O ΑΠΕΡΓΙΑΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΦΥΣΑ ΞΑΝΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΩΝ ΗΠΑ

Σχολιασμός και μετάφραση: Ελένη Παπαποστόλου

Μετά τις απεργίες των εκπαιδευτικών  την περασμένη  άνοιξη στις λεγόμενες «κόκκινες πολιτείες» των ΗΠΑ, μια νέα, πολύ σημαντική απεργία, ξεκίνησε την Δευτέρα 14/1/2019 στην πολιτεία του Λος Άντζελες αυτή τη φορά, με ένα πολύ σημαντικό διακύβευμα, το ίδιο το μέλλον της εκπαίδευσης.  Το άρθρο που ακολουθεί περιγράφει με συντομία τη σημασία της απεργίας αυτής όχι μόνο για τους εκπαιδευτικούς, όχι μόνο για την πολιτεία του Λος Άντζελες αλλά για την εκπαίδευση σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ. Η έκβαση της απεργίας αυτής, όμως, θα είναι σημαντικότατη για την εκπαίδευση σε όλο τον κόσμο. Η απεργία αυτή βάζει στο στόχαστρό της την νεοφιλελεύθερη πολιτική της ιδιωτικοποίησης, η οποία μέσα από τα δίκτυα εκπαιδευτικής πολιτικής που αποτελούνται από κυβερνήσεις, thinktank, διεθνείς οργανισμούς, διεθνείς αξιολογήσεις, rankings και εταιρείες παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών και υλικών,  διαχέεται σε όλη την υφήλιο. Η σύγκρουση είναι άνιση, καθώς οι εκπαιδευτικοί για άλλη μια φορά θα αντιμετωπίσουν τα μεγαθήρια των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων που προωθούν την ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης σε όλο τον κόσμο. Η δύναμη των εκπαιδευτικών βρίσκεται μόνο στη συμμαχία  τους με την πλειοψηφία της κοινωνίας που βασίζεται στο δικαίωμα στην καλή μόρφωση για όλα τα παιδιά και τους νέους, χωρίς ταξικούς και φυλετικούς διαχωρισμούς και εμπόδια.  Η χρονική σύμπτωση του αγώνα των αναπληρωτών εκπαιδευτικών στην Ελλάδα, που έρχεται αντιμέτωπη με ένα γρανάζι των πολιτικών της αγοραιοποίησης της εκπαίδευσης (αυτό της απορρύθμισης του δικαιώματος στην εργασία), με την απεργία των εκπαιδευτικών στις ΗΠΑ μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε τον κοινό αντίπαλο. Το άρθρο της Lois Weiner που ακολουθεί, δημοσιεύτηκε στις 6 Ιανουαρίου του 2019 στο διαδικτυακό περιοδικό Jacobin (διαθέσιμο στο https://www.jacobinmag.com/2019/01/utla-los-angeles-teachers-strike-privatization).

Γιατί έχει σημασία η απεργία των εκπαιδευτικών στο Λος Άντζελες.

της Lois Weiner

Περιοδικό JACOBIN, 6-1-2019.

Η απεργία των εκπαιδευτικών στο Λος Άντζελες αυτή την εβδομάδα θέτει το ερώτημα: Ποιος θα ελέγχει την εκπαίδευση; Το δημόσιο [συμφέρον] ή οι φορείς της ιδιωτικοποίησης;

Η προκήρυξη της απεργίας που ανακοινώθηκε  από το συνδικάτο των εκπαιδευτικών του Λος Άντζελες   (United Teachers of Los Angeles -UTLA) για τις 10 Ιανουαρίου, ανέβασε τους τόνους  σε μια ήδη έντονη διαμάχη με τον επικεφαλής του Λος Άντζελες, Austin Beutner, ο οποίος εκπροσωπεί την  σχολική περιφέρεια του  Λος Άντζελες (LAUSD) στις διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, διακυβεύονται  πολύ περισσότερα για  το Λος Άντζελες αλλά και για εμάς τους υπόλοιπους από ότι μια παραδοσιακή μάχη για τη σύναψη μιας σύμβασης εργασίας.

Δεδομένου του αριθμού των μαθητών που εκπαιδεύει το LAUSD, η πιθανότητα μιας απεργίας από το συνδικάτο των εκπαιδευτικών  είναι  πολύ σημαντική είδηση. Το LAUSD έχει στα σχολεία του 694.000 μαθητές, δηλαδή όσους έχει και ολόκληρη η πολιτεία της Οκλαχόμα στα δημόσια σχολεία της.

Οι μεταρρυθμίσεις που ζήτησε το LAUSD στο Λος Άντζελες βασίζονται στο διακομματικό σχέδιο για τη μετατροπή της δημόσιας εκπαίδευσης σε κερδοφόρα αγορά για πλούσιους επενδυτές. Η Merrill-Lynch ανακοίνωσε αυτή την αλλαγή σε μια έκθεση του 1999 για τους πιθανούς επενδυτές: «Είναι απαραίτητη μια νέα νοοτροπία, που βλέπει τις οικογένειες ως πελάτες, τα σχολεία ως «καταστήματα λιανικής πώλησης» όπου προσφέρονται  εκπαιδευτικές υπηρεσίες και το σχολικό συμβούλιο ως τμήμα εξυπηρέτησης πελατών που ακούει και αντιμετωπίζει τις γονικές ανησυχίες.»

Τα δίκτυα πλούσιων δισεκατομμυριούχων και τα ιδρύματα που δημιούργησαν υποστήριξαν και επέβαλαν μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο, ακόμη και σε παγκόσμιο επίπεδο,  τις οποίες βλέπουμε σήμερα στα σχολεία του Λος Άντζελες:  τη χρησιμοποίηση τυποποιημένων διαγωνισμάτων, για να ελέγχουν τι και πώς μαθαίνουν τα παιδιά,  τη δημιουργία σχολείων συμβολαίου[1] [charter schools]  για την αποδυνάμωση σχολείων της γειτονιάς και την υπονόμευση της αφοσίωσης των γονέων στη δημόσια εκπαίδευση, τη δημιουργία  νέων πηγών εσόδων για τις επιχειρήσεις ώστε να επωφεληθούν από την εκπαίδευση και την αποδυνάμωση των σωματείων  των εκπαιδευτικών. Το «μοντέλο χαρτοφυλακίου»[2] που  ανακοίνωσε το LAUSD ότι θα υιοθετήσει, θα κατακερματίσει το σχολικό σύστημα σε  δίκτυα που λειτουργούν από ιδιωτικούς οργανισμούς διαχείρισης σχολείων συμβολαίου [Charter Management Organizations- CMO’s][3].

Η λογική με την οποία υποστηρίζεται απερίφραστα  το «μοντέλο χαρτοφυλακίου» είναι ότι η ενίσχυση της σχολικής επιλογής  θα παρέχει περισσότερες και καλύτερες εκπαιδευτικές επιλογές για παιδιά με χαμηλό εισόδημα χρώματος. Ωστόσο, η έρευνα από ακαδημαϊκούς, που δουλεύουν ανεξάρτητα από τα χρηματοδοτούμενα [από τους υποστηρικτές της πολιτικής αυτής]   think-tank ,  τεκμηριώνει ότι η ιδιωτικοποίηση έχει αυξήσει τον σχολικό διαχωρισμό και τις φυλετικές ανισότητες στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Το κύριο επίτευγμα του ήταν η «λεηλασία» της δημόσιας εκπαίδευσης.

Στη Νέα Ορλεάνη, στο Ντιτρόιτ και σε άλλες πόλεις στις οποίες οι πολιτείες  έχουν επιβάλει το «μοντέλο χαρτοφυλακίου”, η δημιουργία δικτύων σχολείων συμβολαίου ενδέχεται να έχει δώσει σε μικρό αριθμό σπουδαστών αυξημένες εκπαιδευτικές ευκαιρίες, αλλά όπως είδαμε στο πιο εκτεταμένο «πείραμα» των σχολείων αυτών, στη Νέα Ορλεάνη, η μεγάλη πλειοψηφία των σχολείων και των εκπαιδευτικών έχουν ανεπαρκή χρηματοδότηση και υποστήριξη. Τα σχολεία που έχουν γίνει πιο απομονωμένα φυλετικά [συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό «έγχρωμων» μαθητών], εκπαιδεύουν τους μαθητές τους για χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας και «απομακρύνουν» τους δυσαρεστημένους. Ένας επιλεγμένος αριθμός ελίτ και καλά χρηματοδοτούμενων δημόσιων σχολείων διατηρούνται στα πλουσιότερα και πιο λευκά μέρη της πόλης και μερικοί τυχεροί σπουδαστές της εργατικής τάξης βρίσκουν θέση  σε αυτά τα σχολεία.

Καθώς η επιρροή της συνδικαλιστικής οργάνωσης των δασκάλων μειώθηκε, ιδίως μεταξύ των Δημοκρατικών, οι οποίοι υιοθέτησαν τις απόψεις των μεγαλύτερων δωρητών τους υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων, οι εκπαιδευτικοί θυμούνται την αδυναμία των συνδικάτων τους να σταματήσουν την επιδείνωση των συνθηκών στα σχολεία. Ένα ζωηρό κίνημα αλλαγής[4] [των συνδικάτων] έχει διαμορφωθεί και στα δύο εθνικά συνδικάτα εκπαιδευτικών, στην Εθνική Ένωση Εκπαίδευσης (NEA) και στην Αμερικανική Ομοσπονδία Εκπαιδευτικών (AFT). Οι ακτιβιστές αμφισβητούν το μοντέλο του «επιχειρηματικού συνδικαλισμού» που εναγκαλίζονται  η NEA, η AFT και οι συνεργάτες τους στο κράτος. Οι υπέρμαχοι της αλλαγής [των συνδικάτων] θεωρούν ότι η δύναμη του συνδικάτου είναι στο  να κινητοποιεί τα μέλη του και να συνάπτει συμμαχίες με την κοινότητα και όχι στην στήριξη στους  πολιτικούς «φίλους των εργαζόμενων» που θα ανταμείψουν την πίστη της ένωσης με οικονομικές βελτιώσεις για τα μέλη.

Η σημερινή ηγεσία του συνδικάτου UTLA διεξήγαγε εκστρατεία και κέρδισαν δύναμη με ιδέες που το  έθεσαν σταθερά στο πλαίσιο του κινήματος της αλλαγής [των συνδικάτων], σε συμμαχία με την Ένωση Εκπαιδευτικών του Σικάγου. Αν και η απεργία-αποχή των εκπαιδευτικών των «κόκκινων πολιτειών»  την περασμένη άνοιξη θεωρήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως ιδιαιτερότητα των πολιτειών που παρείχαν εξαιρετικά χαμηλή χρηματοδότηση στα σχολεία και χαμηλούς μισθούς, το #RedforEd ήταν στην πραγματικότητα μια απάντηση στις συνθήκες που υπάρχουν σε όλη την επικράτεια και θρέφουν την δυσαρέσκεια εδώ και χρόνια. Οι συνθήκες έγιναν αισθητές πρώτα και πιο έντονα στα αστικά σχολεία και πυροδότησαν τη δημιουργία μιας ομάδας από τους υπέρμαχους της αλλαγής των συνδικάτων που κατάφερε να πάρει τον έλεγχο  της Ένωσης Εκπαιδευτικών  του Σικάγου, τη μεταμόρφωσε και διοργάνωσε μια ηλεκτροφόρα απεργία.

Η UTLA, βασιζόμενη στις αρχές του «συνδικαλισμού για την κοινωνική δικαιοσύνη», έχτισε  συνειδητά την παρουσία της Ένωσης στα σχολεία και ήρθε σε επαφή με τις διάφορες κοινωνικές ομάδες στις κοινότητες, επιδιώκοντας την ανάπτυξη συμμαχιών με αμοιβαίο σεβασμό που αναγνωρίζουν την ύπαρξη φυλετικής και ταξικής ανισότητας στα σχολεία της πόλης. Ως εκ τούτου, στην  διαφιλονικούμενη σύμβαση εργασίας, οι απαιτήσεις της UTLA περιλαμβάνουν την μείωση της αναλογίας μαθητών-συμβούλων και τη μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη, καθώς και την παύση των τιμωρητικών πειθαρχικών διαδικασιών που τροφοδοτούν ένα «σχολείο που οδηγεί στη φυλακή» και δεν συνεισφέρουν καθόλου στη βελτίωση του σχολικού κλίματος ώστε να γίνουν τα σχολεία ασφαλή.

Η μάχη μεταξύ UTLA και LAUSD γίνεται πάνω στη σύγκρουση των οραμάτων για το ρόλο της δημόσιας εκπαίδευσης σε μια κοινωνία που ισχυρίζεται ότι είναι δημοκρατική. Η  LAUSD θέλει ένα ιδιωτικοποιημένο «δημόσιο» σύστημα που χρηματοδοτείται από τους φόρους και,  όπως λένε οι υποστηρικτές του, θα ενισχύσει ταυτόχρονα τα κέρδη και θα επιτρέψει «το καλύτερο» να πετύχει σε ένα ανταγωνιστικό σύστημα. Η UTLA θεωρεί ευθύνη της Ένωσης των Εκπαιδευτικών απέναντι στα μέλη της και την κοινωνία να δημιουργήσουν ένα σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης που θα  ελέγχεται δημοκρατικά, παρέχοντας στους γονείς, τους μαθητές  και τους εκπαιδευτικούς τη δυνατότητα να υπερβούν το ρόλο των καταναλωτών για να δημιουργήσουν «επιλογές» που εξυπηρετούν όλα τα στοιχεία του διαφορετικού πληθυσμού εξίσου καλά.

Παρόλο που φαίνεται [ότι το ζήτημα είναι απλώς]  μια διαφωνία για  τη σύμβαση [εργασίας των εκπαιδευτικών] , η μάχη ανάμεσα στην UTLA και τον επιθεωρητή Beutner -καθώς και των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων που αντιπροσωπεύει- είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο. Για το Λος Άντζελες είναι ένα αποφασιστικό σημείο καμπής για το μέλλον.


[1] Για τα Charter Schools και τα Charter Management Organisations (CMO’s) βλ. Παπαποστόλου Ε. (2017). Η «μηχανική» της μεταρρύθμισης των εκπαιδευτικών αγορών, οι επιπτώσεις της αγοραιοποίησης και η επιβολή της στην ελληνική εκπαίδευση.  Διαδικτυακό περιοδικό Εκπαιδευτική Λέσχη. Διαθέσιμο στο http://www.e-lesxi.gr/t10-ekp-arth14.

[2] Το «μοντέλο χαρτοφυλακίου» (portfolio model) είναι ένα μοντέλο διοίκησης της δημόσιας εκπαίδευσης σε επίπεδο πόλης με τα χαρακτηριστικά της αγοραιοποίησης: διαφοροποίηση, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων  σε επίπεδο σχολείου με απόδοση λόγου βάσει στόχων, επέκταση των σχολείων συμβολαίου και της γονεϊκής επιλογής σχολείου και χρηματοδότηση βάσει εγγραφών κ.λπ. Πηγή : https://www.crpe.org/research/portfolio-strategy

[3]  Βλ. Παπαποστόλου Ε. ό.π.

[4] Στο άρθρο αναφέρεται ως «μεταρρυθμιστικό κίνημα». Επιλέγεται να μεταφραστεί ως «κίνημα αλλαγής» ώστε να μην συγχέεται με το λεγόμενο μεταρρυθμιστικό κίνημα της αγοραιοποίησης στις ΗΠΑ (βλ. http://jonathanpelto.com/category/education/ ) που σήμερα παίρνει παγκόσμια χαρακτηριστικά και κάποιοι ακαδημαϊκοί το βάφτισαν  GERM  (Global Education Reform Movement)/ βλ. https://pasisahlberg.com/global-educational-reform-movement-is-here/ )

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *