν μεταπολεμικά, ως τιμωρία, την θέση τους στην διεθνή κοινότητα να αναδιατάξουν τις μεταξύ τους σχέσεις με τις άλλες υπερδυνάμεις και να επανέλθουν στους διεθνείς οργανισμούς παγκόσμιων αποφάσεων, όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, χωρίς, μάλιστα, να αποκαταστήσουν και να αποδώσουν πίσω τμήμα της παραγόμενης υπεραξίας που δήωσαν στον πόλεμο.</p>
<p>Δεν είναι όλα αυτά ανεξάρτητα από την επανάκαμψη εθνικισμών μετά την πτώση ή παράλληλα με αυτήν των ανατολικών συστημάτων, όπως εκδηλώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, εθνικισμός που ανανεώνεται πρόσφατα υπό νέους όρους, συνεπεία της κρίσης του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος και της ευχέρειας που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες της «κοινωνίας της γνώσης», ώστε να σταματήσει η εδαφική αναζήτηση φτηνής εργασίας και να αξιοποιηθεί η εξ αποστάσεως τηλε-ιδιοποίηση της, με αποτέλεσμα την στροφή επενδύσεων από την περιφέρεια στο «κέντρο». Το γεγονός ότι σταδιακά επανέρχεται το κέντρο βάρους στα «μητρικά» κεφάλαια των πολυεθνικών, και όχι πλέον μόνο στις τεχνολογίες αιχμής, όπως συνέβαινε μέχρι πρόσφατα, ενισχύει και τα έθνη-κράτη και τις ιδεολογίες που τους αντιστοιχούν. Ειδικά σε περιπτώσεις, όπως η Γερμανία, η οικονομική ευχέρεια που της παρείχε η επιτελική της θέση μέσα στην Ε.Ε και τα κέντρα αποφάσεων της, επιβοήθησε στην οικονομική της γιγάντωση, κάτι που διεκδικεί τώρα και σε αναφορά με τις παγκόσμιες σφαίρες εξουσίας, υπερβαίνοντας τον τυπικό αποκλεισμό της από αυτές. Σε μια εποχή γενικής αναθέρμανσης των εθνικισμών χώρες που ελέγχουν τις οικονομικές διαδικασίες σε περιφερειακούς συνασπισμούς αναζητούν διακαώς να επιλύσουν τις υπάρχουσες ιστορικά διαμορφωμένες «δυσπιστίες».</p>
<p>Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι απαιτείται να ωραιοποιηθεί το ιστορικό παρελθόν, ιδιαίτερα αν είναι βεβαρημένο με ολοσχερείς καταστροφές. Το όλο εγχείρημα στηρίζεται και στην αξιοποίηση των καθυστερήσεων στην ιστορική έρευνα που επιβλήθηκαν μεταπολεμικά από τους ημεδαπούς απολογητές των διεθνών δομών εκμετάλλευσης που τους εξέθρεψαν, επιβάλλοντας σιωπή σε σειρά χώρες που έπρεπε να απεξαρτηθούν από το πνεύμα της Αντίστασης. Γιατί σε περιπτώσεις, όπως η Ελλάδα ή η Ιταλία, καταβλήθηκε τεράστια προσπάθεια να απαλλαγούν των ευθυνών τους όσοι από τους εγχώριους παράγοντες και μηχανισμούς συμμετείχαν στην ιμπεριαλιστική καταλήστευση τους τον καιρό του πολέμου και επιχείρησαν μεταπολεμικά να ανανεώσουν τις ίδιες δομές εξάρτησης με άλλον πλέον επικυρίαρχο, στηριγμένοι σε ένα καθεστώς παρατεταμένης αντιδημοκρατικής εκτροπής (εμφυλιοπολεμικό κράτος, Operation Sheepskin<em>&#8211;</em>Κόκκινη Προβιά, Χούντα των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα, Operation Gladio στην Ιταλία.).</p>
<p>Η σύγχρονη απόπειρα αναδιαμόρφωσης της συλλογικής ιστορικής μνήμης σε αυτό το παρελθόν στηρίζεται και επιχειρεί να το ανανεώνει. Ήταν ένας τύπος ιστορικής προσέγγισης που επιχείρησε με μια επιλεκτική και συστηματική παραποίηση της ιστορίας της περιόδου της Κατοχής, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, να στηρίξει ιστοριογραφικά τον ακραίο αντικομμουνισμό, τον εμμονικό αμερικανισμό, και σε συνδυασμό με τη συνέχιση μιας εκτεταμένης φυσικής καταστολής και διώξεων, να ακυρώσει την πάνδημη απαίτηση για πολιτική ομαλοποίηση σε ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο. Ιδεολογικός άξονας της προσπάθειας αυτής ήταν να αποσιωπηθούν οι διαδικασίες εκείνες μέσω των οποίων οι πρώην συνεργάτες των κατακτητών αποτέλεσαν το «βαθύ κράτος», στελέχωσαν τις παράλληλες δομές εξουσίας στην Ελλάδα και συνέβαλαν στην συγκρότηση μια δεσπόζουσας αστικής μερίδας πέριξ του κράτους που εξακολουθούσε να συσσωρεύει, παρέχοντας διαρκείς μεταπρατικές «υπηρεσίες» στο διεθνές κεφάλαιο αλλά και στο ελληνικό αντικομμουνιστικό κράτος.</p>
<p>Όλα στηρίχθηκαν σε μια στρατηγική απόδοσης ευθυνών στην υποτιθέμενη αναλγησία της ελληνικής Αριστεράς, την ιστορική επιμονή της να συνωμοτεί διεθνώς κατά του «έθνους», αποδυναμώνοντας τις διεθνείς ευκαιρίες (sic) που συνιστούσε η πρόσδεση του στις δυτικές ιμπεριαλιστικές δομές. Ήταν μια «επιστημονική» φιλολογία που παρήχθη μέσα στους μηχανισμούς κρατικής καταστολής, προσποιήθηκε ότι συνιστά ιστορικό λόγο, στηρίχθηκε στον αποκλεισμό επιστημονικών προσεγγίσεων, απέκρυψε πηγές ή τις παραποίησε και απαξίωσε ολόκληρες φάσεις της ιστορικής πραγματικότητας (Αντίσταση, Απελευθέρωση κλπ). Και τότε το εγχείρημα αξιοποίησε τις «μαρτυρίες» που, ως επί το πλείστον, κατασκευάστηκαν κατά τον τρόπο της απολογίας σε κατηγορητήρια στα στρατοδικεία της μεταπολεμικής περιόδου.</p>
<p>Έτσι, ακραίες γεγονοτολογικές κατασκευές, λογικές υπερβάσεις, παραδοξότητες, κωμικές υπερβολές και έμφαση στο κομμουνιστικό «έγκλημα» που επέβαλε τα κατοχικά αντίποινα εις βάρος αθώων πολιτών στηρίχθηκαν στο αποκλεισμό της δυνατότητας επιστημονικού ελέγχου επί τη βάσει του επιστημολογικά συγκεκριμένου και διασταυρωμένου, με στήριξή του σε γραπτές (και ελέγξιμες) πηγές. Ειδικά η χούντα των Συνταγματαρχών ξεπέρασε κάθε όριο μέσω των «μαρτυριών» που γέννησαν ηρώα και αναθηματικές πλάκες θυμάτων του «εαμοκομμουνισμού» σε όλη της επικράτεια. Εκατοντάδες παρακρατικοί σε διατεταγμένη υπηρεσία το επιβεβαίωσαν με «μαρτυρίες» που εκτίθεντο σε μνημόσυνα που πραγματοποιούνταν σε οικισμούς που «ξεκληρίστηκαν από Γερμανούς και ελασίτες», επειδή ήταν «φωλέες συμμοριτών».<sup><a id="post-3730-endnote-ref-1" href="#post-3730-endnote-1">[1]</a></sup></p>
<p>Η ανατροπή που προκάλεσε η μεταπολίτευση, επιφέροντας μια συνολική ανακατάταξη του ιδεολογικού υποστρώματος των αστικών πολιτικών σχέσεων, κατέρριψε ταχύτατα ό,τι είχε κατασκευάσει μέσω «μαρτυριών» η εμφυλιοπολεμική ιδεολογία, ιδίως όταν επετράπη σε επιστήμονες ιστορικούς να αρθρώνουν λόγο, παράλληλα με τη μερική αποχουντοποίηση και τις ακαδημαϊκές ελευθερίες που σταδιακά ανακτήθηκαν. Μαζί με αυτή την ανακατάταξη ήρθαν και γενναίες θεωρητικές μεταβολές στο πεδίο της ιστορικής επιστήμης που επέτρεψαν τη δειλή, αρχικά, επιστημονική αναπαραγωγή του παρελθόντος, η οποία προσπαθούσε ενσυνείδητα να αποβάλει τις κραυγαλέες ενσωματώσεις της μετεμφυλιακής κυρίαρχης ιδεολογίας στο εσωτερικό της. Καθοριστική χρονική συγκυρία αποδείχθηκαν τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν οι θιασώτες της παραδοσιακής εθνικιστικής, αμερικανόδουλης, κλειστοφοβικής ιδεολογίας διαπίστωσαν πλέον την αδυναμία τους να ελέγξουν την επιστημονική πρακτική και μέσα στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα, υποσκελισμένοι από αυτό που ονόμασαν πικρόχολα ως «η επιστημονική εκδίκηση της Αριστεράς».<sup><a id="post-3730-endnote-ref-2" href="#post-3730-endnote-2">[2]</a></sup> Η μετέπειτα 30ετής κυριαρχία της ιστορίας των μεγάλων αφηγήσεων επί τη βάσει των ιστορικών κοινωνικών και πολιτικών ζευγμάτων (φασισμός-αντιφασισμός, δημοκρατία-απολυταρχία, ειρήνη-πόλεμος, εθνικισμός-πατριωτισμός κλπ) με άξονα τον «μοντερνισμό» της ιδεολογίας της συλλογικής προόδου, στον οποίο επένδυσε ο ενθουσιασμός της μεταπολιτευτικής δημοκρατικής εξέλιξης, περιθωριοποίησε το παρελθόν του ιστορικού λόγου στην Ελλάδα.</p>
<p>Ωστόσο, στην εποχή των συνθηκών κυριαρχίας του γερμανικού συστήματος οικονομικο-πολιτικών σχέσεων στο εσωτερικό της Ε.Ε (εκεί που όλα εξαρτώνται από τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας) και την ανάγκη νομιμοποίησης του καθεστώτος αυτού, επανέρχεται η θεματολογία, όσο και η πρακτική, του «επιστημονικού» παρελθόντος, ανανεώνοντας την μεθοδολογική προϊστορία της ιστορικής «έρευνας» (υπό το πρόσχημα «νέων επιστημολογικών τάσεων»), ώστε να επιτευχθεί η διεθνής «συναντίληψη» που απαιτούν οι νέες δομές εξουσίας στην Ε.Ε. Όπως απαλλάχθηκαν στο παρελθόν οι εγχώριοι συνεργοί της διεθνούς εκμετάλλευσης που υπέστη η Ελλάδα στο πλαίσιο του δόγματος «ανήκομεν εις την Δύση», έτσι σήμερα επιχειρείται να απαλλαγούν και οι καθεαυτό παραγωγοί της τότε οικονομικής καταλήστευσης και καταστροφής της χώρας, δηλαδή οι δυνάμεις Κατοχής, οι οποίες τουλάχιστον για χρόνια, έστω και σιωπηλά, ήταν πλήρως απονομιμοποιημένες (και για αυτό πολύ έντονη η συλλογική απαίτηση στη χώρα για αποζημιώσεις). Κάποιοι επενδύουν με ζέση στο γεγονός ότι η δυνατότητα «απομυθοποίησης» του απάνθρωπου κατακτητή «απελευθερώνει» τις διακρατικές σχέσεις, επιτυγχάνεται η «κατανόηση» και η εκατέρωθεν προσέγγιση του τότε θύματος με τον θύτη, χωρίς καν ο δεύτερος να έχει αναγνωρίσει εμπράκτως (και με αποζημιώσεις) ότι ενεχόταν στην αδικοπραγία. Το να παραμένει σε εκκρεμότητα αυτό το «αγκάθι» επιχειρείται να αρθεί και με την παράλληλη υποβάθμιση της έκτασης του κατοχικού εγκλήματος με την «αποκάλυψη» των ευθυνών και του θύματος σε σχέση με τα «αντίποινα» που υποτίθεται ότι προκάλεσαν, την υποτίμηση των συνεπειών που υπέστη (δεν ήταν τέτοια η έκταση της καταστροφής, όπως, για παράδειγμα, δείχνουν τα αναθεωρημένα προς τα κάτω, «επιστημονικά», μεγέθη των θυμάτων από την πείνα), την προβολή του θύτη ως ένα μικρό ποσοστό φανατικών ανάμεσα σε στρατιώτες που «έκαναν το καθήκον τους». Αυτό την ίδια στιγμή προσλαμβάνει και τη μορφή της συνολικής υποβάθμισης της συμβολής της Αντίστασης του θύματος, ιδίως του ΕΑΜ, στην διεθνή αντιφασιστική νίκη, στην επιβίωση ενός ολόκληρου λαού, στην προστασίας της ακεραιότητας της χώρας.</p>
<p>Το όχημα για την επίτευξη του πραγματικού περιεχομένου του στόχου που τέθηκε από τις «πλατφόρμες, δηλαδή την συλλογική λήθη μέσω της ανάδειξης του επιμέρους και περιπτωσιακού, ήταν η εμφάνιση των νέων μεταμοντέρνων ιδεών των τριών τελευταίων, ιδίως, δεκαετιών, την οποία διευκόλυνε ένα τμήμα ιστορικών και κυρίως πολιτικών επιστημόνων στην Ελλάδα. Η ιστορία έπαψε να εκλαμβάνεται ως υπόθεση κίνησης μαζών, πολιτικο-κοινωνικών διαδικασιών και ταξικών αντιθέσεων, αλλά προτάθηκε και διαφημίστηκε ως το πεδίο εκδίπλωσης ανθρωπολογικής φύσης αντιθέσεων (βία-έξεις-ένστικτα-αυτοσυντήρηση-βιολογικές διαφορές) με άξονα το «άτομο», τα «δικαιώματα» και τις επιλογές του. Οι θεωρίες της «πολιτιστικής ταυτότητας», του συλλογικού «ασυνείδητου», ο «κατασκευατισμός» (κονστρουκτιβισμός) ενός υποκειμένου χωρίς ιδεολογία με απέραντη ικανότητα σημασιοδοτήσεων,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-3" href="#post-3730-endnote-3">[3]</a></sup> προτάθηκαν ως τρόποι αναγνώρισης της ιστορικής πραγματικότητας, τέτοιοι που καθιστούν εν γένει ανιστορικό το αντικείμενο της ιστορικής έρευνας. Έτσι, οι δοσίλογοι και οι καταδότες κατά την Κατοχή να αντιμετωπίζονται απλώς ως «άνθρωποι» με τις έξεις τους,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-4" href="#post-3730-endnote-4">[4]</a></sup> οι στρατιώτες της Βέρμαχτ ως νέοι που βρέθηκαν μακριά από τα σπίτια τους, κάθιδροι από πανικό λόγω της προσέγγισης του Κόκκινου Στρατού στα βόρεια σύνορα της χώρας και τον ανορθόδοξο πόλεμο του ΕΛΑΣ, κάτι που νομιμοποιούσε την «συμπεριφορά» τους, τα SS κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις διασαλευμένων ανθρώπων, όλοι τους υποκείμενοι σε ανθρωπολογικά κίνητρα (και το «άγχος του πολέμου»). Κανείς τους δεν ήταν εφαρμοστής της «νέας τάξης πραγμάτων», εκπρόσωπος φασιστικών ιδεολογιών και πρακτικών, βραχίονας ενός κράτους συστηματικής και απάνθρωπης εκμετάλλευσης, όπου 7.000.000 εργάτες καταναγκαστικής εργασίας από όλη την Ευρώπη δούλευαν σε γερμανικά εργοστάσια και ως ασπίδες προστασίας (συνήθως ανεπιτυχούς) από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, προσπορίζοντας απίστευτα κέρδη στους Γερμανούς βιομήχανους.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-5" href="#post-3730-endnote-5">[5]</a></sup> Αντιθέτως, εκείνο που υποτίθεται ότι μέχρι τώρα η υπάρχουσα έρευνα ξέχασε είναι ότι τα πάντα συντελέστηκαν μεταξύ «ανθρώπων», το νόημα βρίσκεται στα τραύματα και οι εμπειρίες βίας που βίωσαν τα άτομα, μετατοπίζοντας έτσι την «αποκατάσταση» των θυμάτων αυτών σε μια ψυχογραφικού τύπου προσέγγιση του τραύματος τους που επουλώνεται με μια ψυχοθεραπεία γνωσιακού τύπου, ανακαλώντας στη μνήμη το τραύμα αυτό (και όχι πάντως με υλικές αποζημιώσεις).</p>
<p>Στο ίδιο πλαίσιο λογικής οι κατακτητές Ναζί στις κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες ήταν απλοί παρατηρητές ενός πολέμου μεταξύ κομμουνιστών και εγχώριων αστικών δυνάμεων που απλώς λόγω της παρουσίας του κατακτητή εντάθηκε, δεν αποσπούσαν εκείνοι τα τρόφιμα και τα περιουσιακά στοιχεία των πολιτών αλλά ο «πόλεμος» που γεννούσε στους ανθρώπους ανοίκειες συμπεριφορές, δεν υπερέβαιναν αυθαίρετα ακόμα και το δικό τους διαταχθέν όριο ιδιοποίησης από το 10% στο 30-40% και πολλές φορές στο σύνολο της ατομικής παραγωγής του αγρότη, εγκαταλείποντας τον εξαθλιωμένο,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-6" href="#post-3730-endnote-6">[6]</a></sup> δεν χρησιμοποιούσαν τους ημεδαπούς συνεργάτες για να τους διευκολύνουν στις αρπαγές για να πετύχουν τους στόχους ιδιοποίησης της ελληνικής αγροτικής παραγωγής που διέταξε το υπουργείο εφοδιασμού της Γερμανίας.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-7" href="#post-3730-endnote-7">[7]</a></sup> Επιπλέον, δεν ήταν οι Γερμανοί στρατιώτες που θεωρούσαν ευνόητο να μετατρέπουν αμάχους σε ομήρους και να τους στοιβάζουν σε κλούβες για να μην πλήττονται οι αμαξοστοιχίες που μετέφεραν πρώτες ύλες στη Γερμανία, δεν ήταν εκείνοι που προσπάθησαν να καταληστεύσουν μια χώρα, προσφέροντας και ένα αξιοζήλευτο βιοτικό επίπεδο στους συγγενείς τους στη Γερμανία (και για αυτό εξασφάλισε μαζική στήριξη ο ναζισμός), δεν μεγέθυναν τις γερμανικές βιομηχανίες με προϊόντα που μεταφέρονταν σε αυτές, έχοντας κλαπεί από τις αποθήκες και τα σπίτια των πολιτών των οικισμών που αντιμετώπισαν «αντίποινα», δεν παρήγαγαν την εγχώρια μαύρη αγορά, πουλώντας οι ίδιοι ότι αποσπούσαν από τα θύματα τους (ρολόγια, μεταξωτά, υφαντά, προίκες κοριτσιών κλπ), δεν χρησιμοποιούσαν τα κατοχικά μάρκα για να αδειάσουν τις προθήκες των ελληνικών καταστημάτων. Το μόνο που, αντιθέτως, ανθούσε στην κατεχόμενη Ελλάδα για τις «νέες ερμηνείες» ήταν η τρομοκρατία του κράτους του ΕΑΜ, (που έμοιαζε για κάποιους ερευνητές με «την τρομοκρατία των Ιακωβίνων και των Σοβιετικών στις χώρες τους» !!),<sup><a id="post-3730-endnote-ref-8" href="#post-3730-endnote-8">[8]</a></sup> του οποίου τα όργανα ως κοινοί δολοφόνοι δεν έκαναν διακρίσεις στο εγκληματικό τους έργο, όπως η Ο.Π.Λ.Α,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-9" href="#post-3730-endnote-9">[9]</a></sup> που παρουσιάστηκε ως συνώνυμη εγκληματικής οργάνωσης,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-10" href="#post-3730-endnote-10">[10]</a></sup> και εξωθούσαν άλλους Έλληνες να χρησιμοποιούν βία για να αμυνθούν.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-11" href="#post-3730-endnote-11">[11]</a></sup></p>
<p>Πάντως, το νέο αυτό εγχείρημα αναμόρφωσης της παγκόσμιας μνήμης για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έχει ως αφετηρία του το ίδιο αίτιο που παρήγαγε τον ιστορικό φασισμό ως κορυφαία εκδήλωση του: τον φανατικό αντικομμουνισμό. Είναι σήμερα η στρατηγική της κυριαρχίας της Γερμανίας που τον εκκολάπτει μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υποδαυλίζοντας τον σε χώρες δορυφόρους της, 9χώρες της Βαλτικής, Ουγγαρία, Τσεχία, Πολωνία κλπ). Είναι μια κατεύθυνση με αφετηρία στη δεκαετία του 1980, η οποία και συνδέθηκε με την ενεργοποίηση ομάδας Γερμανών ιστορικών με επικεφαλής τον Ernst Nolte, που αμφισβήτησε τις κρατούσες για δεκαετίες μετά το τέλος του πολέμου αντιλήψεις και αμφισβήτησαν την ιδέα ότι υπήρχε φασισμός και ναζισμός ως πολιτικά φαινόμενα συνδεδεμένα με τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των αστικών τάξεων των χωρών τους. Αντίθετα, στα πλαίσια αποτίναξης της συλλογικής γερμανικής ευθύνης, ο ναζισμός εμφανίστηκε ως τμήμα της προσπάθειας του δυτικού κόσμου να αντιδράσει στη «νεωτερικότητα» της δεκαετίας του 1930 που συνιστούσε ο μαρξισμός, του ανθρώπου της χιτλερικής Γερμανίας να αντιστρατευτεί την «υπερβατικότητα» που συνιστά η απειλή ανατροπής της παραδοσιακής κοινωνίας από τον διεθνή κομμουνισμό. Ο δε φασισμός ήταν ένα sui generis αυτόνομο φαινόμενο που νομιμοποιείται ως ένα παιχνίδι κυριαρχίας με αυτόν του ανατολικού «κόσμου»,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-12" href="#post-3730-endnote-12">[12]</a></sup> ανεξάρτητα από το εκάστοτε ιστορικό πλαίσιο, σε μια διαρκή συνθήκη εμφυλίων πολέμων που αέναα, υποτίθεται, ότι διχάζει τις κοινωνίες.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-13" href="#post-3730-endnote-13">[13]</a></sup></p>
<p>Για να γίνουν όλα αυτά πιστευτά χρειάζονταν και «αποδείξεις». Ήταν οι «μαρτυρίες» των ατόμων, που επιβεβαίωναν τα βιώματα «άγχους» του δυτικού πολίτη έναντι στην απειλή της «νεωτερικότητας» που αμφισβήτησε τις παλιές κοινωνικές δομές, <sup><a id="post-3730-endnote-ref-14" href="#post-3730-endnote-14">[14]</a></sup> ήταν η αποτύπωση σε αυτές του τραύματος που καταφέρθηκε στην ψυχοσύνθεση του υποστηρικτή του υπάρχοντος και της παράδοσης συντηρητικού πολίτη, και οι οποίες, παρότι ή και εξαιτίας αυτού στηρίζονταν στο επιμέρους και εντελώς περιπτωσιακό της ατομικής οπτικής, παρουσιάστηκαν να διεκδικούν αξίωμα ελέγχου του συνόλου της αναπαραγωγής της ιστορικής γνώσης, αναιρώντας δήθεν την απολυτότητα των συστηματικών επιστημονικών προσεγγίσεων.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-15" href="#post-3730-endnote-15">[15]</a></sup> Οι πρακτικές αυτές προσποιούνταν ότι επιδίωκαν να καταργήσουν τις «μεγάλες αφηγήσεις», αλλά στην ουσία αφαιρούσαν το συλλογικό ως κριτήριο επιστημονικής ανάλυσης, υποτιθέμενα ως «μοντερνιστικό».<sup><a id="post-3730-endnote-ref-16" href="#post-3730-endnote-16">[16]</a></sup> Στη θέση του ως βάση της ιστορικής πραγματικότητας προβλήθηκαν οι «έξεις» των ανθρώπων, οι «πολιτισμοί» τους,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-17" href="#post-3730-endnote-17">[17]</a></sup> η «διαφορετικότητα» και η «απόκλιση», τα «γλωσσικά πεδία», ο ψυχολογισμός κ.α, ενώ περιθωριοποιήθηκαν οι έννοιες της ιστορικής συγκυρίας, των πολιτικών στρατηγικών, των οικονομικών σχέσεων, των εθνικισμών κλπ.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-18" href="#post-3730-endnote-18">[18]</a></sup> Το κυρίαρχο, πλέον, στοιχείο ιστορικής ανάλυσης γινόταν η ατομική επιλογή και όχι η εκμετάλλευση που επέβαλαν κράτη και οι αστικές τους τάξεις εις βάρος ολόκληρων λαών.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-19" href="#post-3730-endnote-19">[19]</a></sup></p>
<p>Η ιστοριογραφία αυτού του τύπου απαλλάχθηκε από την συστατική απαίτηση κάθε επιστημονικού λόγου να συγκροτεί τα παράγωγα του, αρθρωμένα πάνω στην ανάγκη για λογική συνοχή και συστηματική οργάνωση των επιχειρημάτων και του πραγματολογικού υλικού.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-20" href="#post-3730-endnote-20">[20]</a></sup> Κατά τον ίδιο τρόπο άκοπα έθεσε στο περιθώριο την στήριξη σε πρωτογενές γραπτό υλικό, με το επιχείρημα ότι σε αυτό εμπλέκονται οργανωμένοι κρατικοί και μη μηχανισμοί, κάτι που εκ προοιμίου συγκαλύπτει την ουσία του «πραγματικού» και δεν την αποδίδει, όπως θα έκανε ο ίδιος ο μάρτυρας με την «ενάργεια» του: αποδίδοντας πιστότερα ότι η ιστορία είναι ο καμβάς της εκδίπλωσης της ανθρώπινης «ουσίας», των ατόμων και των «ορμών» καταστροφής που τα χαρακτηρίζουν. Αυτά προσφέρονται αδιαμεσολάβητα από την φωνή του «μάρτυρα» και όχι του εντεταλμένου ερευνητή ή ιστορικού, ενός συλλογικού φορέα που αναλαμβάνει να συγκεντρώσει και να στεγάσει το αρχειακό υλικό σε αρχειοθήκες και βιβλιοθήκες, να το ταξινομήσει και να το εντάξει σε ενότητες, να το ερμηνεύσει δυνάμει επιστημονικών διεργασιών. Στην εποχή κυριαρχίας της «μαρτυρίας», οι γραπτές πηγές έχουν ως μόνο νόημα να εντοπίζουν τις προσωπικές ευθύνες εκείνων που προκάλεσαν την αδικοπραγία, να προσδιορίζουν την ταυτότητα του ενόχου με την νομικιστική έννοια, όπως και τα θύματα του ως «περιπτώσεις» που συγκινούν αλλά δεν αποκαθίστανται ή αποζημιώνονται. Στη βάση των ατομικιστικών αυτών μεθοδολογικών αρχών τα «γεγονότα» δεν χρειάζονται να εγγραφούν πουθενά, να ενταχθούν σε συλλογικές πραγματικότητες, δεν απαιτείται να συνδεθούν με διαδικασίες, αλλά είναι αφεαυτά στην ατομικιστική τους απόσπαση η αυταπόδεικτη πιστοποίηση της «γνήσιας» ιστορικής πραγματικότητας. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-21" href="#post-3730-endnote-21">[21]</a></sup></p>
<p>Να σημειωθεί ότι οι «καινούργιες» αυτές τάσεις αντλούν τη δυναμική τους από την ανασύσταση της ιδεολογίας της «υπεροχής» του καπιταλισμού που ενισχύθηκε από την κατάρρευση των ανατολικών συστημάτων, στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Ο νικητής, με την ψυχολογία της «δικαίωσης», επιχειρεί να αποκλείσει πλήρως τις όποιες θεωρητικές και πολιτικές αντιστάσεις εκδηλώνουν οι «ηττημένοι», όλων όσοι επιφυλάχθηκαν για το «τέλος» της ιστορίας.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-22" href="#post-3730-endnote-22">[22]</a></sup> Όσοι επιμένουν να διαφωνούν είναι απλώς οπαδοί της «κόκκινης τρομοκρατίας» και της εμφύλιας βίας, θιασώτες μιας παγκόσμιας κομμουνιστικής συνωμοσίας ή μιας ιστορικο-πολιτικής «καθυστέρησης».<sup><a id="post-3730-endnote-ref-23" href="#post-3730-endnote-23">[23]</a></sup> Ήταν η ιδεολογική αυτή τάση που συνδέθηκε με τον περιώνυμο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και της αυτοκρατορίας του κακού» των ΗΠΑ στις δεκαετίες κυριαρχίας της φονταμενταλιστικής δεξιάς του τύπου του Ρ. Ρήγκαν που επιχείρησε να ηγεμονεύσει στα πλαίσια της «νέας ιστορίας».</p>
<p>Είναι, πλέον το άτομο, το βίωμα, η ατομικιστική μεθοδολογία στην επιστήμη, που μπορούν, υποτίθεται, να εξηγούν την λειτουργία μιας κοινωνίας και μια ιστορική διαδικασία και όχι η συλλογικότητα που εκλαμβάνεται με όρους ενός απλού αθροίσματος ανθρώπων, το οποίο έχει νόημα μόνο ως συν-εκδήλωση της ατομικότητας. Δεν υπάρχουν εθνικιστές, φασίστες, αποικιοκράτες, φυλετιστές, αλλά «άτομα» που πιθανόν υποπίπτουν σε αντικοινωνικές συμπεριφορές. Σε αυτό το πλαίσιο δεν υπάρχουν συλλογικές ευθύνες, αλλά μπορεί κανείς να αναζητήσει τις δεκάδες ανθρώπινες ιστορίες που φέρνουν τους λαούς κοντά ως έκφραση της κοινής ανθρώπινης «ψυχής». Τα εγκλήματα τα κάνουν «άνθρωποι» και ποτέ ιδεολογίες, εθνικισμοί, οργανωμένοι μηχανισμοί, υποκινούμενα από τάξεις, υλικά ή κρατικά συμφέροντα. Η ιστορία είναι ο καμβάς εκδήλωσης του ατομικού «πάθους», το πεδίο άθροισης των «περιπτώσεων» και όχι το συλλογικό αποτέλεσμα μιας επενέργειας που αφορά τόσο το άτομο-θύμα, τον κοινωνικό του περίγυρο, το χωρίο ή την πόλη του, αλλά ακόμα και μια ολόκληρη χώρα, και μάλιστα με πολύ ευρύτερα χρονικά όρια από τη στιγμή διάπραξης του ιστορικού γεγονότος-εγκλήματος. Γιατί δεν είναι μόνο η γυναίκα θύμα σεξισμού, όταν της έκαψαν οι Γερμανοί το σπίτι στην Κατοχή, επειδή τους χλεύασε, όταν της άδειαζαν την αποθήκη, είναι και η οικογένεια της που αναγκάστηκε έκτοτε να μετοικήσει, είναι και το χωριό της που ρήμαξε, είναι και τα χωράφια της που έμειναν ακαλλιέργητα, είναι και η σοδειά που μειώθηκε, είναι και η πόλη που δεν έβρισκε τρόφιμα, είναι και τα παιδιά της που πείνασαν και η υπογεννητικότητα που προκλήθηκε, είναι και η χώρα της που καταχρεώθηκε για να επιβιώσει.</p>
<p>Πέραν αυτού, οι «νέες τάσεις» που κατέφυγαν στην «μαρτυρία» ως τη βασιλική οδό στη διαύγαση του ιστορικού επιστητού, αφού εξαφανίζουν την προηγούμενη ιστορική παραγωγή (δεν θα δείτε στα συμπιλήματα και τις πλατφόρμες «μαρτυριών» πολλές παραπομπές στην προηγούμενη ιστοριογραφία), προσεκτικά παρασιωπούν τις επιφυλάξεις τόσο των επίσημων ιστορικών, όσο ακόμα και των ίδιων των υποστηρικτών της προφορικής ιστορίας ως παράγοντα που συμβάλει στην ιστορική επιστημονική προσέγγιση. Ήταν, μάλιστα, αυτοί οι δεύτεροι που πρώτοι επισήμαναν τους κινδύνους από την αφέλεια, τον ερασιτεχνισμό και τη σκοπιμότητα σε πολλές από τις «αξιοποιήσεις» της μαρτυρίας, θέτοντας δεκάδες ηθικά και μεθοδολογικά ζητήματα και ενστάσεις. Την ίδια στιγμή, η «ιστορία από τα κάτω» ή η ιστορία των κινημάτων του τρίτου κόσμου, που συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάδειξη της προφορικής ιστορίας, συνιστώντας μια πραγματικά καινούργια μεθοδολογική συμβολή στην ιστορική επιστήμη, αν και αρχικά συνδεδεμένη με την αντιαποικιοκρατική ιδεολογία και τις αναζητήσεις αριστερών συνήθως ιστορικών,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-24" href="#post-3730-endnote-24">[24]</a></sup> έδωσε τη θέση της στην αφήγηση των «θυμάτων του κομμουνισμού», εξαντλήθηκε στα «βιώματα» των διωκόμενων στις ανατολικές χώρες και υποκλίθηκε στο να επιβεβαιώνει τα «εγκλήματα» των Σοβιετικών και του Στάλιν στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την μεταπολεμική περίοδο.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-25" href="#post-3730-endnote-25">[25]</a></sup></p>
<p>Σε αυτές ακριβώς τις λογικές στηρίχθηκε η νέα μετανεωτερική ιστοριογραφική πρόταση που σχετίζεται με την ανάδειξη της δημόσιας ιστορίας συγκεκριμένων προδιαγραφών<sup><a id="post-3730-endnote-ref-26" href="#post-3730-endnote-26">[26]</a></sup> και την «μαρτυρία» ως τμήμα της «αποκεντρωθέτησης του ιστορικού βλέμματος»,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-27" href="#post-3730-endnote-27">[27]</a></sup> όπως το διαφήμιζε η «νέα επιστημολογική τάση».<sup><a id="post-3730-endnote-ref-28" href="#post-3730-endnote-28">[28]</a></sup> Νομιμοποιητικός δεσμός του επιχειρήματος αυτού η διαπίστωση της «βίας» ως ανθρώπινης έξης που επιβεβαιώνεται αφειδώς από τις «συνεντεύξεις», ο εντοπισμός της οποίας καθίσταται ο εκ προοιμίου στόχος της όποιας έρευνας, η οποία υπάρχει για να δικαιώνει την αποπολιτικοποίηση των ιστορικών διαδικασιών.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-29" href="#post-3730-endnote-29">[29]</a></sup> Απουσιάζουν, βεβαίως, ερωτήματα για το ποιος είναι ο αφηγητής και η προσωπική του ιστορία εν σχέσει με το αφηγούμενο γεγονός, η βαθύτερη πρόθεση του ερωτώντος στη συνέντευξη, καθώς και η επιρροή που ασκεί, όσο και αμφιβολίες σε σχέση με τον τρόπο που η μνήμη τοποθετείται πάντα σε αναφορά με την εκάστοτε συγκυρία κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και υπερφαλαγγίζεται από την συγκυρία αυτή. Μάλιστα, έναντι μαρτυριών που καθίστανται εκτός των ερωτημάτων που θέτει ο «ιστορικός», δεν υπάρχει έδαφος ιστορικής αξιολόγησης, απλά καταγράφεται ασχολίαστη η απόκλιση, και υπάρχει για να επιβεβαιώνει τον «πλουραλισμό» στον οποίο ομνύει η νέα μεθοδολογία.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-30" href="#post-3730-endnote-30">[30]</a></sup> Έτσι, ένας φανατικός ναζί και ένας αντιστασιακός μπορεί να συνυπάρχουν χωρίς καμία άλλη αξιολόγηση, εκτός από την προβολή του κοινού τους στοιχείου, που είναι το «βίωμα» που έχουν διαμορφώσει ως «άνθρωποι» και ως ατομικές μονάδες σε συνθήκες βίας. Με τον τρόπο αυτό καταλήγει κανείς να αναζωπυρώνει την παλιά πρακτική να αποδίδει αντικειμενικότητα στην καταγγελία των «ειδεχθών» συμπεριφορών όσων δεν σεβάστηκαν «τα δικαιώματα του ανθρώπου»,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-31" href="#post-3730-endnote-31">[31]</a></sup> συνήθως οι κομμουνιστές, ως εγγεγραμμένη συνθήκη στο πολιτικό τους DNA. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-32" href="#post-3730-endnote-32">[32]</a></sup></p>
<p>Το τελικό αποτέλεσμα όλων αυτών των εμπλουτισμών στην έρευνα είναι να επιτυγχάνεται μια γενναία αποπολιτικοποίηση του ιστορικού φαινομένου,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-33" href="#post-3730-endnote-33">[33]</a></sup> διαχωρίζεται το εθνικό από το διεθνές, το τοπικό από το γενικό, πράγμα ευθέως συνδεδεμένο με το διεθνές εγχείρημα της δεκαετίας του 1990<sup><a id="post-3730-endnote-ref-34" href="#post-3730-endnote-34">[34]</a></sup> να υποβαθμιστεί η αντιφασιστική συνιστώσα του αντικατοχικού αγώνα στο όνομα της υπέρβασης των «ολοκληρωτισμών»<sup><a id="post-3730-endnote-ref-35" href="#post-3730-endnote-35">[35]</a></sup> και των «πολώσεων» στην ιστοριογραφία του παρελθόντος.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-36" href="#post-3730-endnote-36">[36]</a></sup> Τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα του ενεργήματος αυτού τα διαπιστώνει κανείς σήμερα στην ανάδειξη των φασιστικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες.</p>
<p>Στην ουσία όλα αυτά είναι η άλλη όψη του επιχειρήματος να αποδειχθεί ότι το ναζιστικό φαινόμενο έπεσε από τον ουρανό, δεν είχε καμία σχέση με ένα κράτος έκτακτης ανάγκης που προέκυψε στην τελευταία φάση του μεσοπολέμου, συνδεδεμένο με την κυριαρχία μιας μονοπωλιακής αστικής μερίδας που αναζητούσε πρώτες ύλες και φτηνή εργασία από το εξωτερικό και η οποία επέβαλε την δημιουργία πρωτοφανών στο μέγεθος τραστ, όπως το I.G Farben και τα Ενωμένα Χαλυβουργία (τον τεράστιο συνασπισμό χάλυβα) που αναζητούσαν επιτακτικά κρατικές πολεμικές παραγγελίες. Ούτε, βέβαια, να αναζητηθούν ευθύνες από μια γερμανική μικροαστική τάξη που λειτουργούσε το κράτος ως ένα γραφειοκρατικό μηχανισμό απόλυτου κοινωνικού ελέγχου (έχοντας ευθύνες από τον κατώτερο υπάλληλο μέχρι τον διευθυντή των υπουργείων), βάσει και των ειδικών συμφερόντων των μελών του ή στρεφόταν ενάντια στο τοκογλυφικό κεφάλαιο που την έπληττε και αναζητούσε εξιλαστήρια θύματα στους Εβραίους που προσπαθούσε να τους κλείσει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και να ιδιοποιηθεί τις περιουσίες τους. Κατά ανάλογο τρόπο, επιχειρήθηκε να συγκαλυφθεί ότι ο ναζισμός συνδεόταν με την μεγάλη γαιοκτησία (Junkers) και την γερμανική αριστοκρατία που στελέχωνε τον γερμανικό στρατό, ότι δεν ήταν οι ευγενείς αξιωματικοί με την κουλτούρα του γερμανικού πολιτισμού που χαρακτήριζαν τον στρατό αυτό, αλλά ότι συνδεόταν με τον παραδοσιακό ρατσιστικού τύπου γερμανικό εθνικισμό και τον μακραίωνο συλλογικό φετιχισμό προς το πρωσικό κράτος και τον μιλιταρισμό που προέβαλε, ενώ τροφοδοτούνταν από τις προτεσταντικές περιοχές με την αντίστοιχη υπερσυντηρητική εκκλησία, αλλά και τις φυλετικές θεωρίες και τις volk ιδεοληψίες που ενδημούσαν στον γερμανικό κοινωνικό σχηματισμό, μαζί με τον αναγκαίο σκοταδισμό και τον αντι-διανοουμενισμό που τον χαρακτήριζε.</p>
<p>Υπό την ίδια έννοια δεν ενδιαφέρει ποσώς το ζήτημα του λόγου που αντιστέκεται ένας λαός σε αυτόν ή γιατί προκύπτει η «συνεργασία» με τον κατακτητή ή το τι αυτή συνεπάγεται.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-37" href="#post-3730-endnote-37">[37]</a></sup> Οι κοινωνικές πράξεις για τη μετανεωτερικότητα είναι «συμβολικές» εκδηλώσεις με τη δομή που προσιδιάζει σε ένα γραπτό κείμενο, δηλαδή τυπικές ακολουθίες γεγονότων και πράξεων και δεν χρήζουν άλλων συνδηλώσεων (πολιτικής φύσης).<sup><a id="post-3730-endnote-ref-38" href="#post-3730-endnote-38">[38]</a></sup> Η όποια ταξική κοινωνιολογία δεν αποτελεί παρά έναν «ολισμό» που καταστρέφει την απαιτούμενη αυτο-αναφορικότητα του επιστήμονα, καταστρατηγώντας δήθεν το δικαίωμα της άλλης άποψης να περιλαμβάνεται στη «διεπιστημονική» κοινότητα. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-39" href="#post-3730-endnote-39">[39]</a></sup></p>
<p>Υπό την ίδια έννοια, τα ναζιστικά εγκλήματα στις κατεχόμενες χώρες ήταν η «διευθέτηση» που επιχείρησαν οι κατακτητές έναντι των εγχώριων κομμουνιστών που με το πρόσχημα της αντίστασης στράφηκαν κατά της ίδιας τους της «φυλής» για να επιβάλουν την μεταπολεμική δικτατορία τους. Οι ίδιοι οι Γερμανοί δεν ήταν παρά ο ένοπλος βραχίονας του εγχώριου αστικού κόσμου, ο οποίος «αμύνθηκε» μέσω της συνδρομής του γερμανικού στρατού και, μάλιστα, από μια στιγμή και μετά υποτίθεται το έργο ανέλαβαν εξ ολοκλήρου εγχώριες δυνάμεις, όπως τα Τάγματα Ασφαλείας στην Ελλάδα ή η Milice στην Γαλλία. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι μια πιο εκλεπτυσμένη μορφή του παραδοσιακού αναθεωρητισμού που ενισχύθηκε ιδιαίτερα στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και με τον έκδηλο αντισημιτισμό του αμφισβήτησε, ανάμεσα στα άλλα ναζιστικά εγκλήματα, το Ολοκαύτωμα των Εβραίων. Με επιχειρήματα του τύπου της προσφοράς 50.000 δολαρίων σε όποιον αποδείκνυε ότι υπήρχε έστω και ένας θάλαμος αερίων, όπως προτάθηκε να γίνει σε Διεθνές Συνέδριο στο Λος Άντζελες στα 1979, υποστηρίχθηκε ότι δεν υπήρξε γενοκτονία, αλλά η απλή προσπάθεια εκδίωξης των Εβραίων από την Κεντρική προς την Ανατολική Ευρώπη, ενώ η χιτλερική Γερμανία δεν ήταν υπεύθυνη για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περισσότερο από ότι το σταλινικό καθεστώς, την εκδίωξη του οποίου από τα όρια της Ευρώπης ανέλαβαν υποτίθεται οι Ναζί.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-40" href="#post-3730-endnote-40">[40]</a></sup></p>
<p>Αν είναι να γίνει λόγος περί «βίας», στο έδαφος της οποίας κάποιοι εξισώνουν θύτες και θύματα, αφού όλοι άσκησαν «βία» και άρα όλοι είχαν ευθύνες, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το ΕΑΜ εξασφάλισε την απήχηση του στους πληθυσμούς επειδή κράτησε τη «βία» μακριά τους. Έδιωξε τους κατακτητές από μεγάλα τμήματα της χώρας, αποδιάρθρωσε τα δίκτυα παρανομίας που έστησαν με ημεδαπούς, δημιούργησε έναν εκτεταμένο μηχανισμό αστυνόμευσης στις περιοχές που ήλεγχε.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-41" href="#post-3730-endnote-41">[41]</a></sup> Περιέστειλε πλήρως την κλοπή και τη μαύρη αγορά, διέλυσε τις συμμορίες που εκβίαζαν τους πολίτες, διευκόλυνε την τροφοδοσία των ορεινών περιοχών, έστησε συσσίτια (κρατώντας την «βία» της πείνας μακριά), φρόντισε να διασώσει τμήμα της παραγωγής του αγρότη από τις λεηλασίες των αρχών Κατοχής και προστάτεψε τα σπίτια και τις αποθήκες των ανθρώπων από τις πυρκαγιές που έβαζαν οι Γερμανοί στρατιώτες για να συγκαλύψουν τις κλοπές που είχαν προηγουμένως διαπράξει, βαφτίζοντας τες ως «αντίποινα». Μάλιστα, ο ΕΛΑΣ απέφυγε όσο μπορούσε τις προστριβές μεταξύ των κατοίκων στις οποίες εσκεμμένα εξωθούσαν συστηματικά οι κατακτητές,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-42" href="#post-3730-endnote-42">[42]</a></sup> εντελώς αντίθετα με κάποιες άλλες, δήθεν αντιστασιακές, ομάδες ενόπλων που εμφανίστηκαν στα βουνά και άδειαζαν τις τοπικές αποθήκες.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-43" href="#post-3730-endnote-43">[43]</a></sup> Να σημειωθεί ότι απαιτήθηκε για αυτό, να επιβληθεί απόλυτη πειθαρχία, στο εσωτερικό του ΕΛΑΣ,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-44" href="#post-3730-endnote-44">[44]</a></sup> να στηθούν στρατοδικεία εις βάρος όσων έκλεβαν «ακόμα και μια κότα» και να κυκλοφορήσει στο βουνό ακόμα και οδηγός καλής συμπεριφοράς των ανταρτών του. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-45" href="#post-3730-endnote-45">[45]</a></sup></p>
<p>Γενικότερα, κάποιοι παρασιωπούν εντέχνως το γεγονός ότι το θέμα της βίας στην Κατοχή, όταν εξετάζεται, είναι απαραίτητο να συνδέεται στενά με τα γερμανικά «αντίποινα» (και τον ρόλο των καταδοτών που ήταν καθοριστικός σε αυτά) και τις συνέπειες τους. Γιατί οι Γερμανοί, στο πλαίσιο εφαρμογής μιας αμείλικτης στρατηγικής σε σχέση με τους αντάρτες, και ιδίως με τους πληθυσμούς που τους υποστήριζαν, και με βάση το επιχείρημα ότι ο πόλεμος «εναντίον του Στάλιν» ήταν αναγκαστικά ένας πόλεμος κτηνώδης,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-46" href="#post-3730-endnote-46">[46]</a></sup> εξαπέλυσαν συντονισμένα «αντίποινα» (έτσι βαφτίστηκε η εκστρατεία καταστροφής της χώρας), ιδίως μετά την ιταλική συνθηκολόγηση, δημιουργώντας χιλιάδες θύματα και μάλιστα με τη συνδρομή πλουσιοπάροχων αμοιβών, ώστε ένα μέρος του εγχώριου πληθυσμού να δελεαστεί να συνδράμει στο σχέδιο αυτό της μαζικής εξόντωσης.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-47" href="#post-3730-endnote-47">[47]</a></sup></p>
<p>Αυτό ακριβώς ήταν το αίτιο όλων των «ιδιαιτεροτήτων» και των φαινομένων βίας, που εμφανίστηκαν ως «εμφύλιοι πόλεμοι», ειδικά στην περιοχή της Πελοποννήσου, όπου μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού θεωρήθηκε από τις δυνάμεις Κατοχής εξ ολοκλήρου εχθρικό, και ακόμη και η απλή φυγή, έναντι Γερμανών στρατιωτών, λογιζόταν ως αντιστασιακή ενέργεια και τιμωρούνταν με εκτέλεση.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-48" href="#post-3730-endnote-48">[48]</a></sup> Εκεί εκατοντάδες καταδότες επιστρατεύτηκαν σε ένα βασίλειο εξαναγκασμού και εκβιασμών ώστε να μετατραπούν όλοι οι πολίτες σε εν δυνάμει όμηρους για να εκτελεστούν μαζικά μπροστά από τις κατεστραμμένες αμαξοστοιχίες που μετέφεραν τον πλούτο της χώρας στη Γερμανία.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-49" href="#post-3730-endnote-49">[49]</a></sup> Όσο μεγάλωνε η Αντίσταση, ιδίως από τον Ιούλιο του 1943 και μετά, οι Γερμανοί εφάρμοζαν στις εκτελέσεις αυτές και τον δημόσιο απαγχονισμό των εγκρίτων προσωπικοτήτων ενός χωριού,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-50" href="#post-3730-endnote-50">[50]</a></sup> ή τιμωρούσαν ακόμα και με θάνατο εκείνους που κρατούσαν τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοικτά, όταν διερχόταν ο γερμανικός στρατός, ώστε να τρομοκρατείται αποτελεσματικότερα ο πληθυσμός.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-51" href="#post-3730-endnote-51">[51]</a></sup></p>
<p>Να σημειωθεί ότι η εκστρατεία αυτή καταστροφής προέκυψε λόγω του φόβου ενός πανικόβλητου και αφελή κατακτητή, μήπως ο πληθυσμός προβεί σε εξέγερση σε ενδεχόμενο απόβασης συμμαχικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο, φόβο που καλλιέργησαν παραπλανητικά οι Βρετανοί στους Γερμανούς, όταν στις 30 Απριλίου 1943 έθεσαν σε διαδικασία το Σχέδιο Mincemeat, βγάζοντας σε ισπανική ακτή με υποβρύχιο ένα σώμα νεκρού, με έγγραφα που υπεδείκνυαν ότι η πραγματική επικείμενη συμμαχική απόβαση δεν θα γινόταν στη Σικελία, τα αεροδρόμια της οποία βομβαρδίζονταν την ίδια περίοδο, αλλά στην Πελοπόννησο, στην Καλαμάτα και τον Άραξο. Οι Γερμανοί, από δειλία, οργάνωσαν την άμυνα της περιοχής στη βάση της εξόντωσης του πληθυσμού στον οποίο έβλεπε έναν εν δυνάμει πράκτορα των Συμμάχων, όπως σημείωνε το μήνυμα το έστειλαν από τον μηχανισμό Enigma, το οποίο αποκρυπτογράφησαν οι Βρετανοί στις 15 Μαίου 1943.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-52" href="#post-3730-endnote-52">[52]</a></sup> Μάλιστα, το γερμανικό επιτελείο ζήτησε από τον Ρόμελ που βρισκόταν με άδεια στη Γερμανία να την διακόψει και να επιληφθεί του θέματος της άμυνας της Ελλάδας ενώ δύο εβδομάδες μετά στάλθηκε στην Ελλάδα η 1<sup>η</sup> Μεραρχία Panzer των Waffen SS από την Γαλλία, μια ομάδα ανθυποβρυχιακών σκαφών, ενώ κήρυξαν την περιοχή σε «πεδίο επιχειρήσεων» και τα «αντίποινα» διατάχθηκαν να εκτελούνται σε καθημερινή βάση.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-53" href="#post-3730-endnote-53">[53]</a></sup></p>
<p>Τα πράγματα προσέλαβαν ακόμα πιο ειδεχθή τροπή εις βάρος των κατοίκων της περιοχής, όταν οι Γερμανοί άλλαξαν, τον Δεκέμβριο του 1943, την πολιτική τους σε σχέση με τα τυφλά «αντίποινα», αφού εκτιμήθηκε ότι αυτά ευνοούσαν τους αντάρτες, και προσπάθησαν να πολιτικοποιήσουν το θέμα, αξιοποιώντας παραδοσιακές πολιτικές αντιθέσεις στην περιοχή. Έτσι, η απόφαση να συλλαμβάνονται ως υπεύθυνοι των αντιστασιακών πράξεων μόνο αριστεροί πολίτες μετασχημάτισε αυτούς που θα τους κατέδιδαν σε «αντικομμουνιστές» και όχι προδότες ή κοινούς δολοφόνους.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-54" href="#post-3730-endnote-54">[54]</a></sup> Η σύλληψη ομήρων πολιτικοποιήθηκε και χρησιμοποιήθηκε πλέον με την προσδοκία να στραφούν οι οικογένειες των ομήρων κατά της Αντίστασης ως υπαίτιας της ομηρίας,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-55" href="#post-3730-endnote-55">[55]</a></sup> ενώ αναπτύχθηκε η επιχειρηματολογία ότι οι όποιες αντιστασιακές ενέργειες -που υλοποιούσαν το βρετανικό σχέδιο αντιπερισπασμού «Animals»- είχαν μηδαμινή στρατιωτική σημασία.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-56" href="#post-3730-endnote-56">[56]</a></sup> Μέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς αυθαιρεσίας,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-57" href="#post-3730-endnote-57">[57]</a></sup> είχαν συλληφθεί περίπου 6.000 όμηροι σε λίγες εβδομάδες<sup><a id="post-3730-endnote-ref-58" href="#post-3730-endnote-58">[58]</a></sup> εκ των οποίων 2000 στάλθηκαν στο Χαϊδάρι.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-59" href="#post-3730-endnote-59">[59]</a></sup> Εκατοντάδες ακόμα είχαν διασπαρεί σε άλλα στρατόπεδα ή εκτοπιστεί σε άλλες περιοχές της χώρας.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-60" href="#post-3730-endnote-60">[60]</a></sup></p>
<p>Στην ουσία, λόγω των γερμανικών «αντιποίνων» η Πελοπόννησος είχε εξελιχθεί σε μια περιοχή που υφίστατο μια συστηματική σφαγή<strong>.</strong><sup><a id="post-3730-endnote-ref-61" href="#post-3730-endnote-61">[61]</a></sup> Εκτός από το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων και των γύρω χωριών, μετά το καλοκαίρι του 1943, στους νομούς Αρκαδίας και Λακωνίας είχαν υποστεί λεηλασίες και εμπρησμούς δεκάδες χωριά και σπίτια, κυρίως συγγενών μελών της αντίστασης.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-62" href="#post-3730-endnote-62">[62]</a></sup> Στη Μεσσηνία<strong>,</strong> μόνο στην Καλαμάτα, στις 23 Οκτωβρίου 1943 συνελήφθησαν 500 όμηροι, στις 7 Δεκεμβρίου 1943 στη Σπάρτη, όπου εκτελέστηκαν 128 άτομα,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-63" href="#post-3730-endnote-63">[63]</a></sup> στις 27 Ιανουαρίου 1944 188 και εκτελέστηκαν και δύο παιδιά στη κεντρική πλατεία της πόλης, ενώ το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου του 1944 συνελήφθησαν γύρω στα 2.000 άτομα από τους οποίους εκτελέστηκαν 500. Την 1<sup>η</sup> Μαΐου 1944 εκτελέστηκαν άλλοι 37 όμηροι, στις 16 Ιουνίου ακόμα 20, ενώ τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1944 επιπλέον 6. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-64" href="#post-3730-endnote-64">[64]</a></sup></p>
<p>Αντίστοιχα, μαζικές εκτελέσεις είχαν πραγματοποιηθεί στο Άργος την 1<sup>η</sup> Ιουλίου 1944 και στις 4 Αυγούστου 1944 στο Γύθειο, στις 21 Μαρτίου 1944 άλλοι 44 και στις 14 Αυγούστου 1944, αφού συνελήφθη και μεγάλος αριθμός ομήρων, 59 βρήκαν το θάνατο από βασανιστήρια.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-65" href="#post-3730-endnote-65">[65]</a></sup> Στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας, στις 24 Φεβρουαρίου 1944 εκτελέστηκαν 212 όμηροι, στους Μολάους στις 28 Απριλίου 1944 100, στο Μονοδένδρι Λακωνίας, στις 26 Νοεμβρίου 1943, 118. Το ίδιο και στην Πάτρα με 153 νεκρούς και χιλιάδες συλλήψεις ομήρων, στο διάστημα από 9 Μαίου 1943 μέχρι 18 Ιουλίου 1944. 17 όμηροι εκτελέστηκαν στην Τεγέα Αρκαδίας, 506 εκτελέστηκαν στην Τρίπολη από 23 Μαίου 1942 έως 3 Αυγούστου 1944 κα.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-66" href="#post-3730-endnote-66">[66]</a></sup> Επιπλέον, η Πελοπόννησος είχε μεγάλο μερίδιο και στις 3.700 πόλεις και οικισμούς<sup><a id="post-3730-endnote-ref-67" href="#post-3730-endnote-67">[67]</a></sup> που είχαν υποστεί καταστροφές από πυρπολήσεις και λεηλασίες σε όλη τη χώρα.. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-68" href="#post-3730-endnote-68">[68]</a></sup></p>
<p>Να σημειωθεί ότι το ΕΑΜ πολύ απείχε από το να μην συνυπολογίζει το αντεπιχείρημα σε σχέση με τις δυσανάλογες επιπτώσεις στον πληθυσμό αναποτελεσματικών αντιστασιακών επιχειρήσεων λόγω των «αντιποίνων». Το Γ. Σ του ΕΛΑΣ ζήτησε, το χειμώνα του 1943, οι όποιες επιχειρήσεις να γίνονται μόνο μετά από έγκριση του Στρατηγείου του,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-69" href="#post-3730-endnote-69">[69]</a></sup> επιδίωξε τη δημιουργία Κοινού Γενικού Στρατηγείου Ανταρτών, ιδίως με τον ΕΔΕΣ ώστε να σταματήσει η προπαγάνδα για «εμφυλίους πολέμους», ενώ υπήχθη στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, αντικρούοντας, μάλιστα, την γιουγκοσλαβική προσφορά υπέρ ενός Βαλκανικού Στρατηγείου, για να έχουν οι Σύμμαχοι τον κύριο λόγο επιλογής των στόχων των αντιστασιακών ενεργειών. Ο ΕΛΑΣ απλώς διεκδίκησε να έχει τον έλεγχο του τρόπου που αυτές θα μεθοδεύονταν.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-70" href="#post-3730-endnote-70">[70]</a></sup> Εφαρμόστηκαν και άλλα μέτρα όπως η επιλογή του τόπου του σαμποτάζ σε αραιοκατοικημένες περιοχές για να βρίσκεται μακριά ο τοπικός πληθυσμός ή περιόρισε στο ελάχιστο την εφαρμογή δικών του αντιποίνων εις βάρος Γερμανών αιχμαλώτων, σε απάντηση των αντιποίνων των Γερμανών. Πάντως, η εφαρμογή των οδηγιών αυτών προϋπέθετε επαρκείς επικοινωνίες που δεν υπήρχαν πάντα στην περίπτωση της Πελοποννήσου με αποτέλεσμα και αστοχίες. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-71" href="#post-3730-endnote-71">[71]</a></sup></p>
<p>Η σχέση συνεργασίας με τους τοπικούς πληθυσμούς ήταν, άλλωστε, όρος επιβίωσης του ίδιου του ΕΛΑΣ, όπου τα σχέδια του περιελάμβαναν αναδιπλώσεις και ελιγμούς, διασπορά εφοδίων σε πολλά αφανή σημεία, ελιγμούς και αξιοποίηση περασμάτων, «τα μονοπάτια», που κατεδείκνυαν οι ντόπιοι σύνδεσμοι,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-72" href="#post-3730-endnote-72">[72]</a></sup> προκειμένου να επιτεθούν αιφνιδιαστικά κάποια τμήματα στα νώτα των Γερμανών.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-73" href="#post-3730-endnote-73">[73]</a></sup> Αυτό αναγκαστικά απαιτούσε την συνδρομή του τοπικού πληθυσμού, ώστε να αποτραπεί και η διαρπαγή των εφοδίων που είχαν αποκρυβεί μετά τη ρίψη τους από τα βρετανικά αεροπλάνα.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-74" href="#post-3730-endnote-74">[74]</a></sup> Οι ίδιοι οι Γερμανοί σε αυτή τη σχέση συνεργασίας απέδιδαν τις επιτυχίες του ΕΛΑΣ<sup><a id="post-3730-endnote-ref-75" href="#post-3730-endnote-75">[75]</a></sup> και τις συνεχείς εφεδρείες που του η τοπική κοινωνία του παρείχε. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-76" href="#post-3730-endnote-76">[76]</a></sup></p>
<p>Η κατάσταση όμως, με τις καταδόσεις επιδεινώθηκε, όταν δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-77" href="#post-3730-endnote-77">[77]</a></sup> Το βασικότερο πρόβλημα ήταν ότι είχαν πρόσβαση στον τοπικό πληθυσμό,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-78" href="#post-3730-endnote-78">[78]</a></sup> ενώ σε αυτά προσχώρησαν αρκετοί φερόμενοι ως καταδότες, φόρεσαν τις στολές τους με τα τσαρούχια, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα των Γερμανικών αντιποίνων.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-79" href="#post-3730-endnote-79">[79]</a></sup> Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο στη Μεσσηνία, την περίοδο δράσης των Ταγμάτων είχαν συλληφθεί και μεταφερθεί, μετά από καταδόσεις, σε στρατόπεδα και φυλακές πάνω από 1.500 άτομα.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-80" href="#post-3730-endnote-80">[80]</a></sup> Να σημειωθεί ότι οι Γερμανοί έφτασαν μέχρι του σημείου για να τους προστατεύσουν από την αντίδραση του τοπικού πληθυσμού να εφαρμόσουν αντίποινα ακόμη και για φόνους προδοτών και μάλιστα με αναλογία ενός καταδότη προς 5 ομήρους.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-81" href="#post-3730-endnote-81">[81]</a></sup></p>
<p>Όμως, στην πραγματικότητα τα Τάγματα Ασφαλείας δεν ήταν ο στρατός της ελληνικής αστικής τάξης, όπως κάποιοι επιχείρησαν να το εμφανίσουν. Ήταν τμήμα του γερμανικού στρατού από τον οποίο έπαιρναν εντολές. Το ότι ήταν Έλληνες δεν σημαίνει ότι δεν ήταν στρατιώτες των Waffen SS και της Wehrmacht, που άλλωστε από το 1942 ήταν ένας διεθνής στρατός. O στρατός, για παράδειγμα, που εισέβαλε στην Σοβιετική Ένωση αποτελούνταν και από 600.000 Κροάτες, Ρουμάνους, Ιταλούς, Σλοβάκους, Φιλανδούς, Δανούς, Λετονούς, Ούγγρους, Ισπανούς, ακόμα και Αλβανούς μουσουλμάνους με φέσια και ιμάμηδες για την καθημερινή τους προσευχή. Όσο δε η Wehrmacht υποσκελιζόταν και αριθμητικά από το στρατό των Συμμάχων, λόγω των αθρόων αμερικανικών ενισχύσεων, τόσο δεχόταν στους κόλπους της «συμμάχους» άλλων εθνοτήτων. Χωρίς να αμφισβητείται η κρατούσα κλίμακα φυλετικής υπεροχής, χιλιάδες οπλίτες από «κατώτερους» λαούς ενσωματώθηκαν στον ναζιστικό στρατό, ακόμα και αν προέρχονταν από τους «σλάβους» ή τους «Τούρκους» της πρώην Σοβιετικής Ένωσης: Αρμένιοι, Αζέροι, Καυκάσιοι, Γεωργιανοί, Τάταροι, Κοζάκοι, Τουρκμένιοι κλπ. Το δέλεαρ που τους δόθηκε ήταν η ικανοποίηση των «μακραίωνων» εθνικιστικών τους πόθων που ακύρωσε η ρύθμιση στην συνύπαρξη των εθνοτήτων που επέβαλε η Οκτωβριανή Επανάσταση.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-82" href="#post-3730-endnote-82">[82]</a></sup></p>
<p>Ανάμεσα στους ξένους που πολεμούσαν μαζί με τον γερμανικό στρατό ήταν και Έλληνες, οι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, που ενίσχυσαν το κατοχικό πλιάτσικο<sup><a id="post-3730-endnote-ref-83" href="#post-3730-endnote-83">[83]</a></sup>, με κίνητρα τον μισθό που έπαιρναν, τη δυνατότητα επιτάξεως των περιουσιών των «κομμουνιστών», όπως συλλήβδην βάφτιζαν τα θύματα τους,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-84" href="#post-3730-endnote-84">[84]</a></sup> τη σκύλευση των εκτελεσθέντων,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-85" href="#post-3730-endnote-85">[85]</a></sup> τη συγκέντρωση της «δεκάτης» και των αγροτικών προϊόντων για ίδιον όφελος,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-86" href="#post-3730-endnote-86">[86]</a></sup> καθώς και τη δυνατότητα να ελέγχουν τη μαύρη αγορά.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-87" href="#post-3730-endnote-87">[87]</a></sup> Επιπλέον, οι όμηροι που συλλάμβαναν απέφεραν όχι ευκαταφρόνητα λύτρα, αφού συγκεντρώνονταν αδιακρίτως, ανεξάρτητα από ηλικία ή φύλο, υλοποιώντας εντολές των Γερμανών να αποκτήσει η βία που ασκούσαν οι κατακτητές λογική εθνικής κάθαρσης.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-88" href="#post-3730-endnote-88">[88]</a></sup> Όταν, για παράδειγμα, το Τάγμα του Βρεττάκου μπήκε στην Καλαμάτα, τον Ιανουάριο του 1944 για να «απελευθερώσει» την πόλη από το ΕΑΜ, προέβη σε συλλήψεις 200 ανθρώπων, αρκετούς από το «σωρό», που τουφεκίστηκαν σχεδόν όλοι χωρίς καμία άλλη διαδικασία.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-89" href="#post-3730-endnote-89">[89]</a></sup> Ακόμη και οι Βρετανοί σύνδεσμοι διαπίστωναν ότι στις επιχειρήσεις στον Πάρνωνα και τον Ταύγετο, το καλοκαίρι του 1944, από τους 250 που εκτέλεσαν τα Τάγματα, η συντριπτική πλειοψηφία ήταν γυναίκες παιδιά και ηλικιωμένοι.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-90" href="#post-3730-endnote-90">[90]</a></sup> Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τις διαμαρτυρίες ακόμα και του Μητροπολίτη Μαντίνειας Γερμανού, ο Π. Κανελλόπουλος, εκπρόσωπος της εθνικής κυβέρνησης στην Πελοπόννησο, κατέγραψε στο ημερολόγιό του ότι κατά τα φαινόμενα, εκτός μιας εθνικιστικής ομάδας «τουρκοβασιλικών», το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στην Πελοπόννησο υπέστη διώξεις από τα Τάγματα Ασφαλείας χωρίς κανένα άλλο κριτήριο (εκτός ίσως από τα λύτρα που εξασφαλίζονταν).<sup><a id="post-3730-endnote-ref-91" href="#post-3730-endnote-91">[91]</a></sup></p>
<p>Το ΕΑΜ αρχικά προσπάθησε να απαντήσει στο πρόβλημα των καταδοτών και της δράσης των ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας, εκφοβιστικά και με συλλήψεις, αλλά να μην δώσει το πρόσχημα αντεκδικήσεων.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-92" href="#post-3730-endnote-92">[92]</a></sup> Ωστόσο, δεν υπήρχε η δυνατότητα φυλάκισης για παρατεταμένο διάστημα όσων συλλάμβανε, ιδίως όταν οι μονάδες του ΕΛΑΣ ήταν υποχρεωμένες να αναδιπλωθούν, λόγω των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Γερμανών. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου αιχμάλωτοι του ΕΛΑΣ περιφέρονταν από χωριό σε χωριό για μήνες, ακολουθώντας υποχρεωτικά τις μετακινήσεις των ανταρτικών ομάδων. Υπό τις συνθήκες αυτές ήταν αδύνατο να ελεγχθούν επαρκώς και οι περιπτώσεις των πλαστών καταγγελιών. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-93" href="#post-3730-endnote-93">[93]</a></sup> Αναγκαστικά προέκυπταν περιπτώσεις εγκλήσεων για λόγους εκδίκησης.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-94" href="#post-3730-endnote-94">[94]</a></sup> Ο ΕΛΑΣ προσπαθούσε, μέσω αναγκαστικά σύντομων ανταρτοδικείων, να περιφρουρήσει τα δικαιώματα των εγκαλουμένων, <sup><a id="post-3730-endnote-ref-95" href="#post-3730-endnote-95">[95]</a></sup> χωρίς όμως να μπορεί να εγγυηθεί πλήρως την αντικειμενικότητα της διαδικασίας.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-96" href="#post-3730-endnote-96">[96]</a></sup> Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλα τα αντίμετρα που εφάρμοσε ο ΕΛΑΣ επιχειρήθηκε να εξασφαλίσει την κοινωνική συναίνεση. Ακόμα και στα Ανταρτοδικεία συμμετείχαν αντιπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-97" href="#post-3730-endnote-97">[97]</a></sup> Ακριβώς για τον ίδιο λόγο, το ΕΑΜ είχε ζητήσει επιτακτικά, μόλις μια περιοχή απελευθερωνόταν, να συγκροτηθούν άμεσα λαϊκές εξουσίες, όπου όλες οι διοικητικές ενέργειες, ακόμα και για θέματα εισφορών, φορολογίας, αστυνομικών μέτρων, να αποφασίζονται από αιρετά όργανα, οι αποφάσεις των οποίων όφειλαν να μην αντιφάσκουν προς το κοινό αίσθημα.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-98" href="#post-3730-endnote-98">[98]</a></sup> Βεβαίως, ήταν τέτοια η σφοδρότητα των «αντιποίνων» των κατακτητών, ώστε η ίδια η έκταση της πρακτικής των άμεσων αντιποίνων του ΕΛΑΣ έναντι των καταδοτών περιορίστηκε,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-99" href="#post-3730-endnote-99">[99]</a></sup> ενώ, κατά την Απελευθέρωση, ο ΕΛΑΣ για να αποφύγει ανεξέλεγκτες αντεκδικήσεις, ζητούσε ακόμη και τη βρετανική παρουσία κατά την παράδοση των Ταγμάτων Ασφαλείας στις δυνάμεις του.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-100" href="#post-3730-endnote-100">[100]</a></sup></p>
<p>Όλα αυτά δεν έχουν αξία για τη λογική εκείνη των Γερμανών τότε και κάποιων ιστορικών μεταγενέστερα (Ρίχτερ) που προσποιούνταν ότι την ευθύνη για την τυφλή βία που επιδείχθηκε δεν είχαν οι οργανωμένοι στρατοί, δηλαδή η Wehrmacht, αλλά τα εγκλήματα πρέπει να αποδοθούν σε Έλληνες άτακτους, κομμουνιστές ή ταγματασφαλίτες. Υπήρχε προφανώς το πρόβλημα ότι σε συνθήκες πρωτοφανούς βίας από το γερμανικό στρατό, γεννιούνταν εύκολα και ανεξέλεγκτες συμπεριφορές, ακόμα και από μονάδες του ΕΛΑΣ που από μίσος ή υπερεπαναστατικό ζήλο, προέβαιναν σε υπερβάσεις και αδικαιολόγητη βία.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-101" href="#post-3730-endnote-101">[101]</a></sup> Όμως, επιχειρήθηκε γενική περιστολή των φαινομένων αυτών και από το ίδιο το ΚΚΕ, ακόμα και με καταδίκες κομματικών στελεχών<sup><a id="post-3730-endnote-ref-102" href="#post-3730-endnote-102">[102]</a></sup> που υπερέβησαν τις εντολές τους.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-103" href="#post-3730-endnote-103">[103]</a></sup> Το πιο αξιοσημείωτο ήταν ότι εκείνος που η προπαγάνδα των αντιπάλων του εμφάνιζε ως τον πλέον «σκληρό», ο Άρης Βελουχιώτης, ήταν αυτός που ανέλαβε να εκκαθαρίσει τις κομματικές γραμμές στην Πελοπόννησο από όσους επέδειξαν αδικαιολόγητα βίαιη συμπεριφορά, παραβιάζοντας την συμφιλιωτική γραμμή του κόμματος,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-104" href="#post-3730-endnote-104">[104]</a></sup> κάτι που του αναγνώρισε και ο αντιπρόσωπος της εθνικής Κυβέρνησης στην Πελοπόννησο Π. Κανελλόπουλος.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-105" href="#post-3730-endnote-105">[105]</a></sup> Ο «τοπικισμός και το καπετανάτο» ορισμένων κατεστάλη,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-106" href="#post-3730-endnote-106">[106]</a></sup> όπως και η απροθυμία τους να προσαρμοστούν στις στρατιωτικές εντολές της διοίκησης του ΕΛΑΣ.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-107" href="#post-3730-endnote-107">[107]</a></sup> Για το ΕΑΜ έπρεπε η εξουσία να παραδοθεί χωρίς «βία» στην εθνική κυβέρνηση<sup><a id="post-3730-endnote-ref-108" href="#post-3730-endnote-108">[108]</a></sup> και να αποτραπεί η παραμικρή πιθανότητα υπερβάσεων.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-109" href="#post-3730-endnote-109">[109]</a></sup></p>
<p>Οι κατευθύνσεις της κομματικής γραμμής ώστε να σταματήσουν οι όποιες αντεκδικήσεις τηρήθηκαν σχεδόν απαρέγκλιτα,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-110" href="#post-3730-endnote-110">[110]</a></sup> σε πείσμα της πάνδημης απαίτησης για άμεση απόδοση δικαιοσύνης και εκδίκηση<sup><a id="post-3730-endnote-ref-111" href="#post-3730-endnote-111">[111]</a></sup> και του γεγονότος ότι δημιουργήθηκε κενό εξουσίας αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-112" href="#post-3730-endnote-112">[112]</a></sup> Αντιθέτως, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με μικρότερες συνέπειες από τη δράση των δυνάμεων Κατοχής στον τοπικό πληθυσμό, παρατηρήθηκαν φαινόμενα εκτεταμένων αντεκδικήσεων. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, πάνω από 10.000 εκτελέστηκαν υπό συνοπτικές διαδικασίες από αντιστασιακές ομάδες λίγο πριν εγκατασταθούν κυβερνητικές αρχές μετά την αποχώρηση των Γερμανών, όπως και στην Ιταλία (15.000)<sup><a id="post-3730-endnote-ref-113" href="#post-3730-endnote-113">[113]</a></sup> ή στις Βρυξέλες που λυντσαρίστηκαν σε δυο μέρες δημοσίως 265 άνθρωποι. Μάλιστα, η κυβέρνηση της χώρας αυτής αναγκάστηκε να αμνηστεύσει όλες τις επιθέσεις αντεκδίκησης έναντι συνεργατών των Γερμανών που έγιναν 41 μέρες μετά την επίσημη ανακήρυξη της απελευθέρωσης της χώρας,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-114" href="#post-3730-endnote-114">[114]</a></sup> ενώ στη Γαλλία οι γυναίκες που κατηγορήθηκαν για σχέσεις με Γερμανούς στρατιώτες ξεγυμνώθηκαν, κουρεύτηκαν και υποχρεώθηκαν να παρελάσουν στους δρόμους πολλών γαλλικών πόλεων.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-115" href="#post-3730-endnote-115">[115]</a></sup> Ωστόσο, στην Ελλάδα, λόγω της πολιτικής του ΕΑΜ, εκτός από λίγες εξαιρέσεις,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-116" href="#post-3730-endnote-116">[116]</a></sup> επιβλήθηκε η αρχή ότι για κάθε αντιστασιακή οργάνωση το επιβεβλημένο καθήκον ήταν η απόλυτη πειθαρχία στην εθνική κυβέρνηση και τους συμμάχους.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-117" href="#post-3730-endnote-117">[117]</a></sup></p>
<p>Το πρόγραμμα MOG / Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα, που χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ο.Δ. της Γερμανίας  είναι η πιο πρόσφατη απόπειρα της επίσημης Γερμανίας για την αναθεώρηση της ιστορικής γνώσης της κατοχικής περιόδου, μέσω μιας εκπαιδευτικής πλατφόρμα. Όχημα για την είσοδο στα σχολεία του έργου αυτού είναι το επιχείρημα των αδυναμιών της σχολικής ιστορίας στην κατεύθυνση της υπέρβασης των «ξεπερασμένων» ιστοριογραφικών προσεγγίσεων που σφύζουν μεροληψίας ως προς την ανασύνθεση του ιστορικού παρελθόντος, δημιουργώντας αδικαιολόγητη εχθρότητα μεταξύ λαών. Μέσω σύντομων σημειωμάτων υπαγορεύεται το πως πρέπει να διαβαστούν οι «μαρτυρίες» που περιέχει το πρόγραμμα. Η νέα μεθοδολογία που προτείνεται είναι η «κατασκευαστική» από τους μαθητές παραγωγή «σεναρίων», χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα να αποκλειστούν οι αυθαιρεσίες. Έτσι, οι μαθητές διδάσκονται ότι όλα είναι στην ιστορία είναι «σενάρια» και όλες οι εκδοχές νόμιμες. Το υλικό που θα στηριχθούν δεν είναι οι χιλιάδες σελίδες που έχουν γραφεί για την Κατοχή (επιστημονικά κείμενα, απανθίσματα ιστορικών πηγών, απομνημονεύματα, αφηγήσεις, ακόμα και ιστορικά μυθιστορήματα), αλλά οι «μαρτυρίες» που τους δίνονται με τη μορφή της συνέντευξης, αποσπασμένες 80 χρόνια μετά τα γεγονότα ή από ένα αποθετήριο μαρτυριών.</p>
<p>Μεταξύ των στόχων  αυτών κεντρική θέση κατέχει η οριστική ματαίωση του αγώνα για τις γερμανικές οφειλές. Η αναφορά στη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών στο 1960, τότε που η Γερμανία απέδωσε τα 115.000.000 μάρκα,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-118" href="#post-3730-endnote-118">[118]</a></sup> που πήγαιναν κατά κύριο λόγο σε οικογένειες εβραίων και σε μεμονωμένα θύματα. Στην ουσία υιοθετείται ότι το θέμα έχει τελεσιδικήσει και απλώς γίνεται αναφορά στις καλές προθέσεις της Γερμανίας, όπως αποτυπώθηκαν στην τότε «διευθέτηση».<sup><a id="post-3730-endnote-ref-119" href="#post-3730-endnote-119">[119]</a></sup></p>
<p><strong>Στο εγχείρημα απο-συλλογικοποίησης των ιστορικών διαδικασιών, την ειρήνη και τη δημοκρατία επιβάλουν οι κρατικοί μηχανισμοί και όχι οι μάζες και οι συλλογικοί αγώνες. Οι Σύμμαχοι, με τους οργανωμένους στρατούς τους, εξάλειψαν τον φασισμό ως έναν αντίπαλο σε αυτούς κρατικό φαινόμενο και όχι ως έναν μηχανισμό καταστολής των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και των δημοκρατικών κινημάτων της Ευρώπης. Έτσι, </strong>η εθνική αντίσταση στην Ελλάδα σχεδόν εξοβελίζεται, παραλείπονται η ίδρυση, οι στόχοι και η δράση του ΕΑΜ, το γιατί οι μάζες προσχώρησαν στα αιτήματα του, η ύπαρξη της «Ελεύθερης Ελλάδας» και οι νόμοι της, τα συσσίτια, το άνοιγμα των αποθηκών των μαυραγοριτών, η δράση της ΕΠΟΝ, η μάχη της Σοδειάς, η τάξη που επέβαλε στην ύπαιθρο ο ΕΛΑΣ, ενώ αγνοούνται πλήρως τα μεγάλα συλλαλητήρια και οι απεργίες. Επιπλέον, παραλείπονται» η «μαύρη αγορά», η βία των κατακτητών σε συνεργασία με Έλληνες, τα«Τάγματα Ασφαλείας, τα ολοκαυτώματα κλπ.</p>
<p>Αυτό που για μια ακόμα φορά επιχειρείται είναι να εξαιρεθεί ο γερμανικός «λαός», το «έθνος», από το ναζιστικό καθεστώς, ως ένα πολύ ειδικό ιστορικό φαινόμενο, μια απόκλιση. Υπήρξαν μεν οι Ναζί, αλλά το γερμανικό κράτος παρέμεινε στα επιτρεπτά όρια μιας «αυστηρής» δημοκρατίας, η Wehrmacht κρατήθηκε στα πλαίσια των διεθνών συμβάσεων πολέμου (Ρίχτερ), ενώ οι Εβραίοι προκάλεσαν οι ίδιοι την καταστροφή τους με το Ολοκαύτωμα, επειδή οι κοινότητες τους ιστορικά αρνήθηκαν την ενσωμάτωση στην κυρίαρχη κοινωνία, κάτι που έφερε μια διαρκή δυσπιστία απέναντι τους κλπ. Να σημειώσουμε ότι η ίδια η γερμανική πολιτική ζωή, στην οποία δεν έγινε ποτέ μια πραγματική αποναζιστικοποίηση, συνιστά παράδειγμα για το νέο εγχείρημα «αναθεώρησης», γιατί οι ναζιστικές πρακτικές, αν και λεκτικά καταγγέλθηκαν, αφομοιώθηκαν οργανικά στο μεταπολεμικό γερμανικό κράτος για λόγους «εθνικού συμφέροντος». Οι πρώην Ναζί, με εξαίρεση τους λίγους «πρωταίτιους» που δικάστηκαν από το δικαστήριο της Νυρεμβέργης, παρέμειναν στο κράτος της Δυτικής Γερμανίας, διατηρώντας όλες τις επιτελικές θέσεις που είχαν προηγουμένως.</p>
<p>Αντίθετα, αυτός ο γερμανικός στρατός, παρά τις όποιες «υπερβάσεις», για τους απολογητές της νέας ιστορίας διασφάλισε την «επιβίωση» των Γερμανών έναντι της δήθεν σοβιετικής μεταπολεμικής επεκτατικότητας και ήταν μεταγενέστερα αυτός που προτάθηκε να γίνει αποδεκτός από την διεθνή κοινότητα, επεκτείνοντας το εύρος των δραστηριοτήτων του (για «ανθρωπιστικούς λόγους»). Ιστορικοί, όπως ο Χ. Ρίχτερ, εξυψώνοντας την Wehrmacht -που δεν έφταιγε για τη σφαγή των Κρητών στα 1941ή αναγκάστηκε να αμυνθεί σε έναν ανορθόδωξο πόλεμο-, νομιμοποιούσαν ταυτόχρονα στην διεθνή κοινή γνώμη τις νέες αυτές γερμανικές εμπλοκές με πάσης φύσεως σύγχρονες επεμβάσεις, όπως για παράδειγμα η υπόθεση της αναγνώρισης της Κροατίας και ο πόλεμος κατά της Σερβίας. Δεν χρειάζεται να γίνει καν αναφορά στους Γερμανούς βιομηχάνους τότε (Κρουπ, Φλικ κ.α), στους οποίους επιστράφηκαν οι αρχικά δημευμένες περιουσίες τους, αφού ο ρόλος τους, υποτίθεται, δεν ήταν καθοριστικός στην επιβολή του ναζισμού στην Γερμανία, αλλά χρειάστηκαν για την μεταπολεμική ανοικοδόμηση της χώρας και τις ανάγκες επιβίωσης του «έθνους». Με την ίδια έννοια, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε για το καθεστώς εργασίας των «γκασταμπάιτερς», των ξένων εργατών στη Γερμανία μεταπολεμικά, που αν και στερούνταν βασικά εργασιακά δικαιώματα, μέσα στις κούτες που ζούσαν, ήταν «απαραίτητοι για το γερμανικό έθνος». Με ενισχυμένο τον αντικομμουνισμό σε όλη την πορεία της ΟΔΓ, ο γερμανικός εθνικισμός παρακολούθησε απλά την συζήτηση για την παραγραφή των εγκλημάτων των ναζί που επιταχύνθηκε τις τελευταίες δεκαετίες.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-120" href="#post-3730-endnote-120">[120]</a></sup></p>
<p>Είναι γεγονός ότι η γερμανική Αριστερά, ιδίως κατά τη διάρκεια του γερμανικού Μάη του 1968, απαίτησε την απο-ναζιστικοποίηση και αποκάλυψε την απάτη διαχωρισμού ναζισμού και «έθνους» ως απόπειρα μη απόδοσης ευθυνών. Αλλά αυτό με την συνδρομή όλων των κυρίαρχων κομμάτων της Γερμανίας εξελίχθηκε σε μια απολιτική αδιαφορία των Γερμανών για το παρελθόν τους, μια ιδιότυπη απο-ιστορικοποίηση που εύκολα αντιστράφηκε, όταν Γερμανοί ιστορικοί με επικεφαλής τον Ε. Νόλτε στα 1986 ζήτησε το τέλος της «δαιμονοποίησης» του γερμανικού παρελθόντος, και πρόβαλε την απαίτηση το ναζιστικό παρελθόν να ερμηνεύεται μέσα στα συμφραζόμενα της εποχής που πυροδότησε η βιομηχανική επανάσταση (;) και η ανάδυση της ισχύος της ΕΣΣΔ. Οι συντηρητικοί κύκλοι της Γερμανίας επέβαλαν την λογική ότι το παρελθόν και η ορθή στάση απέναντι του θα ήταν η βασιλική οδός για την προαγωγή του γερμανικού παρόντος, και όποιοι καταδίκαζαν άκριτα το 3<sup>ο</sup> Ράιχ έπλητταν την ίδια την μεταγενέστερη συνοχή της γερμανικής κοινωνίας. Έτσι εν τω μέσω μουσείων που ίδρυσε η Γερμανία επί Κολ για να προβληθεί η δισχιλιετής ιστορία των γερμανικών φυλών, σχετικοποιήθηκε η ευθύνη του μεγαλύτερου τμήματος του γερμανικού λαού για το Ολοκαύτωμα -παρότι στήθηκαν μνημεία υπενθύμισης του γεγονότος-, αφού αναδείχθηκε ως ιστορική παρένθεση, εξαιτίας φανατικών που γρήγορα καταδίκασε η υγιής γερμανική κοινωνία (παρά το γεγονός ότι ο συμμαχικός στρατός Κατοχής στη Γερμανία διαπίστωνε τρία χρόνια μετά το τέλος του πολέμου ότι οι Γερμανοί πολίτες, στη μεγάλη τους πλειοψηφία<strong>, </strong>εξακολουθούσαν να εκδηλώνουν νοσταλγία για το χιτλερικό καθεστώς).</p>
<p>Να σημειωθεί ότι το ίδιο το υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας έχει αναλάβει να διεκπεραιώσει το ζήτημα της αναπροσαρμογής της μνήμης και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών λαών, που για την Ελλάδα συνδέεται και με την υπονόμευση της διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών. Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση της Γερμανίας αρνήθηκε την πρόσφατη ρηματική διακοίνωση της ελληνικής κυβέρνησης για τις αποζημιώσεις, είναι ο κύριος χορηγός και εμπνευστής του προγράμματος «Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα» και στήνει δημόσιες εκδηλώσεις (πχ για την Απελευθέρωση Αθήνας από τη ναζιστική Γερμανία με εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στις 11 &#8211; 12.10.2019) και επιχειρεί να εξωραΐσει την γερμανική αδιαλλαξία στο θέμα των γερμανικών επανορθώσεων. Σε όλα αυτά συμβάλουν και δεκάδες επιτροπές «υποστήριξης» της Ελλάδας («Ελληνογερμανική Συνέλευση», «Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον», «Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας» κ.α.) που έχουν ως στόχο την «σύσφιξη» των σχέσεων των δύο χωρών και την απαλοιφή της «δυσπιστίας» που στο παρελθόν επικράτησε.</p>
<p>Όταν επιχειρείται σήμερα, με αποδέκτη ως επί το πλείστον μαθητές, η επανατοποθέτηση νέων μαρτυριών στο δημόσιο χώρο για γεγονότα πριν από 80 χρόνια και παρά την πληθώρα μιας τεράστιας σε έκταση παραγωγής ιστορικού λόγου μιας τουλάχιστον 30ετίας, είναι προφανές ότι αυτό εξυπηρετεί στοχεύσεις που υπερβαίνουν την απλή ανανέωση της ιστοριογνωσίας μας. Αν υπήρχε τέτοια πρόθεση δεν θα καταφεύγαμε απλά σε μαρτυρίες, αλλά πρωτίστως σε γραπτές πηγές και νέες αρχειακές διαθεσιμότητες. Το όλο εγχείρημα υποδεικνύει προφανώς μια έωλη απόπειρα αλλαγής του ιστορικού παραδείγματος συνολικά. Να δημιουργήσουμε άλλες οπτικές και γνωσιοθεωρητικές ανάγκες. Το να αλλάξουμε το υπόδειγμα ανάλυσης σημαίνει, πρώτα από όλα, να αναθεωρήσουμε το τι είναι ο πόλεμος. Να τον εκλάβουμε ως μια ανωμαλία της κοινωνικής ζωής, μια διασάλευση της κανονικότητας στην λειτουργία των κοινωνιών. Και να συρρικνώσουμε τους υπαίτιους αυτού σε μια σε έναν μικρό εσμό ανθρώπων, στους οποίους να προσωποποιήσουμε τις ευθύνες.</p>
<p>Αν και είναι προφανές ότι για την έρευνα, ειδικά όταν δεν υπάρχουν επαρκείς γραπτές πηγές, η προφορική ιστορία πολλές φορές είναι και αναγκαία και ένα σημαντικό πεδίο συμπλήρωσης της ιστορικής έρευνας, ειδικά όταν η ιστορία των γραπτών πηγών αδυνατεί, πρωτίστως να δώσει την εκδοχή των «από τα κάτω»,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-121" href="#post-3730-endnote-121">[121]</a></sup> χρειάζεται κανείς να είναι πολύ προσεκτικός όταν ο ιστορικός «αναθεωρητισμός» χρησιμοποιεί κατά κόρον τις «μαρτυρίες» για να προβάλει τις θέσεις του με μια ακραία επιλεκτική λογική. Στην περίπτωσης της «Τελικής Λύσης», για παράδειγμα, ο αναθεωρητισμός αμφισβητεί, συλλήβδην όλες τις μαρτυρίες για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ως ψευδείς, μαζί βέβαια με γραπτές πηγές που πιστοποιούσαν τα ναζιστικά εγκλήματα,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-122" href="#post-3730-endnote-122">[122]</a></sup> την ίδια στιγμή που επικαλείται βολικές μαρτυρίες για τις εκδηλώσεις «συμπάθειας» των δεσμωτών ή προβαίνει σε συγκρίσεις με τα θύματα του λεγόμενου σταλινικού ολοκληρωτισμού ώστε να μεταθέσει το αντικείμενο της έρευνας.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-123" href="#post-3730-endnote-123">[123]</a></sup></p>
<p>Είναι εξίσου ευνόητο ότι το όλο εγχείρημα αυτό απέκλεισε πλήρως κάθε διερώτηση αναφορικά με το πρόβλημα σε σχέση με τη συγκρότηση της ανθρώπινης μνήμης,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-124" href="#post-3730-endnote-124">[124]</a></sup> τα φαινόμενα χρονολογικών συντμήσεων στην ανάκληση των γεγονότων που παρουσίαζε αυτή η μέθοδος έρευνας, την επιλεκτική δομή της συγκρότησης των αναμνήσεων, τη μεταβλητότητά τους ανάλογα με τη συγκυρία κλπ.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-125" href="#post-3730-endnote-125">[125]</a></sup> Κυρίως, όμως, απέκλεισε το ερώτημα του ποιος θυμάται και πότε θυμάται. Γιατί πρέπει να σημειωθεί ότι οι αναμνήσεις, ακόμα και αυτές που εμφανίζονται ως ακραιφνώς ατομικές, στην πραγματικότητα είναι συλλογικές. Υπάρχουν επειδή μας τις θυμίσουν οι άλλοι συνήθως υπόρρητα, ακόμα και για γεγονότα που μόνο εμείς έχουμε ανάμειξη, μεταφέροντας τις εντυπώσεις που σχημάτισαν οι αποδέκτες της μαρτυρίας μας ως πραγματικό γεγονός. Δεν χρειάζονται οι άλλοι να είναι παρόντες ως φυσική υπόσταση, γιατί τους φέρουμε πάντοτε μαζί μας ως συνείδηση και ως αποδέκτες της εμπειρίας μας. Θυμόμαστε επειδή μας υποδεικνύει την ανάμνηση η ομάδα στην οποία εντασσόμαστε, τοποθετούμαστε στη δική της οπτική και χρησιμοποιούμε όλες τις έννοιες και αντιλήψεις που είναι κοινές στα μέλη της. Μόνο με την απουσία της συλλογικότητας που δημιουργεί τη μνήμη έρχεται η λήθη. Επιπλέον, πρέπει να διατηρούμε αρκετά σημεία επαφής με την μνήμη των άλλων, ώστε η ανάμνηση την οποία μας θυμίζουν να μπορέσει να ανακατασκευαστεί. Γιατί ένα γεγονός που εξελίχθηκε και νοηματοδοτήθηκε σε ένα συγκεκριμένο τοπικό και χρονικό περιβάλλον, αλλάζει σημασία σε ένα νέο περιβάλλον.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-126" href="#post-3730-endnote-126">[126]</a></sup> Είναι χαρακτηριστικό ότι, εκτός των άλλων, οι επιστημονικά ασχολούμενοι με την προφορική ιστορία προβληματίζονται ακόμα και με τον χώρο που διεξάγεται μια συνέντευξη και την επιρροή που αυτός ασκεί, έχοντας διαπιστώσει ότι ρόλο παίζει ακόμα και μια ειδική «τοποθεσία», οι τοπικές προκαταλήψεις που επιδεικνύονται αθέλητα από τους αφηγητές, ο τοπικισμός που διακρίνει όλες τις μικρές κοινωνίες. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-127" href="#post-3730-endnote-127">[127]</a></sup> Αν, αντίθετα, ο ερευνητής δέχεται ό,τι ακούει, τότε δεν υπάρχει επιστήμη, αλλά ένας άγονος εμπειρισμός. Η πρόταξη της υπάρχουσας ιστοριογραφίας και η αξιοποίηση γνώσεων κοινωνιολογίας, εθνολογίας, πολιτικής γεωγραφίας, ακόμα και βασικών εννοιών της οικονομικής επιστήμης, είναι βασικοί όροι μια πραγματικής αξιοποίησης των μαρτυριών.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-128" href="#post-3730-endnote-128">[128]</a></sup></p>
<p>Με τη συνδρομή αυτών και την προϋπόθεση της αξιολόγησης των καταγραφών ενός επαρκούς και αντιπροσωπευτικού δείγματος συνεντεύξεων, έχοντας σαφή γνώση του ιστορικού περιγράμματος, ο ιστορικός μπορεί μέσω της προφορικής ιστορίας να βοηθηθεί καθοριστικά. Όχι, πάντως, να δικαιώσει το εκ των προτέρων αναλυτικό σχήμα του ερευνητή με μια δεκάδα συνεντεύξεων. Γιατί η μνήμη κατασκευάζεται ακόμη και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ενώ δεν πρέπει να υπολανθάνει ότι καταγράφονται, στην ουσία, αναμνήσεις μιας εμπειρίας που αποδίδεται συνήθως 50 χρόνια αργότερα, επί τη βάσει μιας αναγκαστικά προσωπικής στάσης που υφίσταται και ακατάπαυστα διαδοχικές στρώσεις σημασιών. Χωρίς την επίγνωση αυτού του φαινομένου και την ειλικρινή ανάλυσή του χάνεται κανείς στον κυκεώνα της συγκρότησης της ατομικής και της συλλογικής πολιτικής ταυτότητας που κυριαρχείται από κατασκευασμένες «υποδείξεις».<sup><a id="post-3730-endnote-ref-129" href="#post-3730-endnote-129">[129]</a></sup></p>
<p>Δεν κομίζεται γλαύκα ες Αθήναις να εστιάσουμε στο γεγονός ότι, παρά τις βεβαιότητες της μεταμοντέρνας εποχής, υπάρχουν δεκάδες ερωτήματα αξιοπιστίας σε σχέση με την προφορικότητα, τη μορφή και το ρυθμό εκφοράς του λόγου της ανάμνησης, όταν το ζήτημα δεν είναι απλά να χρησιμοποιήσουμε τη συνέντευξη για να αποκτήσουμε πρόσβαση σε πληροφορίες, ανεξαρτήτως του τι θα ακουστεί.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-130" href="#post-3730-endnote-130">[130]</a></sup> Είναι κυρίως το πρόβλημα της αντικειμενικότητας της μαρτυρίας έναντι μιας μεγάλης προϊστορίας κατασκευής μαρτυριών, ιδιαίτερα στην Ελλάδα <sup><a id="post-3730-endnote-ref-131" href="#post-3730-endnote-131">[131]</a></sup> Γιατί αυτό που πάντα οφείλει να δεσπόζει σε μια επαγγελματική αξιοποίηση της συνέντευξης είναι η αποστασιοποίηση έναντι της τάσης των ανθρώπων να υπερασπίζονται αυτό που θεωρούν ότι είναι η μνήμη τους, υπό την επίδραση της σχέσης που διαμορφώνει ο ερωτώμενος με τον ιστορικό που ρωτά. Αλλά και να αντιμετωπίζει με ειλικρίνεια ο ερευνητής σειρά ζητημάτων, όπως, για παράδειγμα, το πώς αντιμετωπίζεται η «αστάθεια» της μνήμης,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-132" href="#post-3730-endnote-132">[132]</a></sup> πώς αντιπαρέρχεται κανείς την συνειδησιακή επιβίωση δομών, όπως η οικογένεια και οι πρακτικές της κοινότητας, στη μνήμη του ερωτώμενου ή τον ρόλο που παίζουν οι μηχανισμοί ανασυγκρότησης των τρόπων συλλογικής αναφοράς των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές τους επιδιώξεις.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-133" href="#post-3730-endnote-133">[133]</a></sup></p>
<p>Την ίδια σημασία έχει και το πώς γίνονται αντιληπτές και αξιοποιούνται οι «ακούσιες» πληροφορίες που προκύπτουν στη ροή της συνέντευξης, όσο και κυρίως το γεγονός ότι υπάρχουν γεγονότα τόσα ισχυρά στη συλλογική μνήμη ώστε να τα «θυμάται» κανείς, με απροσδόκητη ένταση και καθαρότητα, ακόμα και χωρίς να τα έχει ζήσει.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-134" href="#post-3730-endnote-134">[134]</a></sup> Και πέραν αυτού, πώς υπερβαίνει ο ερευνητής τον συναισθηματισμό ή τις προθέσεις (καταγγελίας, απολογίας κλπ) των ερωτώμενων και την τάση τους για αυτο-παρουσίαση και προβολή;<sup><a id="post-3730-endnote-ref-135" href="#post-3730-endnote-135">[135]</a></sup> Εκτός αυτών, υπάρχουν και προβλήματα που έχουν σχέση με τυπικές αδυναμίες ανάκλησης της μνήμης, ιδίως όταν πρόκειται για αναμνήσεις παιδιών που δεν μπορούσαν να συλλάβουν σε όλη τους την έκταση τα γεγονότα που τότε έζησαν<sup><a id="post-3730-endnote-ref-136" href="#post-3730-endnote-136">[136]</a></sup> (και συνήθως η σύγχρονες μαρτυρίες για πριν 80 χρόνια σε τέτοιες μαρτυρίες στηρίζονται). <sup><a id="post-3730-endnote-ref-137" href="#post-3730-endnote-137">[137]</a></sup> Ιδιαίτερα, όταν τίθεται εξ αντικειμένου το ερώτημα του πώς υπερβαίνει ένας ιστορικός τα εμπόδια αυτά, όταν ο ίδιος είναι τμήμα της ερώτησης που υποβάλει, και πώς ο ίδιος, εν γένει, συγκροτεί τις ερωτήσεις και τα πλαίσια ανάλυσης στα οποία στηρίζεται.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-138" href="#post-3730-endnote-138">[138]</a></sup> Και προφανώς δεν γίνεται καμιά συζήτηση σε σχέση με τα προβλήματα ηθικής διάστασης σε σχέση με τη χρήση των πληροφοριών που συλλέχθηκαν στις συζητήσεις με τους αφηγούμενους, του πόσο μπορεί να «προκληθεί» η απάντηση του αφηγητή, ειδικά όταν δεν έχει επιχειρηθεί να διευκρινιστεί πλήρως το καθεστώς της παρέμβασης του ιστορικού. Είναι, δηλαδή, σαφής ο ηθικός κώδικας που διέπει τον συμπαραγωγό της προφορικής ιστορίας,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-139" href="#post-3730-endnote-139">[139]</a></sup> αν θέλει να αποφύγει να επιβάλει στους αφηγητές αφήγηση στην πραγματικότητα άγνωστη στους ίδιους, τη στιγμή που ο ερωτών χειρίζεται τις πληροφορίες που του δόθηκαν;<sup><a id="post-3730-endnote-ref-140" href="#post-3730-endnote-140">[140]</a></sup></p>
<p>Όλα τα παραπάνω καθιστούν προφανές ότι η «μαρτυρία» δεν μπορεί να μιλά από μόνη της, δεν μπορεί να προσφέρεται ως ιστορία, δεν είναι τα «γυμνά γεγονότα», την ύπαρξη των οποίων επικαλούνταν κάποιοι ιστορικοί του παρελθόντος. Οι μαρτυρίες είναι τμήμα της εργασίας του ιστορικού, είναι μέσω παραγωγής των πορισμάτων του και όχι φωτογραφία της ιστορικής πραγματικότητας.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-141" href="#post-3730-endnote-141">[141]</a></sup> Μόνο έτσι μπορεί να αναληφθεί και η ευθύνη για τις επιδράσεις που ασκούν στην συλλογική συνείδηση. Ο ιστορικός πρέπει να βρίσκεται πίσω από αυτές και να το δηλώνει και όχι καθαυτή η μαρτυρία. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-142" href="#post-3730-endnote-142">[142]</a></sup> Παρά τις απόψεις των κονστρουκτιβιστών Να σημειωθεί ότι η νέα αυτή στροφή στην ιστορική μεθοδολογία για την πλειοψηφία των μεταμοντέρνων ιστορικών αποθεώνει την βασική ιδέα του κοινωνικού «κατασκευατισμού» (κονστρουκτιβισμού) ούτε η γνώση είναι απόλυτα σχετική,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-143" href="#post-3730-endnote-143">[143]</a></sup> αλλά και η δυνατότητα του ανθρώπου να κατανοεί την κοινωνική πραγματικότητα δεδομένη. Είναι γνωστική εξαπάτηση ότι ο μαθητής μπορεί να σχηματίσει ο ίδιος την γνώση της ιστορικής εικόνας που του προσφέρει η «μαρτυρία», χωρίς την διαμεσολάβηση του επαγγελματία ιστορικού, απλά διαβάζοντας μια μαρτυρία. <sup><a id="post-3730-endnote-ref-144" href="#post-3730-endnote-144">[144]</a></sup></p>
<p>Το πρόβλημα με τη «μνήμη» είναι ότι υπερχειλίζει πολλές φορές το ποτήρι της ιστορικής έρευνας και με πρόσχημα την εμπιστοσύνη στις μαρτυρίες, αναπαράχθηκε μια πρόθεση αποχής από τις επιστημονικές εργασίες και το αρχειακό υλικό.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-145" href="#post-3730-endnote-145">[145]</a></sup> Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, με άξονα τη λογική της συνταύτισης της σκέψης με την πραγματικότητα -που καταγγέλθηκε από τη γαλλική σχολή επιστημολογίας (G. Bachelard, G. Canguilhen, L. Alhtusser) ως επιστημολογικό τέρας, <sup><a id="post-3730-endnote-ref-146" href="#post-3730-endnote-146">[146]</a></sup>&#8211; και της ιδέας ότι η ατομική αίσθηση-θέαση υπερτερεί μεθοδολογικά της σκέψης που βασίζεται σε θεωρητικές αφαιρέσεις, σε οργανωμένες προσεγγίσεις, σε διαθεματικές αναζητήσεις και στη διεπιστημονικότητα-, οι αντιεπιστημονικές «βεβαιότητες», ενισχύθηκαν, με βάση και την επίκληση της ταυτότητας ανάμεσα στην κοινή πεποίθηση και στην επιστημονική γνώση που καλλιέργησε ο μεταμοντερνισμός.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-147" href="#post-3730-endnote-147">[147]</a></sup> Έτσι, καταφέρθηκε ένα επιπλέον κτύπημα στην ιστορική έρευνα, αφού συσκοτίστηκε το γεγονός ότι, το αντικείμενο της επιστήμης έτσι ή αλλιώς, ανήκει στην τάξη του κατασκευασμένου, με την έννοια ότι είναι δεύτερο αντικείμενο, που επιπροστίθεται στο πραγματικό,<sup><a id="post-3730-endnote-ref-148" href="#post-3730-endnote-148">[148]</a></sup> με τη μορφή της επεξεργασίας του υπό το πρίσμα, όμως, των εννοιών της θεωρίας και της εσωτερικής αξιολόγησης των πορισμάτων του εκάστοτε ιστορικού.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-149" href="#post-3730-endnote-149">[149]</a></sup> Είναι για αυτό ακριβώς το λόγο που δεν κατέστη εν γένει δυνατό να υπάρξουν συλλογικές δράσεις και ομαδικές αναζητήσεις σε σχέση με την προφορική ιστορία, αλλά δέσποζε ο ατομικισμός του επιστήμονα ερευνητή, που δεν χρειάστηκε καν να συλλογικοποιήσει τα πορίσματα του. Μάλιστα, παρότι αυτό προτάθηκε από τους επαΐοντες ως ένας από τους κυρίαρχους τρόπους ενίσχυσης του έργου της προφορικής ιστορίας.<sup><a id="post-3730-endnote-ref-150" href="#post-3730-endnote-150">[150]</a></sup></p>
<hr />
<h5><strong>Σημειώσεις</strong></h5>
<ol>
<li id="post-3730-endnote-1">
<p>Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιας διαστρέβλωσης της μνήμης ήταν το Δίστομο όπου η σφαγή αποδόθηκε έμμεσα στους κομμουνιστές που «προκάλεσαν» τους Γερμανούς. Από το 1945 μέχρι το 1975 διεξήχθησαν εκατοντάδες μνημόσυνα και στήθηκαν δεκάδες αναθηματικές πλάκες που απέδιδαν τη σφαγή στους αντάρτες. Το βασιλικό ζεύγος (Παύλος-Φρειδερίκη), υπουργοί και τοπικοί πολιτευτές, ανώτεροι ιερείς, οι Ανδρουτσόπουλος, Μακαρέζος, Οικονομόπουλος κ.α, συμμετείχαν σε «τρισάγια» στο Δίστομο για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε «να μη θρηνήσει η χώρα θύματα, όπως αυτά της κτηνωδίας του κομμουνισμού και του φασισμού». Βλ. <em>Δίστομο, Το Ολοκαύτωμα</em>, (επμ. Γ. Θεοχάρης), Βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση, Λιβαδειά 2009, σ. 237-310. <a href="#post-3730-endnote-ref-1">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-2">
<p>Βλ. και Αντώνης Λιάκος, «Aντάρτες και συµµορίτες στα ακαδηµαϊκά αµφιθέατρα», στο <em>Η Ελλάδα ’36-49. Α̟πό τη ∆ικτατορία στον Εµφύλιο. Τοµές και συνέχειες</em>, (επιµ. Χάγκεν Φλάισερ), Αθήνα, Καστανιώτης, 2003, σ. 25-36. <a href="#post-3730-endnote-ref-2">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-3">
<p>Patrck Joyce, «The End of Social History», <em>Social History, 20</em>, (1995), σ. 73. <a href="#post-3730-endnote-ref-3">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-4">
<p>Είναι ο πλουραλισμός των αιτίων μιας ατομικής συμπεριφοράς που ανακαλύπτουν μεταμαρξιστές και μεταμοντέρνοι ιστορικοί, Stuart Sim, <em>Postmarxism,</em> A Reader, Edimburg, 1998, σ. 2-4 και Willie Thompson, <em>Postmodernism and History</em>, London Palgrave 2004, σ. 16-18. <a href="#post-3730-endnote-ref-4">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-5">
<p>Στη βάση αυτή για ορισμένους ιστορικούς τα φασιστικά καθεστώτα είναι απολύτως ταυτόσημα με τα αντιστασιακά που εφάρμοζαν την ίδια βία στις απελευθερωμένες περιοχές των κατακτημένων χωρών. Με την ίδια έννοια, οι Σοβιετικοί έκαναν ότι και οι Γερμανοί, δηλαδή μετείχαν σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο βίας, για αυτό και δεν έπρεπε να κάτσουν στα έδρανα των δικαστών στη Νυρεμβέργη, αφού διέπραξαν και αυτοί εγκλήματα, Tony Judt, Postwar, <em>A History of Europe since 1945</em>, Pimlico, London 2005, σ. 36-37. <a href="#post-3730-endnote-ref-5">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-6">
<p>Η αρπαγές και οι λεηλασίες που υφίσταντο οι πολίτες, ιδίως από τους Ιταλούς, ήταν ο κύριος λόγος για τους Βρετανούς Συνδέσμους που ανδρώθηκε η αντίσταση, Report of J. M. Stevens on the Present Conditions in Central Greece στο <em>British Reports on Greece 1943-44</em> (ed. L. Barentzen), Museum Tusculanum Press, Copenhagen, 1982, σ. 3 -7. <a href="#post-3730-endnote-ref-6">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-7">
<p>Όταν, για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 1942 το χωριό Χρυσοκελλαριά Μεσσηνίας αρνήθηκε να αποδώσει το σιτάρι του στις αρχές κατοχής, οι Ιταλοί συνέλαβαν 19 νέους της τοπικής οργάνωσης του ΕΑΜ τους καταδίκασαν σε ένα χρόνο εξορία και τους μετέφεραν σε διάφορα σημεία της Δυτικής Στερεάς εν είδει κανονικής απαγωγής, Παντελής. Μούτουλας, <em>Ωρίων, (Γ. Μιχαλόπουλος)</em>, Θεμέλιο, Αθήνα 1999, σ. 82-84. <a href="#post-3730-endnote-ref-7">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-8">
<p>Είναι μια υπερβατολογική βία υπεράνω πολιτικών ή ταξικών σχέσεων, μια κυρίαρχη ανθρωπολογική συνθήκη, της οποίας ο «πολιτισμός» καθίσταται το απώτατο αίτιο του ιστορικού επιστητού. Με την έννοια αυτή δεν επιμερίζονται ευθύνες, ούτε αναζητούνται οι μορφές και τα αίτια εκδήλωσής της, αλλά ο μελετητής πρέπει να αρκείται να τη διαπιστώνει και βεβαίως να την περιγράφει σε κάθε της ειδεχθή λεπτομέρεια (για να εξασφαλίσει και τις ανάλογες συνδηλώσεις). Βλ. και Ηλίας Νικολακόπουλος, Η «Κόκκινη Βία και ο Εξαγνισμός των Δωσίλογων», <em>Νέα</em> 22 Μαίου 2004. <a href="#post-3730-endnote-ref-8">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-9">
<p>Ιάσων Χανδρινός, Το Τιμωρό Χέρι του Λαού, Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944, Αθήνα 2012, σ. 116-128. <a href="#post-3730-endnote-ref-9">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-10">
<p>Βλ. Μ. Λυμπεράτος, «Η ΟΠΛΑ και η εμφυλιοπολεμική ανάγνωση της ιστορίας», Ομάδα Μελέτης Σύγχρονης Ιστορίας Ν. Βοιωτίας στο omsisite.wordpress.com <a href="#post-3730-endnote-ref-10">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-11">
<p>Ειδικά για το θέμα του καταιγισμού πληροφοριών περί των «εγκλημάτων» της Αριστεράς, ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου αναγκάστηκε να εκφράσει τη λύπη του για την εύκολη δημοσίευση τερατωδών ειδήσεων σε σχέση με την Πελοπόννησο. <em>Ελευθερία</em> 27 Νοεμβρίου 1944. <a href="#post-3730-endnote-ref-11">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-12">
<p>Ο J. Habermas κατηγόρησε αυτού του τύπου τους ιστορικούς ότι προσπαθούσαν συστηματικά να δικαιώσουν τον ναζισμό, Jürgen Habermas, (translated by Shierry Weber Nicholsen), The New Conservatism: cultural criticism and Historians` Debate, MIT Press, 1989, σ. 191-234<strong>.</strong> <a href="#post-3730-endnote-ref-12">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-13">
<p>Η κατάληξη της λογικής αυτής είναι ότι το Άουσβιτς και το Ολοκαύτωμα ήταν μια πάλη κατά την νεωτερικότητας που μισούσε ο Χίτλερ. E. Nolte, <em>O Ευρωπαϊκός Εμφύλιος Πόλεμος 1917-1945, Εθνικοσοσιαλισμός και Μπολσεβικισμός</em>, Τροπή, Αθήνα 2015, passim. <a href="#post-3730-endnote-ref-13">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-14">
<p>Βλ. Jean-François Lyotard, <em>Η μεταμοντέρνα κατάσταση</em>, μτφρ Κωστής Παπαγιώργης, «Γνώση», Αθήνα 2008, σ. 20-33. <a href="#post-3730-endnote-ref-14">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-15">
<p>Keith Jenkins, <em>Why History, Ethics and Postmodernity</em>, Routledge, London 1999, σ. 56-70. <a href="#post-3730-endnote-ref-15">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-16">
<p>Beverly Southgate, <em>Postmodernism in History,</em> Routledge New York, London 2003, σ..13-17 <a href="#post-3730-endnote-ref-16">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-17">
<p>Κατά τον Talcott Parsons, τον θεωρητικό εμπνευστή των ερμηνειών αυτών, o πολιτισμός αποτελεί το κατεξοχήν αντικείμενο προσανατολισμού των δρώντων υποκειμένων, Βλ και Nicholas Timasheff και George Theodorson, <em>Ιστορία Κοινωνιολογικών θεωριών</em>, Αθήνα 1980, σ.434-439. <a href="#post-3730-endnote-ref-17">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-18">
<h6>Linda Hutcheon, <em>A Poetics of Postmodernism: History, Theory, Fiction</em>, Routledge, London 1988, σ. 178-201.<a href="#post-3730-endnote-ref-18">↑</a></h6>
</li>
<li id="post-3730-endnote-19">
<p>Είναι η λογική για παράδειγμα του Στ. Καλύβα, στο Στ. Καλύβας, «Κόκκινη Τρομοκρατία, Η βία της αριστεράς στην Κατοχή», <em>Μετά τον Πόλεμο</em>, (επιμ. M. Mazower), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003, σ. 161-163. <a href="#post-3730-endnote-ref-19">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-20">
<p>Fredric Jameson, <em>Postmodernism or The Cultural Logic of Late Capitalism</em>, Verso Duke University Press 1991, σ. 55-66, the charnelhouse.org/wp-content/uploads/2017/09. <a href="#post-3730-endnote-ref-20">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-21">
<p>Όπως, όμως, παρατηρεί ο L. Goldmann ακόμη και η πιο απλή απαρίθμηση, η χωρίς κανένα σχόλιο παράθεση «γεγονότων», είναι ήδη μια ερμηνεία. Lucien Goldmann, <em>Εισαγωγή στον Λούκατς και στον Χάιντεγκερ</em>, Αθήνα 1975, σ. 25-27. <a href="#post-3730-endnote-ref-21">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-22">
<p>Οι μεταμοντερνιστές, επηρεασμένοι από τα γεγονότα μετά το 1989 ταυτίζουν την κοινωνική ιστορία με τον μαρξισμό που κατά την εκτίμησή τους ηττήθηκε και τον τελευταίο με τον Σταλινισμό. Βλ. και Matt Petty, ο.π. σ. 131. <a href="#post-3730-endnote-ref-22">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-23">
<h6>Christopher Norris, «Postmodernizing History: right-wing revisionism and the uses of history», <em>The Postmodern History Reader</em>, (Keith Jenkins eds), Routledge London 1997, σ. 89-102.<a href="#post-3730-endnote-ref-23">↑</a></h6>
</li>
<li id="post-3730-endnote-24">
<h6>Anna Green, Kathleen Troup, <em>The Houses of History: A Critical Reader in Twentieth-century History and Theory,</em> Manchester University Press, 1999, σ.204-229, 277-297<a href="#post-3730-endnote-ref-24">↑</a></h6>
</li>
<li id="post-3730-endnote-25">
<p>Gertrude Himmelfarb, «Telling it as you like it: postmodernist history and the flight from fact», The Postmodern History Reader, ο.π. σ. 158-174, <a href="#post-3730-endnote-ref-25">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-26">
<p>Ανακοινώνουν συνήθως το τέλος της κοινωνικής ιστορίας, Patrick Joyce, «The End of Social History”, <em>Social History</em>, 20 (1995), σ. 73. <a href="#post-3730-endnote-ref-26">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-27">
<p>Η έννοια στο Α. Λιάκος, «Αντάρτες και Συμμορίτες στα Ακαδημαϊκά Αμφιθέατρα», ο.π. σ. 34-35. <a href="#post-3730-endnote-ref-27">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-28">
<p>Linda Hutcheon, A Poetics of Postmodernism, ο.π. σ. 201-211. <a href="#post-3730-endnote-ref-28">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-29">
<p>Stefano Bonino, On Post-Modern Consumerist Societies, Crime and Violence, <em>Rivista di Criminologia, Vittimologia e Sicurezza</em> – Vol. V – N. 3 – Settembre-Dicembre 2011, σ.115-120, vittimologia.it/rivista/articolo_bonino_2011-03.pdf.. <a href="#post-3730-endnote-ref-29">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-30">
<p>Στα νέα αυτά πεδία κινούνται και οι μεταμαρξιστές που ανακαλύπτουν ένα πλουραλισμό εκεί που οι ταξικές αναλύσεις είχαν υποτίθεται τελματωθεί. Βλ. και Stuart Sim, <em>Postmarxism</em>, ο.π. σ.12-13. <a href="#post-3730-endnote-ref-30">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-31">
<p>Όπως για παράδειγμα με το βιβλίο του Μ. Ελευθερίου, <em>Η Γυναίκα που πέθανε δύο φορές</em>, Αθήνα 2006 για το φόνο της Ελένης Παπαδάκη, όπου πουθενά δεν αναφέρεται ότι ο ΕΛΑΣ δίκασε και εκτέλεσε, δημοσία θέα, στην πλατεία Κολιάτσου αυτόν που φερόταν ως ο εκτελεστής της ηθοποιού. <a href="#post-3730-endnote-ref-31">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-32">
<p>Είναι αξιοσημείωτη η προσπάθεια που γίνεται να νομιμοποιηθούν οι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας με εργασίες που περιστρέφονται γύρω από την «κόκκινη βία», όπως τα Σάκης Μουμτζής, Η Κόκκινη Βία, 1943-1946, Η Μνήμη και η Λήθη της Αριστεράς, Αθήνα 2013, Μέρες της ΟΠΛΑ στη Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο (2012).  <a href="#post-3730-endnote-ref-32">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-33">
<p>Υπάρχουν μια σειρά έργα μεταμοντέρνων Βρετανών ιστορικών που διαπραγματεύονται γλωσσικά την έννοια της «κοινωνικής τάξης» “as a discursive rather an ontological reality”. Gareth Jones, <em>Languages of Class, Studies in English Working Class History</em>, Cambridge 1983, σ. 2-10. <a href="#post-3730-endnote-ref-33">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-34">
<p>Eric Hobsbawm, <em>On History</em>, London 2002, σ. 269. <a href="#post-3730-endnote-ref-34">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-35">
<p>Έτσι, δικαιολογείται και το επιχείρημα της «νέας ιστορίας» ότι, για παράδειγμα, οι Σοβιετικοί δεν έπρεπε να δικάσουν στη Νυρεμβέργη γιατί και αυτοί διέπραξαν εγκλήματα και άσκησαν βία στις περιοχές που απελευθέρωσαν και έτσι οι δίκες εναντίον των Ναζί στο διεθνές δικαστήριο τις έκαναν να φαίνονται ως «άσκηση μιας αντιγερμανικής εκδικητικότητας» (;;), Tony Junt, Postwar, A History of Europe since 1945, ο.π. σ. 54. <a href="#post-3730-endnote-ref-35">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-36">
<p>Η κοινωνία εξετάζεται από την οπτική γωνία ενός ανθρωπολόγου ως σημασιολογικά δίκτυα, Georg Iggers, «Για τη Γλωσσική Στροφή στην Ιστορική Σκέψη και την Ιστοριογραφία», <em>Θέσεις</em>, τευχ. 60, 1997, σ 113. <a href="#post-3730-endnote-ref-36">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-37">
<p>Όπως σημειώνει ο P. Bourdieu, η αγνόηση των αντικειμενικών αυτών σχέσεων οδηγεί στο να κατανοούμε όλα τα φαινόμενα σαν να ήταν ουσιαστικές ιδιότητες, προσδεμένες εκ φύσεως στα άτομα ή στις τάξεις ατόμων. Pierre Bourdieu, «Ο δομισμός και η θεωρία της κοινωνιολογικής γνώσης» στο <em>Η Επιστημολογία των Κοινωνικών Επιστημών</em>, Αθήνα 1995 σ. 417<strong>.</strong> <a href="#post-3730-endnote-ref-37">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-38">
<h6>Mark Ledbetter, <em>Victims and the Postmodern Narrative or Doing Violence to the Body: An Ethic of Reading and Writing</em>, Palgrave Macmillan, New York 1996, σ. 3-20.<a href="#post-3730-endnote-ref-38">↑</a></h6>
</li>
<li id="post-3730-endnote-39">
<p>Η διεπιστημονικότητα είναι το κριτήριο της αντικειμενικότητας των προσεγγίσεων κατά τον Popper, Karl Popper, The Open Society and Its Enemies, Vol 2, ο.π. σ. 245. Ωστόσο για κάποιες απόψεις (π.χ Καλύβας) αυτό σημαίνει τη συνδρομή λογοτεχνίας του τύπου «Ελένης» και «Ορθοκωστά», Ν. Πανουργιά, «Ο Άγιος Βελουχιώτης και οι άμοιροι Ταγματασφαλίτες», Νέα 2 Οκτωβρίου 2004. <a href="#post-3730-endnote-ref-39">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-40">
<p>Πιέρ Βιντάλ-Νακέ, Οι Δολοφόνοι της Μνήμης, Αθήνα 2019 Εκδόσεις Καπόν, σ.52-58. <a href="#post-3730-endnote-ref-40">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-41">
<p>Eddie Myers, ο.π. σ. 73. <a href="#post-3730-endnote-ref-41">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-42">
<p>Απόφαση της 8<sup>ης</sup> Ολομέλειας, <em>ΚΚΕ,</em> <em>Σαράντα Χρόνια Αγώνες</em>, Αθήνα, χ.χ, σ. 470 κε <a href="#post-3730-endnote-ref-42">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-43">
<p>Δημήτριος Γυφτόπουλος, <em>Μυστικές Αποστολές στην Εχθροκρατούμενη Ελλάδα</em>, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1990, σ. 48-57. <a href="#post-3730-endnote-ref-43">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-44">
<p>Λάζαρος Αρσενίου, <em>Η Θεσσαλία στην Αντίσταση</em>, Εκδοτική ΕΠΕ, Αθήνα 1977, τομ. Α, σ. 108. <a href="#post-3730-endnote-ref-44">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-45">
<p>«Ο αντάρτης του ΕΛΑΣ έπρεπε να σέβεται το λαό, τις γυναίκες, τα ήθη και τα έθιμα της κάθε περιοχής, να επιδεικνύει μια συμπεριφορά που να κατακτά τον πληθυσμό. Να δείχνει ιπποτισμό και σεβασμό προς τη ζωή και των αιχμαλώτων, να είναι δηλαδή λίγο ιεραπόστολος, ηθικός και τίμιος». Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, Φ 30/1/58, «ο Αντάρτης του ΕΑΜ –ΕΛΑΣ» <a href="#post-3730-endnote-ref-45">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-46">
<p>Για το θέμα και Στράτος Δορδανάς, «Η γερμανική πολιτική στην Ελλάδα την περίοδο της Κατοχής 1941-1944», <em>Ιστορία των Ελλήνων</em>, τομ. 16, Δομή, Αθήνα, σ. 269 κε. <a href="#post-3730-endnote-ref-46">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-47">
<p><em>Η Ελλάδα υπό τον Αγκυλωτό Σταυρό, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία</em>, (έρευνα Μ. Ζεκέντορφ), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1991, σ. 90. <a href="#post-3730-endnote-ref-47">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-48">
<p>Οι άμαχοι ήταν στην ουσία στόχος ίδιας σημασίας με τους ενόπλους αντάρτες, σε εφαρμογή της διαταγής του στρατάρχη W. Keitel, της 16ης Σεπτεμβρίου 1941, όπου για κάθε νεκρό Γερμανό στρατιώτη θα εκτελούνταν 50-100 άμαχοι. Η Ελλάδα υπό τον Αγκυλωτό σταυρό, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, ο.π. σ. 89-90. <a href="#post-3730-endnote-ref-48">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-49">
<p>Χάγκεν Φλάισερ, «Κατοχή και Αντίσταση», <em>Ιστορία του Ελληνικού Έθνους</em>, τομ. 16, Εκδοτική Αθηνών, 2000, σ. 50. <a href="#post-3730-endnote-ref-49">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-50">
<p>Στο τέλος Οκτωβρίου 1943 ο Στρατιωτικός Διοικητής της Ελλάδος Speidel ανακοίνωσε επίσημα ότι για κάθε φόνο ή τραυματισμό Γερμανού θα πλήρωναν 50 ή 100 Έλληνες. Χάγκεν Φλάισερ, «Αντίποινα των γερμανικών δυνάμεων κατοχής στην Ελλάδα 1941-1944», <em>Μνήμων</em>, τομ. 7, Αθήνα 1978-79, σ. 191. <a href="#post-3730-endnote-ref-50">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-51">
<p>Διαταγή της 15<sup>ης</sup> Σεπτεμβρίου 1943, Χέρμαν Μάγερ, <em>Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα</em>, Αθήνα 2004, σ. 173 <a href="#post-3730-endnote-ref-51">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-52">
<p>Γερμανικές εκθέσεις θεωρούσαν την Πελοπόννησο από τα μέσα του 1943 και μετά περιοχή «συμμοριτών». Έκθεση 117 Μεραρχία Κυνηγών, 29 Νοεμβρίου 1943, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, , ο.π. σ. 209-210 <a href="#post-3730-endnote-ref-52">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-53">
<p>Martin Gilmert, The Second World War, A Complete History New York 1991, Henry Holt and Company, σ. 423. <a href="#post-3730-endnote-ref-53">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-54">
<p>Την πολιτική αυτή εφάρμοσαν σε όλες τις κατακτημένες χώρες της Ευρώπης με έμφαση στην αξιοποίηση των εθνικιστικών επιδιώξεων κάποιων μειονοτήτων (Φλαμανδούς, Σλοβένους, Κροάτες), T. Junt, ο.π. σ.33-35, <a href="#post-3730-endnote-ref-54">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-55">
<p>Ηλίας Παπαστεργιόπουλος, <em>Ο Μωριάς στα Όπλα,</em> τομ Β, Αθήνα 1975, σ. 359. <a href="#post-3730-endnote-ref-55">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-56">
<p>Ο ΕΛΑΣ δεν έκανε «του κεφαλιού του». Εφάρμοζε τις οδηγίες της Μέσης Ανατολής με το σχέδιο «Animals» βλ. Michael Howard, <em>Strategic Deception in the Second World War. New York: W. W. Norton &amp; Company 1995, σ.93-94 και Katherine Barnes, The Sabotage Diaries, Harper Collins Publishers 201, passim. </em> <a href="#post-3730-endnote-ref-56">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-57">
<p>Με βάση τις διαταγές των κατά τόπους γερμανικών διοικήσεων, καταρτίστηκαν κατάλογοι ομήρων με βάση τις πληροφορίες των καταδοτών, και μάλιστα χωρίς περιορισμούς στη συμμετοχή γυναικών και παιδιών σε αυτούς. Για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, κάθε Γερμανός που χρησιμοποιούνταν στην εφαρμογή των σχεδίων αυτών δεν επιτρεπόταν να κληθεί σε απολογία για οποιαδήποτε ενέργεια του ΓΑΚ, Αρχείο Τσουδερού, φακ.7, ΓΕΣ προς Τσουδερόν, 5 Ιουνίου 1943, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. <a href="#post-3730-endnote-ref-57">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-58">
<p>Τάκης Ρόκας, «Αναμνήσεις ενός «κλουβίτη», <em>Εθνική Αντίσταση</em>, 46, Ιούνιος 1985, σ. 25-28 <a href="#post-3730-endnote-ref-58">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-59">
<p>Δεν ήταν λίγες η φορές που η αντίσταση επιδιδόταν σε απονενοημένες προσπάθειες για να απελευθερώσει τους ομήρους αυτούς, λόγω ασφυκτικών πιέσεων των τοπικών κοινωνιών, όπως στις 22 Ιουνίου 1944, στον Ψαθόπυργο Πατρών, όπου όλοι οι όμηροι απελευθερώθηκαν μέσω μιας εξαιρετικά παράτολμης ενέργειας. Δημήτρης Μαγκριώτης, <em>Θυσίαι της Ελλάδος και Εγκλήματα Κατοχής 1941-1944</em>, Αθήνα χ.χ, σ. 104-105. <a href="#post-3730-endnote-ref-59">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-60">
<p>Από τους ομήρους αυτούς οι Γερμανοί αντλούσαν και εκείνους που χρησιμοποιούσαν στις «κλούβες», δηλαδή του ξέσκεπου βαγονιού γεμάτο ομήρους, που τοποθετούνταν μπροστά από τους σιδηροδρομικούς συρμούς. Σύμφωνα με το γερμανικό σχέδιο οι όμηροι αυτοί έπρεπε να εκτελούνται αμέσως όταν δεχόταν ένας συρμός επίθεση. Σε πολλά κεφαλοχώρια τα δημοτικά σχολεία είχαν μετατραπεί σε φυλακές για ομήρους, Αν. Τριχείλης, «Αναμνήσεις από τη δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στη Λακωνία», <em>Εθνική Αντίσταση</em>, 46, Ιούνιος 1985, σ. 83. <a href="#post-3730-endnote-ref-60">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-61">
<p>Να σημειωθεί ότι σε όλη τη χώρα, με βάση τα στοιχεία του Υφυπουργείου Ανοικοδομήσεως, είχαν εκτελεστεί μόνο σε ομαδικά αντίποινα 5.000 άνθρωποι, σε ένα σύνολο 30.000 εκτελεσμένων. Κωνσταντίνος Δοξιάδης, <em>Οι Θυσίες της Ελλάδος στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, Υπουργείο Ανοικοδομήσεως</em>, αρ. 13, Αθήνα 1947, σ. 58-59. <a href="#post-3730-endnote-ref-61">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-62">
<p>Τα χωριά Λαγκάδια, Βαλτετσίνικο, Αρακοβίνιον, Μαγουλιάνα, Δόξα, Χώρα, πυρπολήθηκαν 335 σπίτια στην κοινότητα Καρυών, 140 στη κοινότητα Δόξης, 235 στην κοινότητα Βλαχέρνας, 176 στην κοινότητα Λεβενδίου ενώ κάηκαν όλα στο χωριό Δρακοβούνιο, ο.π. σ. 118-119. <a href="#post-3730-endnote-ref-62">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-63">
<p>Για αυτούς ο πρωθυπουργός Ράλλης διαμαρτυρήθηκε στους Γερμανούς ότι πολλοί ήταν επιστήμονες, υπάλληλοι τραπεζών κλπ. Ράλλης προς πτέραρχο Β. Σπάιντερ, 19 Δεκεμβρίου 1943, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, ο.π. σ. 214. <a href="#post-3730-endnote-ref-63">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-64">
<p>Βλ. Μανώλης Γλέζος, <em>Εθνική Αντίσταση 1940-1945</em>, τομ. Β, Στοχαστής, Αθήνα 2006, σ. 1005. <a href="#post-3730-endnote-ref-64">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-65">
<p>Βλ. και Γ. Μαργαρίτης, «Η Εθνική Αντίσταση», στο <em>Ιστορία των Ελλήνων</em>, τομ. 16, Δομή, Αθήνα σ. 490-493. <a href="#post-3730-endnote-ref-65">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-66">
<p>Μ. Γλέζος, ο.π, σ. 995-1018. <a href="#post-3730-endnote-ref-66">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-67">
<p><em>Έκθεσις Πολέμου και Θυσιών της Ελλάδος, 1940-44</em>, <em>Οδηγός της Εκθέσεως στο Αρχαιολογικό</em> <em>Μουσείο</em>, υπό ανθ/γό Γ. Βήχο, Αθήνα 1946, σ. 46. <a href="#post-3730-endnote-ref-67">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-68">
<p>Κατάλογο αντιποίνων των Γερμανών δίνει και ο Χ. Φλάισερ με αναλογία σε σχέση με τις μικρές γερμανικές απώλειες, Χάγκεν Φλάισερ, «Αντίποινα των γερμανικών δυνάμεων κατοχής», ο.π. σ. 192. <a href="#post-3730-endnote-ref-68">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-69">
<p>ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, Φ 30/1/54, ΕΛΑΣ, Γ,Σ, Επιτ. Γραφ. ΙΙΙ, αρ. πρ. 467, Οδηγίαι Προσωπικαί και Απόρρηται δια τους Διοικητάς των μεγάλων μονάδων του ΕΛΑΣ, 5 Δεκεμβρίου 1943. <a href="#post-3730-endnote-ref-69">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-70">
<p>Στέφανος Σαράφης, <em>Ο ΕΛΑΣ</em>, Αθήνα 1984, σ. 138-139. <a href="#post-3730-endnote-ref-70">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-71">
<p>Μιχάλης Λυμπεράτος, «Οι Οργανώσεις της Αντίστασης», <em>Ιστορία της Ελλάδας του 20<sup>ου</sup> Αιώνα, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή-Αντίσταση 1940-1945</em>, τ. Γ2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 16-17. <a href="#post-3730-endnote-ref-71">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-72">
<p>Σε πολλά χωριά υπήρχαν μόνιμοι σύνδεσμοι που ειδοποιούσαν τα τμήματα του ΕΛΑΣ για οποιαδήποτε γερμανική κίνηση ακόμα και δια τηλεφώνου, Δημήτριος Σολωμός, Από το Αντάρτικο στο Μωριά, <em>Εθνική Αντίσταση</em>, 21, Νοέμβριος 1979, σ. 36. <a href="#post-3730-endnote-ref-72">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-73">
<p>ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, φ 30/1/52, ΕΛΑΣ, Γ.Σ, αρ. πρωτ. ΕΠΕ 325, 19 Νοεμβρίου 1943. <a href="#post-3730-endnote-ref-73">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-74">
<p>ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, φ 30/1/54, ΓΣ ΕΛΑΣ, αρ, ΕΠΕ, 467, Οδηγίαι Προσωπικαί και Απόρρηται δια τους Διοικητάς μεγάλων μονάδων του ΕΛΑΣ, 5 Δεκεμβρίου 1943. <a href="#post-3730-endnote-ref-74">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-75">
<p>7<sup>η </sup>Έκθεση Ανωτάτου Στρατηγείου της Ομάδας Στρατιών Ε, αρ. 7655/1944, στο Β. Μαθιόπουλος, <em>Η Ελληνική Αντίσταση και οι Σύμμαχοι,</em> Παπαζήσης, Αθήνα 1980, σ. 439. <a href="#post-3730-endnote-ref-75">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-76">
<p>9η Έκθεση, Αρχηγείο της Ομάδας Στρατιών Ε, αρ. 4275/1944, 31 Μαρτίου 1944, ο.π. σ. 461. <a href="#post-3730-endnote-ref-76">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-77">
<p>Βλ. Τάσος Κωστόπουλος, <em>Η Αυτολογοκριμένη Μνήμη</em>, Φιλίστωρ, Αθήνα 2005, σ. 16-19. <a href="#post-3730-endnote-ref-77">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-78">
<p>Επικεφαλής των Ταγμάτων, όπως ο Παπαδόγκωνας, είχαν δεσμούς συγγένειας με πολλούς χωρικούς, βλ. St. Aschenbrener, «The Civil War from the Perspective of a Messenian Village», <em>Studies in the History of Greek Civil War 1945-1949</em>, Copenhagen 1987, σ. 115. <a href="#post-3730-endnote-ref-78">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-79">
<p>Διαταγή Αλ. Λερ, αναπληρωτή στρατιωτικού διοικητή Ν.Α Ευρώπης, 22 Δεκεμβρίου 1943, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, ο.π. σ. 215. <a href="#post-3730-endnote-ref-79">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-80">
<p>Δ. Μαγκριώτης, ο.π. σ. 121. <a href="#post-3730-endnote-ref-80">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-81">
<p>Χ. Φλάισερ, «Αντίποινα των γερμανικών δυνάμεων κατοχής στην Ελλάδα», ο.π. σ. 193-194. <a href="#post-3730-endnote-ref-81">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-82">
<h6>Εκπαιδευτική Λέσχη, «Τα Τάγματα Ασφαλείας: οι μονάδες εφόδου του γερμανικού στρατού στην Κατοχή», <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%ac%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%af%ce%b1%cf%82-%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%ac%ce%b4%ce%b5%cf%82-%ce%b5%cf%86%cf%8c%ce%b4%ce%bf/">6 Νοεμβρίου 2020</a>, www.e-lesxi.gr.<a href="#post-3730-endnote-ref-82">↑</a></h6>
</li>
<li id="post-3730-endnote-83">
<p>Να σημειωθεί ότι οι συμπεριφορές αυτές άνθισαν σε μια περιοχή, που ακόμα και οι ίδιοι οι Γερμανοί στρατιώτες επιδίδονταν σε ληστείες. Έκθεση 1042 του φρουραρχείου Πελοποννήσου προς Στρατιωτικό διοικητή Ελλάδος 31 Δεκεμβρίου 1943, Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, ο.π, .218. <a href="#post-3730-endnote-ref-83">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-84">
<p>Βλ. και Γ. Χατζηπαναγιώτου, <em>Η Πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη</em>, Δωρικός, Αθήνα 1976, σ.432. <a href="#post-3730-endnote-ref-84">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-85">
<p>Σε πολλές περιπτώσεις οι δήμιοι των εκτελέσεων διαμοίραζαν τα αντικείμενα των εκτελεσθέντων. Δ. Μαγκριώτης, ο.π. σ. 121. <a href="#post-3730-endnote-ref-85">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-86">
<p>Παντελής Μούτουλας, Ωρίων<em>-Γιάννης Μιχαλόπουλος: Με την Αριστερά στον Μεσοπόλεμο, στην Εθνική Αντίσταση, στην μεταπολεμική Ελλάδα&#8217;</em>, Θεμέλιο 1999,  σ. 116. <a href="#post-3730-endnote-ref-86">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-87">
<p>Βλ. και Γιώργος Δουατζής<strong>, </strong><em>Οι Ταγματασφαλίτες</em><strong>, </strong>Τολίδης<strong>, </strong>Αθήνα 1982, σ. 68 κε. <a href="#post-3730-endnote-ref-87">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-88">
<p>Σε κάθε Τάγμα υπήρχε ένας γερμανός αξιωματικός ως σύνδεσμος με την βρετανική διοίκηση για να συντονίζονται οι ενέργειες της Wehrmacht με αυτές των Ταγμάτων, που είχαν μια μικρή αυτονομία. Έκθεση του PIC: Greek Security Battalions, PICME/18 July 1944, PIC/263/21, Foreign Office Archives. <a href="#post-3730-endnote-ref-88">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-89">
<p>Έκθεση Βρεττάκου, ΔΙΣ, <em>Αρχεία Εθνικής Αντίστασης</em>, τ. 8, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1998, σ. 181. <a href="#post-3730-endnote-ref-89">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-90">
<p>FO 371/43691, R 13659, Game Book, Ιούλιος 1944, Ακαδημία Αθηνών. <a href="#post-3730-endnote-ref-90">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-91">
<p>Π. Κανελλόπουλος, Ημερολόγιο Κατοχής, 31 Μαρτίου 1942-4 Ιανουαρίου 1945, Εστία, Αθήνα 2003, σ. 660. <a href="#post-3730-endnote-ref-91">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-92">
<p>Στις 7 Δεκεμβρίου 1943 η Κ.Ε του ΕΛΑΣ εξέδωσε μια σκληρή ανακοίνωση ότι όσοι σκόπευαν να ενταχθούν στα Τάγματα αντιμετώπιζαν την ποινή του θανάτου, δήμευση των περιουσιών τους και σύλληψη των οικογενειών τους (ο λαός θα «κρεμούσε τους προδότες»), <em>Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης</em>, τομ. 1, Αθήνα 1981, σ. 283. <a href="#post-3730-endnote-ref-92">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-93">
<p>Ήδη από το καλοκαίρι του 1942 ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ Γ. Σιάντος είχε καταστήσει σαφές σε όλα τα κομματικά μέλη ότι η λογική ότι οποιαδήποτε πρακτική, επειδή δήθεν εξυπηρετούσε τους στόχους του κινήματος, θα ήταν δικαιολογημένη «δεν άρμοζε σε κομμουνιστές και λογικούς ανθρώπους». ΑΣΚΙ Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, Γράμμα του Π.Γ του ΚΚΕ στον Ν. Καρβούνη 5 Ιουνίου 1942. <a href="#post-3730-endnote-ref-93">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-94">
<p>Τέτοια ήταν η περίπτωση των Χαρμπέρη και Αργείτη που συνελήφθησαν με ασύρματο και μεταφέρονταν για δύο μήνες από χωριό σε χωριό (ο Αργείτης εκτελέστηκε), Χέρμαν Μάγερ, ο.π. σ. 205. <a href="#post-3730-endnote-ref-94">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-95">
<p>Έτσι, το Π.Γ του ΚΚΕ είχε ειδοποιήσει τα καθοδηγητικά στελέχη του ΚΚΕ να λάβουν υπόψη τους ότι κάθε υπέρβαση, αυθαιρεσία, κακός χειρισμός θα έδινε τη δυνατότητα στον αντίπαλο να επωφεληθεί και, συκοφαντώντας, να περιθωριοποιήσει το ΕΑΜ στην κοινή συνείδηση. Στην εισήγηση του ο Γ. Ζεύγος κατά τη διάρκεια των εργασιών της 10<sup>ης</sup> Ολομέλειας υπαινίχθηκε ότι πολλές από τις δολοφονίες ήταν απόρροια πρακτόρων του εχθρού στις τάξεις του ΕΛΑΣ, ΚΚΕ, Εισήγηση Γ. Ζεύγου, Γενάρης 1944, Επίσημα Κείμενα, 1940-1945, τομ. 5<sup>ος</sup>, ο.π., σ.362. <a href="#post-3730-endnote-ref-95">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-96">
<p>Αντώνης Κακογιάννης, <em>Η Θηριωδία των Ναζί στην Ελλάδα, Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων</em>, Καστανιώτης, Αθήνα 1998, σ. 70. <a href="#post-3730-endnote-ref-96">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-97">
<p>Βλ. Δημήτριος Ζέπος, <em>Λαϊκή Δικαιοσύνη</em>, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1986, σ. 4-5. <a href="#post-3730-endnote-ref-97">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-98">
<p>Ιδιαίτερα για το θέμα του περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας, οι κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ είχαν ειδοποιηθεί ότι όφειλαν να δείξουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η περιττή βία, σύμφωνα με την εντολή του Π.Γ του ΚΚΕ θα ήταν ασυγχώρητο πολιτικό λάθος και κάθε ενέργεια θα έπρεπε να χαίρει της επιδοκιμασίας των τοπικών κοινωνιών και η ενοχή των κατηγορουμένων θα έπρεπε να είναι αποδεδειγμένη και να κοινοποιείται ευρύτερα. Μάλιστα, ζητούσε να ελέγχονται με προσοχή όσοι υλοποιούσαν τέτοιες αποφάσεις για να μην υπάρχουν στις τάξεις του ΕΑΜ στοιχεία ηθικά χρεοκοπημένα και φαύλα, επιτήδειοι, αρχομανείς και αριβίστες που θα αναλάμβαναν ένα τέτοιο έργο. ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 109, φ 4/1/1, Γράμμα του Π. Γ του ΚΚΕ, προς τα Καθοδηγητικά Στελέχη του ΚΚΕ, 28 Νοεμβρίου 1943 <a href="#post-3730-endnote-ref-98">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-99">
<p>Τα φερόμενα ως 29 θύματα το χειμώνα του 1943, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν δικαιολογούν το επιχείρημα της «συστηματικής εκστρατείας δολοφονίας αμάχων», βλ. και Γιώργος Μαργαρίτης, <em>Νέα</em> 11 Απριλίου 2004. <a href="#post-3730-endnote-ref-99">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-100">
<p>Στις 14 Σεπτεμβρίου 1944, πολύ καθυστερημένα, μια βρετανική ομάδα πήρε την άδεια του ΕΛΑΣ να προσεγγίσει τους πολιορκούμενους Ταγματασφαλίτες στο Μελιγαλά, για να βοηθήσει στην παράδοση τους. Ωστόσο, άνδρες των Ταγμάτων που συνελήφθησαν αργότερα, ισχυρίστηκαν ότι ο λόγος που τελικά δεν παραδόθηκαν ήταν ότι οι Βρετανοί τους ζήτησαν να συνεχίσουν. Σταύρος Κανναβός, «Η Απελευθέρωση της Μεσσηνίας», <em>Εθνική Αντίσταση</em>, 21, Νοέμβριος του 1979, σ. 45. <a href="#post-3730-endnote-ref-100">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-101">
<p>Εμμανουήλ Βαζαίος, <em>Τα Άγνωστα Παρασκήνια της Εθνικής Αντιστάσεως εις Πελοπόννησον</em>, Εφημερίδαν της Κορίνθου, Κόρινθος 1961, σ. 78-88 <a href="#post-3730-endnote-ref-101">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-102">
<p>ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 418, φ 24/2/102, Ζέγγος προς ΠΓ και ΚΕ του ΚΚΕ δια ΚΕΠΠ, Αύγουστος 1944 <a href="#post-3730-endnote-ref-102">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-103">
<p>ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, 418 φ 24/2/90. <a href="#post-3730-endnote-ref-103">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-104">
<p>ΓΕΣ/ΔΙΣ, Πληροφορίες 30 Σεπτεμβρίου 1944, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, τομ, 1, ο.π. σ. 120. <a href="#post-3730-endnote-ref-104">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-105">
<p>Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ημερολόγιο Κατοχής, 31 Μαρτίου 1942-4 Ιανουαρίου 1945, Εστία, Αθήνα 2003 σ. 653-662. <a href="#post-3730-endnote-ref-105">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-106">
<p>Δεν επρόκειτο για μια εύκολη υπόθεση στο μέτρο που οι Συμφωνίες αυτές είχαν προκαλέσει γενική αγανάκτηση στη μεγάλη πλειοψηφία των μαχητών του ΕΛΑΣ. Μάλιστα, τα πράγματα έφτασαν μέχρι του σημείου να διαδοθεί ότι το ΚΚΕ διασπάστηκε, ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, φ 32/53, ραδιοτηλεγράφημα 19, ΚΕ του ΚΚΕ προς Γ. Ιωαννίδη και 20, Ν. Πλουμπίδης προς ΠΓ του ΚΚΕ, 31 Μαϊου 1944. <a href="#post-3730-endnote-ref-106">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-107">
<p>ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ κουτί 496, φ 30/4/146, Γ.Σ του ΕΛΑΣ, Κλιμάκιο Πελοποννήσου, Επιτ. Γραφείο ΙΙΙ, Έκθεσις Πεπραγμένων (Α. Βελουχιώτης). 31 Μαΐου 1944. <a href="#post-3730-endnote-ref-107">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-108">
<p>Απόφαση του ΠΓ του ΚΚΕ, 17 Οκτωβρίου 1944 και Χαιρετιστήριο του Π.Γ του ΚΚΕ 13 Οκτωβρίου 1944, ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα (εκδ ΚΚΕ Εσωτ.), τομ. Ε, Αθήνα 1974, σ. 267-276. <a href="#post-3730-endnote-ref-108">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-109">
<p>Για τη δυσπιστία κάποιων καπεταναίων έναντι στις επιλογές της ηγεσίας βλ ενδεικτικά. Τάκης Ψημμένος, <em>Αντάρτες στα Άγραφα, Οι Αναμνήσεις ενός Αντάρτη</em>, Αθήνα, 12 κε. <a href="#post-3730-endnote-ref-109">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-110">
<p>Ο ίδιος ο Βρετανός πρέσβης R. Leeper, παραδέχθηκε ότι ήταν λάθος η εκτίμηση ότι οι ενέργειες του ΕΛΑΣ κατά την απελευθέρωση θα αφορούσαν σε μια εκτεταμένη εκκαθάριση των αντιπάλων του. Procopis Papastratis, <em>British Foreign Policy towards Greece during the Second World War 1941-1944</em>, Cambridge, 1984, σ. 214. <a href="#post-3730-endnote-ref-110">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-111">
<p>Η Ελεύθερη Μεσσηνία που κυκλοφορούσε παράνομα στην Κατοχή κατέγραφε με περισσή λεπτομέρεια όλους τους τόπους και τους αριθμούς των θυμάτων των γερμανικών αντιποίνων<em> Ελεύθερη Μεσσηνία</em> 8 Αυγούστου 1944. <a href="#post-3730-endnote-ref-111">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-112">
<p>Ήταν τέτοιες οι συνθήκες ώστε η εφημερίδα Ελευθερία έγραφε ότι ή τύχη του έθνους ήταν στην πραγματικότητα στα χέρια του κάθε Έλληνα πολίτη, <em>Ελευθερία</em> 22 Σεπτεμβρίου 1944. <a href="#post-3730-endnote-ref-112">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-113">
<p>Paul Ginsburg, <em>A History of Contemporary Italy 1943-1980</em>, Penguin Books, London, 1990, σ. 68. <a href="#post-3730-endnote-ref-113">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-114">
<p>Στη Γαλλία τα αντίποινα ξεκίνησαν ήδη από την απόβαση στη Νορμανδία τον Ιούνιο του 1944, και ιδίως κατά τους επόμενους μήνες. T. Junt, ο.π σ. 41-43 και Jean Pierre Rioux, <em>The Fourth Republic, 1944-1958,</em> Cambridge University Press, 1987, σ. 27-29. <a href="#post-3730-endnote-ref-114">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-115">
<p>William Hitchcock, <em>The Struggle for Europe</em>, Profile Books London 2003, σ. 71-72. <a href="#post-3730-endnote-ref-115">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-116">
<p>Στην πραγματικότητα «σφαγιασθέντες υπό των κομμουνιστών» υπήρξαν μόνο ως θύματα μαχών μεταξύ των Ταγμάτων και του ΕΛΑΣ καθώς και ορισμένοι που λιντσαρίστηκαν από το οργισμένο πλήθος που συγκεντρώθηκε μετά της μάχες αυτές, όπως στην περίπτωση της απελευθέρωσης της Καλαμάτας, όπου μετά τη μάχη μερικοί από τους συλληφθέντες έπεσαν θύματα του οργισμένου πλήθους, ή όπως στον Αχλαδόκαμπο στις 18 Σεπτεμβρίου 1944. Στο δε Μελιγαλά, στις 13 Σεπτεμβρίου 1944, πέρα από τους νεκρούς της μάχης, αρκετοί φόνοι έγιναν εξαιτίας της εσκεμμένης πλημμελούς φύλαξης των αιχμαλώτων, απόρροια της οργής που προκαλούσαν στους μαχητές του ΕΛΑΣ και του συγγενείς τους τα νέα θύματα του ΕΛΑΣ στις συγκρούσεις αυτές. Πάντως, και στην περίπτωση αυτή, τα οργανωμένα τμήματα του ΕΛΑΣ στη μεγάλη τους πλειοψηφία πειθάρχησαν και δεν ενεπλάκησαν στα αντίποινα αυτά, και ήταν άμαχοι-όχλο τους ονόμαζαν οι Βρετανοί πράκτορες- που επιτίθεντο κατά των συλληφθέντων και τους σκότωνε ή τους λιντσάριζε.Βλ. Παντελής Μούτουλας, Πελοπόννησος 1941-1944, ο.π. σ. 573-578, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Προκήρυξη προς τον Ελληνικό Λαό, 29 Σεπτεμβρίου 1944, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, ο.π. σ. 117, Στάθης Κανναβός, «Η Απελευθέρωση της Μεσσηνίας», <em>Εθνική Αντίσταση</em>, τχ. 21, 1979, σ. 46-48, Χρήστος Ν. Αντωνακάκης, <em>Η Εθνική Αντίσταση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στον Ταϋγετο και τον Πάρνωνα 1841-1944</em>, Αλφειός, Αθήνα 2006, 132-135, FO 371/43693, R 16026, Boxshall to Laskey, 30 Σεπτεμβρίου 1944.και ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 426, φ 26/2/20, Έκθεση Θ. Ασούρα.. <a href="#post-3730-endnote-ref-116">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-117">
<p>ΓΕΣ/ΔΙΣ, Προκήρυξη προς τον Ελληνικό Λαό, 29 Σεπτεμβρίου 1944, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, ο.π. σ. 117. <a href="#post-3730-endnote-ref-117">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-118">
<p>Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνήψε στη δεκαετία του ΄60 με τις δυτικές χώρες τις λεγόμενες ομαδικές συμφωνίες, σύμφωνα με τις οποίες η Γερμανία αποδέχθηκε την υποχρέωση αποζημίωσης. Με την Ελλάδα συνάπτεται μία τέτοια σύμβαση για 115 εκατομμύρια μάρκα. Τα θύματα των εγκλημάτων της Βέρμαχτ, αυτοί που δούλεψαν σε καταναγκαστικά έργα και οι αντιστασιακοί εξαιρούνται καθαρά από αυτές τις πληρωμές, και έτσι εξαιρούνται από τη σύμβαση αυτή εν συνόλω οι αξιώσεις από ιδιώτες. Τη σύμβαση για την ελληνική κυβέρνηση υπέγραψε ο τότε πρέσβης μας στη Bόννη Θωμάς Yψηλάντης και για τη Γερμανία ο υφυπουργός Eξωτερικών Aλμπερτ Bαν Σέρπενμπεργκ. H σύμβαση προέβλεπε την καταβολή εκατόν δέκα πέντε εκατομμύρια γερμανικών μάρκων υπέρ των υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεων διά λόγους φυλής, θρησκείας ή κοσμοθεωρίας θιγέντων Eλλήνων υπηκόων, οίτινες υπέστησαν, συνεπεία των μέτρων τούτων διώξεως, ζημίας ελευθερίας ή υγείας και ιδίως και προς όφελος των επιζησάντων οικείων των φονευθέντων συνεπεία των μέτρων διώξεων τούτων». Στο τρίτο άρθρο οριζόταν «Διά της εν άρθρω 1 προβλεπομένης πληρωμής ρυθμίζονται οριστικώς άπαντα τα ζητήματα άτινα αποτελούν το αντικείμενο της Συμβάσεως ταύτης και τα αναφερόμενα εις τας σχέσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προς το Βασίλειον της Eλλάδος, μη θιγομένων ενδεχόμενων νομίμων απαιτήσεων Eλλήνων υπηκόων». Όμως με επιστολή του, που έχει ημερομηνία ίδια με αυτή της Σύμβασης, ο πρέσβης μας στη Bόννη απευθύνεται προς το Γερμανό υφυπουργό Eξωτερικών και του γράφει μεταξύ άλλων: «H κυβέρνησις της Ομοσπονδιακής Γερμανικής Δημοκρατίας θεωρεί ως δεδομένον ότι η βασιλική ελληνική κυβέρνηση δεν θα επανέλθει μελλοντικώς με την απαίτησιν ρυθμίσεως περαιτέρω ζητημάτων. Όμως η ελληνική κυβέρνηση επιφυλάσσεται εν τούτοις όπως προβάλει νέας απαιτήσεις, αιτινες προέρχονται εξ εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως κατά την διάρκεια του πολέμου και της κατοχής κατά την γενική εξέτασιν, συμφώνως το άρθρω 5, παράγραφος 2 της Συμφωνίας περί γερμανικών εξωτερικών χρεών της 27ης Φεβρουαρίου 1953». Η ελληνική κυβέρνηση, δυνάμει και των διαμειφθέντων στη Βόννη, πάντα τόνιζε ότι με αυτή τη ομαδική συμφωνία δεν πάρθηκε καμία τελική απόφαση — και ακόμα και υπάλληλοι του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών παραδέχτηκαν γραπτώς ότι οι ελληνικές απαιτήσεις πολεμικής αποζημίωσης δεν είχαν ικανοποιηθεί με αυτή τη ομαδική συμφωνία. Πολλές προσπάθειες είχαν γίνει και από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου 1964-1965 και ότι ο ίδιος είχε πάει στη Γερμανία και είχε έρθει σε επαφή με τις Γερμανικές Αρχές, οι οποίες αναγνώριζαν την απαίτηση αυτή της Ελλάδας, αλλά χρησιμοποιούσαν ως επιχείρημα μια διάταξη της συνθήκης του Λονδίνου (1953) που όριζε ότι έπρεπε να συντελεστεί πριν η επανένωση των δύο Γερμανιών. <a href="#post-3730-endnote-ref-118">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-119">
<p>Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας στην Ελλάδα, Όχι  στην αναθεώρηση και την υποτέλεια στα σχολεία, Αθήνα 10.12.2020, esdoge.gr. <a href="#post-3730-endnote-ref-119">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-120">
<p>Για το θέμα βλέπε Χρήστος Χατζηιωσήφ, Η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, η Γερμανία και η Επιστροφή των Εθνικισμών, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2017, passim. <a href="#post-3730-endnote-ref-120">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-121">
<p>Alessadro Portelli, «What makes Oral History different», <em>The Oral History Reader</em>, (R. Perks and A. Thomson eds) Routlenge New York 2016, σ. 59-72 <a href="#post-3730-endnote-ref-121">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-122">
<p>Π. Βινταλ-Νακέ, ο.π. σ. 56-60. <a href="#post-3730-endnote-ref-122">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-123">
<p><em> Βλ για παράδειγμα Η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού, Εστία Αθήνα 2013 passim. </em> <a href="#post-3730-endnote-ref-123">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-124">
<p>Mary Fulbrook, <em>Historical Theory</em>, Routledge, London 2002, σ. 122-131. <a href="#post-3730-endnote-ref-124">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-125">
<p>Eric Hobsbawm, <em>On History</em>, ο.π σ. 272-274. <a href="#post-3730-endnote-ref-125">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-126">
<p>Maurice Halbwachs, <em>Συλλογική Μνήμη</em>, μεταφρ. Τίνα Πλυτά, Παπαζήσης, Αθήνα 2013, σ.47-60. <a href="#post-3730-endnote-ref-126">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-127">
<p>Toby Butler , «The Historical Hearing Aid: Located Oral History from the Listener’s Perspective», Shelley Trower (ed) Place, Writing, and Voice in Oral History Palgrave Macmillan Ney York 2011, σ. 194-195. <a href="#post-3730-endnote-ref-127">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-128">
<p>Για τον ρόλο αυτών των προσεγγίσεων στην ιστορική έρευνα, Anna Green, Kathleen Troup, The Houses of History: A Critical Reader in Twentieth-century, History and Theory, ο.π. σ.172-203. <a href="#post-3730-endnote-ref-128">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-129">
<p>Βλ και Ρίκι Βαν Μπουσχότεν, «Δεκαετία του `40, Διαστάσεις της μνήμης σε αφηγήσεις ζωής της περιόδου», <em>Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών</em>, τευχ. 107, Αθήνα 2007, σ. 135-137. <a href="#post-3730-endnote-ref-129">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-130">
<p>Lynn Abrams, <em>Θεωρία Προφορικής Ιστορίας</em>, Πλέθρον 2014, σ. 35-38. <a href="#post-3730-endnote-ref-130">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-131">
<p>Ronald J.Grele, «Direction for the Oral History in the United States», D. H. Dunaway-W. K. Baum (eds), <em>Oral History: An Interdisciplinary Anthology</em>, Altamira Press 1996, σ.78-84. <a href="#post-3730-endnote-ref-131">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-132">
<p>Ronald J.Grele, «Movement without aim: methodological and theoretical problems in oral history», Robert Perks and Alistair Thomson (eds). <em>The Oral History Reader.</em> Routledge (Second Edition), London and New York 1998, σ. 38-41, class.uth.gr/eclass/modules/document/file.php. <a href="#post-3730-endnote-ref-132">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-133">
<p>Joanna Bornat, «Remembering in later life: generating individual and social change», <em>The Oxford Handbook in Oral History</em> (D. Ritchie ed.), Oxford University Press 2011, σ. 202-211. <a href="#post-3730-endnote-ref-133">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-134">
<p>Μάλιστα, ο ίδιος αφηγητής μπορεί να δίνει διαφορετικές εκδοχές σε διαφορετικά ακροατήρια, Lynn Abrams, Θεωρία προφορικής Ιστορίας, ο.π. σ. 94-95, <a href="#post-3730-endnote-ref-134">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-135">
<p>Στους θεράποντες της προφορικής ιστορίας, καθοριστική σημασία έχει αυτό που ονομάζουν η τάση αυτο-βιογραφίας, αυτο-αναπαράστασης, αυτο-προσωπογραφίας του ερωτούμενου. <a href="#post-3730-endnote-ref-135">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-136">
<p>Ρίκι Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα Χρόνια, Συλλογική Μνήμη και Ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών, Πλέθρον, Αθήνα 1997, σ. 210-218. <a href="#post-3730-endnote-ref-136">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-137">
<p>Η προφορική ιστορία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα περίπλοκο παιχνίδι εξουσίας με την παρουσία πολλών πιθανών φωνών, ενάντια στην αφελή απλοποίηση ότι στη συνέντευξη μπορεί να ακουστεί μια αμόλυντη, «πραγματική φωνή». Lynn Abrams, Θεωρία Προφορικής Ιστορίας, ο.π. σ. 222 <a href="#post-3730-endnote-ref-137">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-138">
<p>Linda Shopes, «Legal and ethical issues in oral history», Charlton, Thomas, Lois E. Myers, and Rebecca Sharpless. (eds) <em>History of Oral History: Foundations and Methodology</em>, AltaMira Press, 2007, σ. 127-136. <a href="#post-3730-endnote-ref-138">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-139">
<p>E. Jessee, «The Limits of Oral History, Ethics and methodology amid highly politicized research settings», <em>The Oral History Reader,</em> (R. Perks and A. Thomson eds) Routlenge New York 2016, σ. 674-683. <a href="#post-3730-endnote-ref-139">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-140">
<p>M. Kurkowska-Budzan and K. Zamorski, Preface, ο.π., σ. 8-10. <a href="#post-3730-endnote-ref-140">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-141">
<p>Alistair Thomson,, «Memory and Remembering in Oral History», <em>The Oxford Handbook in Oral History</em> (D. Ritchie ed.), Oxford University Press 2011, σ. 83-90. <a href="#post-3730-endnote-ref-141">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-142">
<p>Ρίκι Βαν Μπουσχότεν, «Η αδύνατη επιστροφή: Αντιμετωπίζοντας τον χωρισμό και την ανασυγκρότηση της μνήμης ως συνέπεια του Εμφυλίου Πολέμου», στο Mark Mazower, (επιμ.), <em>Μετά τον πόλεμο, Η ανασυγκρότηση της Οικογένειας, του έθνους και του κράτους, στην Ελλάδα, 1943-1960</em>, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003, σ. 140. <a href="#post-3730-endnote-ref-142">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-143">
<p>Πρόκειται για τη γνωστή γλωσσική στροφή που αποδίδει στη γλώσσα μια δυνατότητα αυτόνομης κατασκευής της πραγματικότητας. Martin Jay, «Should Intellectual History Take a Linguistic Turn», στο D. LaCapra-S. Kaplan, <em>Modern European Intellectual History</em>, Ithaka 1982, σ. 86-110. <a href="#post-3730-endnote-ref-143">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-144">
<p>Samuel Schrager, «What is social in oral history?: putting popular memory theory into practice», (Robert Perks and Alistair Thomson eds), <em>The Oral History Reader</em>, Routledge (Second Edition), London and New York 1998, 1998, σ. 289-291, class.uth.gr/eclass/modules/document/file.php. <a href="#post-3730-endnote-ref-144">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-145">
<p>Αντίθετα η πλειονότητα των εμπλεκόμενων με την προφορική ιστορία θεωρούν ως κυρίαρχη την προσέγγιση στις πηγές, Paul Thompson, «The voice of the past: oral history», (Robert Perks and Alistair Thomson eds), <em>The Oral History Reader</em>, Routledge (Second Edition), London and New York 1998, ttp://eclass.uth.gr/eclass/modules/document/file.php, σ. 21-23, 26-29. <a href="#post-3730-endnote-ref-145">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-146">
<p>Βλ. Michel Fichant, «Η Επιστημολογία στη Γαλλία»,<em> στο Η Φιλοσοφία</em>, τομ. Δ, Fr. Chatelet (επιμ), μεταφρ. Κ. Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα 1990, σ. 154. <a href="#post-3730-endnote-ref-146">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-147">
<p>Hans Bertens, The Idea of the Postmodern: A History, ο.π. σ.2-26. <a href="#post-3730-endnote-ref-147">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-148">
<p>Όπως το διατυπώνει ο Μ. Heidegger, η σύγχρονη επιστήμη ως θεωρία με την έννοια της «βλέψης» είναι μια ανησυχαστική, ανοίκεια και επεμβατική επεξεργασία του πραγματικού, Martin Heidegger, <em>Επιστήμη και Διαλογισμός,</em> μεταφρ. Ν. Σεβαστάκης, Έρασμος, Αθήνα 1990, σ. 23. <a href="#post-3730-endnote-ref-148">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-149">
<p>Ακόμη και η αντικειμενικότητα είναι, όπως υπογραμμίζει ο Pierre Bourdieu, κοινωνικό προϊόν και εξαρτάται από τις προϋποθέσεις που έχουν γίνει αποδεκτές στα όρια του εκάστοτε επιστημονικού πεδίου. Οι επιστημολογικοί κανόνες είναι οι κοινωνικοί κανόνες και κανονικότητες, εγγραμμένα σε δομές, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τρόπο που διαμείβεται μια επιστημονική συζήτηση και διευθετούνται οι αντιθέσεις. Pierre Bourdieu, <em>Science of Sience and Reflexibility</em>, translated by R. Nice, University of Chicago Press, Chicago 2004, σ. 71 <a href="#post-3730-endnote-ref-149">↑</a></p>
</li>
<li id="post-3730-endnote-150">
<p>Αλέκα Μπουτζουβή-Μαρία Θανοπούλου, «Η προφορική ιστορία στην Ελλάδα, Οι εμπειρίες μιας δύσκολης πορείας», <em>Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών</em>, τευχ. 107, Αθήνα 2002, σ. 19-22.<a href="#post-3730-endnote-ref-150">↑</a></p>
</li>
</ol>


<figure class="wp-block-image size-large"><img decoding="async" width="1024" height="768" src="https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΜΠΛΟΚΟ-1-1024x768.jpg" alt="" class="wp-image-3733" srcset="https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΜΠΛΟΚΟ-1-1024x768.jpg 1024w, https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΜΠΛΟΚΟ-1-300x225.jpg 300w, https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΜΠΛΟΚΟ-1-768x576.jpg 768w, https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΜΠΛΟΚΟ-1-1536x1152.jpg 1536w, https://www.e-lesxi.gr/wp-content/uploads/2020/12/ΜΠΛΟΚΟ-1-2048x1536.jpg 2048w" sizes="(max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /></figure><p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bf%ce%b9-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bc%ce%b5%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%b9%cf%8e%ce%bd/">Οι «πλατφόρμες προφορικών μαρτυριών», η «νέα ιστορία» και το σχολείο</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p><p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%ce%bf%ce%b9-%cf%80%ce%bb%ce%b1%cf%84%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bc%ce%b5%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%b9%cf%8e%ce%bd/">Οι «πλατφόρμες προφορικών μαρτυριών», η «νέα ιστορία» και το σχολείο</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Τα Τάγματα Ασφαλείας: οι μονάδες εφόδου του γερμανικού στρατού στην Κατοχή</title>
		<link>https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%ac%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%af%ce%b1%cf%82-%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%ac%ce%b4%ce%b5%cf%82-%ce%b5%cf%86%cf%8c%ce%b4%ce%bf/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25b1-%25cf%2584%25ce%25ac%25ce%25b3%25ce%25bc%25ce%25b1%25cf%2584%25ce%25b1-%25ce%25b1%25cf%2583%25cf%2586%25ce%25b1%25ce%25bb%25ce%25b5%25ce%25af%25ce%25b1%25cf%2582-%25ce%25bf%25ce%25b9-%25ce%25bc%25ce%25bf%25ce%25bd%25ce%25ac%25ce%25b4%25ce%25b5%25cf%2582-%25ce%25b5%25cf%2586%25cf%258c%25ce%25b4%25ce%25bf</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[e-lesxi]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 06 Nov 2020 18:47:23 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Featured]]></category>
		<category><![CDATA[Κοινωνία]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΑΤΟΧΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΥΜΠΕΡΑΤΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΑΓΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.e-lesxi.gr/?p=3488</guid>

					<description><![CDATA[<p>Μιχάλης Λυμπεράτος Η Βέρμαχτ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελούσε έναν πολυεθνικό φασιστικό στρατό. Οι καθεαυτό Γερμανοί στρατιώτες έβλεπαν σταθερά όλο και περισσότερους ξένους να φορούν γερμανικές στολές, αφού οι Ναζί &#8230;</p>
<p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%ac%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%af%ce%b1%cf%82-%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%ac%ce%b4%ce%b5%cf%82-%ce%b5%cf%86%cf%8c%ce%b4%ce%bf/">Τα Τάγματα Ασφαλείας: οι μονάδες εφόδου του γερμανικού στρατού στην Κατοχή</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%ac%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%af%ce%b1%cf%82-%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%ac%ce%b4%ce%b5%cf%82-%ce%b5%cf%86%cf%8c%ce%b4%ce%bf/">Τα Τάγματα Ασφαλείας: οι μονάδες εφόδου του γερμανικού στρατού στην Κατοχή</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="has-medium-font-size"><strong>Μιχάλης Λυμπεράτος</strong></p>


<p>Η Βέρμαχτ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελούσε έναν πολυεθνικό φασιστικό στρατό. Οι καθεαυτό Γερμανοί στρατιώτες έβλεπαν σταθερά όλο και περισσότερους ξένους να φορούν γερμανικές στολές, αφού οι Ναζί θεωρούσαν την νέα «νέα τάξη πραγμάτων» ως ένα παγκόσμιο μόρφωμα. Έτσι, ο στρατός, για παράδειγμα, που εισέβαλε στην Σοβιετική Ένωση αποτελούνταν και από 600.000 Κροάτες, Ρουμάνους, Ιταλούς, Σλοβάκους, Φιλανδούς, Δανούς, Λετονούς, Ούγγρους, Ισπανούς, ακόμα και Αλβανούς μουσουλμάνους με φέσια και ιμάμηδες για την καθημερινή τους προσευχή. Όσο δε η Βέρμαχτ υποσκελιζόταν και αριθμητικά από το στρατό των Συμμάχων, λόγω των αθρόων αμερικανικών ενισχύσεων, τόσο δεχόταν στους κόλπους της «συμμάχους». Χωρίς να αμφισβητείται η κρατούσα κλίμακα φυλετικής υπεροχής, χιλιάδες οπλίτες από «κατώτερους» λαούς ενσωματώθηκαν στην Βέρμαχτ, ακόμα και αν προέρχονταν από τους «σλάβους» ή τους «Τούρκους» της πρώην Σοβιετικής Ένωσης: Αρμένιοι, Αζέροι, Καυκάσιοι, Γεωργιανοί, Τάταροι, Κοζάκοι, Τουρκμένιοι κλπ. Το δέλεαρ που τους δόθηκε ήταν η ικανοποίηση των «μακραίωνων» εθνικιστικών τους πόθων που ακύρωσε η ρύθμιση στην συνύπαρξη των εθνοτήτων που επέβαλε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι «ξένοι» εντάχθηκαν και στα προοριζόμενα ως προσωπική σωματοφυλακή του Χίτλερ επίλεκτα Waffen SS που, ενώ στην αρχή του πολέμου περιελάμβαναν μόνο Γερμανούς με σωματική διάπλαση άνω του 1,70 και με οξύτητα όρασης, εντάχθηκαν σε τελικά σε αυτά μετά τα 1942 7000 Αλβανοί, 18.000 Βέλγοι και Βαλλόνοι, μία ταξιαρχία Βουλγάρων, 2 ταξιαρχίες Κροατών, 6000 Δανοί, 20.000 Εσθονοί, 3.000 Φιλανδοί, 20.000 Γάλλοι, 20.000 Ούγγροι, 4.500 Ινδοί, 15.000 Ιταλοί, 80.000 Λετονοί, 25.000 Ολλανδοί, 6.000 Νορβηγοί, 50.000 Ρουμάνοι, 1.500 περίπου Ισπανοί, 300.000 προερχόμενοι από τις Σοβιετικές Δημοκρατίες, 1000 Σουηδοί και σημαντικός αριθμός Ελβετών μαζί με 27.886 Σέρβους.</p>
<p>Οι μη Γερμανοί αρχικά ενσωματώθηκαν στον γερμανικό στρατό ως «βοηθητικοί» (οι Hiwis-οι «πρόθυμοι να βοηθήσουν»). Όταν, όμως, διαπιστώθηκε ότι επεδείκνυαν ένα ακραίο εθνικιστικό και αντικομμουνιστικό μίσος, τους παραχωρήθηκε επιτελικός ρόλος ως δυνάμεις ειδικών καθηκόντων και μονάδες εφόδου. Συνήθως έκαναν τις «βρώμικες» δουλειές (πχ σφαγές αιχμαλώτων και αμάχων) ή ήταν οι αναλώσιμοι στους στρατιωτικούς αντιπερισπασμούς. Γρήγορα, η δύναμη τους πολλαπλασιάστηκε, αποτελώντας το 1/3 του γερμανικού στρατού, ώστε στα 1943 από τις 38 μεραρχίες των Waffen-SS οι 20 να αποτελούνται από μη Γερμανούς. Πολλοί από αυτούς στάλθηκαν σε κατεχόμενες χώρες, όπως στην Ελλάδα, όπου ο ΕΛΑΣ βρέθηκε αντιμέτωπους με χιλιάδες Ρουμάνους, Ρώσους, Κροάτες, Ούγγρους κ.λπ. ακόμα και Ρώσους εξωμότες.</p>
<p>Ειδικά η Ελλάδα συνιστούσε μια μελανή σελίδα για την γερμανική προπαγάνδα γιατί ήταν η μόνη χώρα της Ευρώπης που δεν παρείχε ταξιαρχίες στην Βέρμαχτ. Η προσπάθεια του στρατηγού Μπάκου και της κυβέρνησης Τσολάκογλου που καταβλήθηκε ώστε να δημιουργήσουν μια Κυανόλευκη Ταξιαρχία προσέκρουσε στην ανατίναξη των γραφείων της φασιστικής ΕΣΠΟ στην Πατησίων, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1942, την «τρομοκρατία» που ασκούσε ο ΕΛΑΣ και αργότερα η ΟΠΛΑ στους επίδοξους Έλληνες στρατιώτες του Ράιχ. Εντούτοις, οι Γερμανοί αναζητούσαν μια δεύτερη ευκαιρία, ιδίως από την στιγμή που μετά τα μέσα του 1943 ο ναζιστικός στρατός σε πανευρωπαϊκό επίπεδο αντιμετώπιζε έλλειψη ανδρών.</p>
<p>Ειδικά μετά την συμμαχική νίκη στο Ελ Αλαμέιν, τον Οκτώβριο του 1942, και την αποβίβαση συμμαχικών στρατευμάτων, τον επόμενο μήνα, σε διάφορα σημεία των ακτών της Αλγερίας και του Μαρόκου, οι Γερμανοί βρέθηκαν μπροστά στο φάσμα μιας συμμαχικής αντεπίθεσης από τα νώτα τους, στο «μαλακό τους υπογάστριο», δηλαδή την νότια Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Επιπλέον, συνεπεία και της μεγάλης έκτασης των σαμποτάζ της ελληνικής Αντίστασης, οι Γερμανοί έπρεπε να αποκαταστήσουν, πάση θυσία, τις ροές πρώτων υλών από το ελληνικό έδαφος προς τα γερμανικά εργοστάσια.</p>
<p>Η οχύρωση, όμως, ιδιαίτερα της Ελλάδας, απαιτούσε νέες δυνάμεις, τις οποίες οι Γερμανοί δεν μπορούσαν καν να συντηρήσουν, ακόμα και αν καταλήστευαν ανηλεώς την χώρα. Άλλωστε, η παγίδευση της Έκτης Στρατιάς της Βέρμαχτ στο Στάλιγκραντ και η τελική παράδοση της, τον Φεβρουάριο του 1943, καθιστούσε αδύνατη την μεταφορά καθεαυτό γερμανικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Όταν, μάλιστα, από τον Μάιο του 1943 συνθηκολόγησε ο γερμανικός στρατός που βρισκόταν στην Τυνησία, το μόνο θετικό στοιχείο για την Βέρμαχτ ήταν οι πληροφορίες ότι οι ασφυκτικές πιέσεις του Στάλιν στους Συμμάχους να ανοίξουν δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη προσέκρουαν στην μύχια επιδίωξη του Τσώρτσιλ να φθείρει τον στρατό της Σοβιετικής Ένωσης.</p>
<p>Ειδικά όταν το καλοκαίρι του 1943 γενικεύτηκαν οι συγκρούσεις με τον ΕΛΑΣ λόγω της εντολής του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής να παραπλανηθούν οι Γερμανοί σε σχέση με την επικείμενη συμμαχική απόβαση στην Σικελία (σχέδιο Animals), η μόνη λύση για την Βέρμαχτ ήταν να αναζητήσει επικουρικές δυνάμεις στην ίδια την Ελλάδα. Ήταν, ωστόσο, κάτι ιδιαίτερα σύνθετο γιατί είχε τρωθεί το κύρος του ανίκητου γερμανικού στρατού και οι Έλληνες ακροδεξιοί στην πλειονότητα τους ήταν ιστορικά υπό την επιρροή της Μεγάλης Βρετανίας. Το πρόσκομμα αυτό μπορούσε, όμως, να καμφθεί αφού με ρητή εντολή του ίδιου του Χίτλερ, τον Δεκέμβριο του 1943, είχε αντικατασταθεί η φιλολογία της «νέας τάξης πραγμάτων», με έναν άκρατο αντικομμουνισμό που υπαινισσόταν μια επικείμενη συνεργασία της Γερμανίας με τη Δύση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.</p>
<p>Σε εφαρμογή του σχεδίου αυτού, ειδικά μετά την ιταλική συνθηκολόγηση, τον Σεπτέμβριο του 1943, οι Γερμανοί, αφού έπνιξαν μαζικά στη θάλασσα τους Ιταλούς στρατιώτες, προχώρησαν άμεσα στον εξοπλισμό και την μαζικοποίηση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Για την συγκρότηση τους αξιοποιήθηκε η υπάρχουσα Χωροφυλακή, οι άνδρες τις οποίας είχαν μαζικά μετατεθεί στις μεγάλες πόλεις, οι «άνευ θητείας χωροφύλακες» που είχαν ήδη συγκροτήσει 19 τμήματα εθελοντών, αλλά και η εντολή της κυβέρνησης Λογοθετόπουλου να ανοίξει τις φυλακές και να στρατολογήσει τους πρώην καταδίκους.</p>
<p>Όταν η αρχική απόπειρα ενεργοποίησης των παλιών Σωμάτων Ασφαλείας φάνηκε να αποτυγχάνει, (η απεργία στις 23 Ιουνίου του 1943 των αστυνομικών έδειξε ότι και εκεί ασκούσε έλεγχο το ΕΑΜ) επιστρατεύθηκαν κάποιοι απόστρατοι αξιωματικοί, με επικεφαλής τους στρατηγούς Πάγκαλο και Γονατά, που επικαλέστηκαν και την ανάγκη προστασίας της χώρας από την μοναρχία, προσφέροντας άλλοθι σε αρκετούς αξιωματικούς, που αναζητούσαν την επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία, όντας αποταγμένοι στα 1933 και 1935 μετά τα αποτυχημένα βενιζελικά πραξικοπήματα. Με αυτούς συντάχθηκαν αξιωματικοί του ΕΔΕΣ Αθήνας, τους οποίους ακόμα και ο Ζέρβας είχε αποκηρύξει, καθώς και μέλη οργανώσεων που είχαν έρθει σε σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ ή είχαν διαλυθεί από αυτόν και αναζητήσει άσυλο σε γερμανικά στρατιωτικά σώματα, όπως οι 200 άνδρες της ΕΚΚΑ που κατέφυγαν στην Πάτρα μετά την διάλυση της ΕΚΚΑ από τον ΕΛΑΣ, τον Απρίλιο του 1944.</p>
<p>Οι όλες επαφές με την γερμανική διοίκηση έγιναν από τον  Ιωάννη Βουλπιώτη, ελληνο-γερμανό «επενδυτή» στην Θεσσαλονίκη, με τη συνδρομή του πρώην στρατιωτικού ακολούθου της Γερμανίας στην Αθήνα Κρίστιαν φον Κλεμ και του Αρχηγού των Ες-Ες στην Ελλάδα Βάλτερ Σίμανα, ο οποίος είχε αποδώσει επιτελικό ρόλο στα Τάγματα στα πλαίσια του σχεδίου «Χάος», δηλαδή του κλίματος σύγχυσης και καταστροφών που θα συνόδευε την γερμανική υποχώρηση από την Αθήνα. Η γερμανική στρατιωτική ηγεσία με απόφαση της, στις 19 Οκτωβρίου 1943, υπήγαγε οργανωτικά τα Τάγματα στον γερμανικό στρατό, οι άντρες των οποίων έδωσαν όρκο ότι θα υπακούν απόλυτα τον Αδόλφο Χίτλερ και τους γερμανικούς στρατιωτικούς νόμους και τους εξόπλισε με μεγάλο τμήμα του οπλισμού που είχαν κατάσχει από τους Ιταλούς μετά την συνθηκολόγηση τους. Τον ρόλο του έπαιξε και ο στρατηγός Κ. Βεντήρης, επικεφαλής του στρατού της Μέσης Ανατολής, που προωθούσε την ίδια περίοδο ένα σχέδιο συγκρότησης Συνταγμάτων Εθνικιστών στην κατεχόμενη Αθήνα.</p>
<p>Ωστόσο, η απροθυμία κατάταξης σε αυτά εξακολουθούσε. Και ήταν τότε που επενέβησαν οι Βρετανοί, μέσω κρυφών συνεννοήσεων μεταξύ ακροδεξιών παραγόντων, του δημάρχου Αθήνας Γεωργάτου, του πρώην αρχιεπισκόπου Χρύσανθου και του βρετανού αξιωματικού του Ντοτ Στότ<sup><a id="post-3488-endnote-ref-1" href="#post-3488-endnote-1">[1]</a></sup>, ώστε να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η συγκρότηση των Ταγμάτων είχε την βρετανική έγκριση. Τον Ιανουάριο του 1944 η πίεση από την κυβέρνηση Ράλλη αυξήθηκε προς τους εν ενεργεία αξιωματικούς, οι οποίοι κλήθηκαν να καταταγούν υποχρεωτικά στα Τάγματα Ασφαλείας με κυρώσεις, τη διακοπή χορήγησης κουπονιών διατροφής, την αποστράτευση ή την απώλεια του δικαιώματος σύνταξης.</p>
<p>Τελικά κατέστη δυνατό να συγκροτηθούν 4 Τάγματα στην Αθήνα με δυναμικό 300 οπλίτες και 20 αξιωματικούς έκαστο. Η βασική εκπαίδευση δινόταν από την Μονάδα του Άγνωστου Στρατιώτη, και στη συνέχεια τα Τάγματα έφευγαν για την ύπαιθρο, κυρίως της δυτική Ελλάδα, την Εύβοια και την Πελοπόννησο. Σε κάθε Τάγμα υπήρχε ως επικεφαλής ένας Γερμανός αξιωματικός. Τα Τάγματα αυτά συγκρότησαν δύο Συντάγματα, ένα των Αθηνών και ένα της Πελοποννήσου με επικεφαλής τον υποστράτηγο Βασίλειο Ντερτιλή, πατέρα του δολοφόνου στο Πολυτεχνείο Νικόλαου. Πέρα αυτών, σε ανάλογους σχηματισμούς εντάχθηκαν και άτακτες δυνάμεις που ασκούσαν τοπικές εξουσίες, ιδίως στη Μακεδονία ή μειονοτικά σώματα τοπικής εξουσίας (Τσάμηδες, Σλαβομακεδόνες, Πόντιοι, Βλάχοι), ή ομάδες πλήρως ενταγμένες στον γερμανικό στρατό, όπως το τάγμα του Γεωργίου Πούλου, καθώς και στρατιωτικοποιημένα φασιστικά κόμματα (ΕΚΕ, ΕΣΠΟ, ΟΕΔΕ, ΕΕΕ, ΕΑΣΑΔ κ.α). Συστατικό ρόλο στην συγκρότηση των Ταγμάτων έπαιξαν και το Ι και ΙΙΙ Αστυνομικά Τάγματα Εθελοντών και η Ειδική Υπηρεσία Ασφαλείας, που διοικούσε ο Λάμπου, όσο και το Μηχανοκίνητο Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων του Μπουραντά. Παράλληλα, στην Πελοπόννησο ιδρύθηκαν και ειδικά Τάγματα, ως  «Πρότυπα Τάγματα Χωροφυλακής», υπό τον έλεγχο του Υπουργείου Εσωτερικών.</p>
<p>Τα Τάγματα πραγματοποιούσαν εφόδους για να συλλάβουν και να απαγχονίσουν εαμικούς, εκδίωκαν μη εγκεκριμένους ασθενείς από νοσοκομεία, επέδραμαν σε σπίτια, λεηλατώντας τα, ξυλοκοπούσαν πολίτες και βίαζαν γυναίκες, έκαιγαν οικίες και μαγαζιά σε εφαρμογή συμβολαίων θανάτου, ενώ είχαν μετατρέψει τοπικές φυλακές και ορφανοτροφεία (Χατζηκώστα, Φυλακές Χαϊδαρίου κ.α), σε ειδικούς τόπους βασανιστηρίων και εκτελέσεων. Από τον Ιούνιο του 1944 στα πλαίσια της γερμανικής πολιτικής της υποδαύλισης (storpolitic) &#8211; που προϋπέθετε ότι θα προκληθούν με τέτοια ένταση οι κομμουνιστές, ώστε να συγκρουστούν τυφλά με τα Τάγματα Ασφαλείας και τις εθνικιστικές οργανώσεις ώστε να υποκινηθεί υπέρ τους μια αντίδραση της «σιωπηλής πλειοψηφίας» της ελληνικής κοινωνίας &#8211; οι Γερμανοί διέταξαν τα Τάγματα Ασφαλείας να επιδείξουν μια πρωτοφανή αγριότητα. Επιπλέον, ο Χ. Νουμπάχερ, εντεταλμένος του Ράιχ στα Βαλκάνια, πίστευε ότι η δράση των Ελλήνων εθνικιστών και οι προκλήσεις τους θα προκαλούσε τριβές στις σχέσεις μεταξύ Βρετανίας και Σοβιετικής Ένωσης, που από καιρό, μέσω του ίδιου του Στάλιν, διαμαρτύρονταν για την απροθυμία των Βρετανών να αποκηρύξουν τα Τάγματα Ασφαλείας. Έτσι, ιδιαίτερα στις παραμονές της Απελευθέρωσης, τα Τάγματα οργάνωναν και εκτελούσαν όλα τα μπλόκα στην Αθήνα και συνόδευαν τα SS στις μαζικές επιδρομές τους στις συνοικίες της Αθήνας, συνήθως αφήνοντας στους Γερμανούς ρόλο παρατηρητή. Συγκέντρωναν τους ομήρους και μεθόδευαν στην διοχέτευση τους σε συρμούς που κατευθύνονταν σε γερμανικά εργοστάσια, πυροβολούσαν αδιακρίτως συγκεντρώσεις ανθρώπων, ακόμα και περαστικών, φρουρούσαν τα πτώματα όσων κρεμούσαν οι Γερμανοί έτσι ώστε να μην τα απομακρύνουν οι συγγενείς και να παραμένουν σε δημόσια θέα για εκφοβισμό, αλλά και βοήθησαν στον εντοπισμό, τη σύλληψη και την μεταφορά Εβραίων στα γερμανικά στρατόπεδα. Οργάνωσαν δίκτυα μαύρης αγοράς και υφαρπαγής περιουσιών αλλά και λαθρεμπορίου στην Αθήνα. Πρωτίστως, όμως, ανέλαβαν να αποτελέσουν την οπισθοφυλακή των υποχωρούντων Γερμανών στην Απελευθέρωση με ειδικό εξοπλισμό που τους παραχώρησε η Βέρμαχτ.</p>
<p>Όπως ήταν φυσικό κέρδισαν γρήγορα το ενδιαφέρον των Βρετανών που αναζητούσαν διακαώς αντίβαρο στον ΕΛΑΣ. Για αυτό καθυστέρησαν να τα αποκηρύξουν (το έκαναν μόνο ως δέλεαρ για να συμμετάσχει το ΕΑΜ στη Συμφωνία της Καζέρτας) και επέβαλαν την αναίμακτη παράδοση τους στην βρετανική διοίκηση. Μόνο αυτοδικίες έξαλλων πολιτών, όπως στον Μελιγαλά, τους απέδωσαν κάποια τιμωρία. Έτσι, κατέληξαν στο στρατόπεδο στο Γουδί, παρέμειναν εκεί οπλισμένοι και σε στρατιωτική ετοιμότητα, για να χρησιμοποιηθούν με βρετανικές στολές στη μάχη των Δεκεμβριανών.</p>
<p>Ήταν αναμενόμενο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας να αξιοποιηθούν στη συγκρότηση του παρακράτους που επέβαλε την «λευκή τρομοκρατία», να διακριθούν στον Εθνικό Στρατό ή στα βοηθητικά του σώματα (ΜΑΥ, ΜΑΔ) στον εμφύλιο και να αναλάβουν τις εκτελέσεις και τους αποκεφαλισμούς των αιχμαλώτων του ΔΣΕ. Στη συνέχεια μορφοποιήθηκαν ως ημιστρατιωτικά σώματα στην ύπαιθρο, τα περιβόητα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ ). Θα αφομοιωθούν σταδιακά και στον στρατό, όπου και θα αποτελέσουν το δυναμικό της Χούντας. Στην μεταπολίτευση έγινε απόπειρα ανασύνταξης τους, βάζοντας βόμβες σε κινηματογράφους («Έλλη», «Ρεξ) και αριστερά κομματικά γραφεία (1978). Πρόσφατα ενέπνευσαν τα Τάγματα Εφόδου της «Χρυσής Αυγής».</p>
<hr />
<h5>Σημειώσεις</h5>
<ol>
<li id="post-3488-endnote-1">
<p><em> Υποσημείωση: Στις αρχές Νοεμβρίου 1943 παρουσιάστηκε στην Αθήνα ένας Βρετανός λοχαγός, ονόματι Ντον Στοτ, που με την στολή του ήρθε σε επαφή με όλους τους εθνικιστές της Αθήνας (με την παρουσία αντιπροσώπου της κατοχικής κυβέρνησης). Αυτός υπέγραψε ένα συμφωνητικό συνεργασίας των Ελλήνων Ακροδεξιών (ανάμεσα τους και ο προδοτικός ΕΔΕΣ Αθήνας) με το  Βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Μια εβδομάδα μετά μέσω του κατοχικού δημάρχου Γεωργάτου ήρθε σε επαφή με τον  Γερμανό φρούραρχο της Αθήνας Λοος. Οι κινήσεις του Στοτ έγιναν γνωστές και για να μην εκτεθεί η Βρετανία, ανακλήθηκε από την υπηρεσία του, την SOE Ελλάδας (η οργάνωση που ανέλαβε να βοηθήσει στην ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος στην Ελλάδα και ήταν αρχικά αριστερή αλλά μετά &#8220;εκκαθαρίστηκε&#8221;) και επέστρεψε στο Κάιρο, όπου η ιστορία έμεινε επτασφράγιστο μυστικό, αν και έλαβε μετάλλιο επ’ ανδραγαθία από τον βρετανικό Στρατό. Ωστόσο, του απαγόρευσαν να επιστρέψει στη κατεχόμενη χώρα. Την ίδια περίοδο ο στρατηγός Βεντήρης στη Μέση Ανατολή προετοίμαζε το σχέδιο συγκρότησης εθνικιστικών ένοπλων οργανώσεων στην Ελλάδα και προσπαθούσε να προσεταιριστεί και τους επικεφαλής των Ταγμάτων. Ήταν τότε που ο Χίτλερ έκανε ανοίγματα στους Βρετανούς για την συγκρότηση ενός αντισοβιετικού μετώπου, το οποίο τέθηκε ως πρώτη προτεραιότητα από τους Ναζί ξανά από την εποχή της Δουνκέρκης. Ακόμη και σήμερα δεν έχουν αποχαρακτηριστεί τα βρετανικά αρχεία επί του θέματος. Πάντως, μετά τις κινήσεις Στοτ, παρατηρήθηκε αύξηση της προσέλευσης  στελεχών στα Τάγματα. </em> <a href="#post-3488-endnote-ref-1">↑</a></p>
</li>
<li>Στην κεντρική φωτογραφία ο<span class="lb-caption"> Ράλλης (δεξιά) και ο Τσολάκογλου (με την σημαία) ορκίζουν ταγματασφαλίτες</span>.</li>
</ol><p>The post <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%ac%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%af%ce%b1%cf%82-%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%ac%ce%b4%ce%b5%cf%82-%ce%b5%cf%86%cf%8c%ce%b4%ce%bf/">Τα Τάγματα Ασφαλείας: οι μονάδες εφόδου του γερμανικού στρατού στην Κατοχή</a> first appeared on <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p><p>Το άρθρο <a href="https://www.e-lesxi.gr/%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%ac%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b1%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%af%ce%b1%cf%82-%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%ac%ce%b4%ce%b5%cf%82-%ce%b5%cf%86%cf%8c%ce%b4%ce%bf/">Τα Τάγματα Ασφαλείας: οι μονάδες εφόδου του γερμανικού στρατού στην Κατοχή</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.e-lesxi.gr">Εκπαιδευτική Λέσχη</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>

<!--
Performance optimized by W3 Total Cache. Learn more: https://www.boldgrid.com/w3-total-cache/

Page Caching using Disk: Enhanced 
Content Delivery Network via N/A
Minified using Disk
Database Caching 5/63 queries in 0.039 seconds using Disk

Served from: www.e-lesxi.gr @ 2026-04-19 21:07:32 by W3 Total Cache
-->