LUIS SEPULVEDA: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Εκδόσεις Όπερα, 2017

Βιβλιοπαρουσίαση

του Δημήτρη Μαριόλη

«Η Βερόνικα σιωπούσε. Ο Κρασνόφ, ο Κοζάκος, την άρπαζε από τα μαλλιά και της έταζε την ελευθερία της αν του έδινε τη διεύθυνση της κρυψώνας μου. Η Βερόνικα τη γνώριζε και σιωπούσε. Σφάδαζε απ’ τον πόνο σε κάθε βασανιστήριο και σιωπούσε. Η σιωπή της ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης της για μένα και τους συντρόφους. Η Βερόνικα αποφάσισε να ξεχάσει το μηχανισμό που οδηγεί τις λέξεις από το αίσθημα στο στόμα, και με όση μαχητικότητα της είχε απομείνει φτερούγισε μακριά από το βασίλειο του Κοζάκου».

Ο Χουάν Μπελμόντε, ο παλαίμαχος επαναστάτης με το όνομα ταυρομάχου, εκπαιδευμένος ελεύθερος σκοπευτής στην καλύτερη στρατιωτική σχολή της Σοβιετικής Ένωσης, 60χρονος πια αλλά αμετανόητος, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ηθικό και πολιτικό δίλημμα: αν πρέπει να εκτελέσει έναν από τους πιο σκληρούς βασανιστές της χούντας Πινοσέτ. Το δίλημμα έχει έντονη προσωπική διάσταση καθώς ο συγκεκριμένος βασανιστής ευθύνεται για το βασανισμό της αγαπημένης του.

Στην περιπετειώδη διαδρομή μέχρι να φτάσει στο στόχο του, ο Μπελμόντε θα διασταυρωθεί με πρώην αντάρτες του MIR, του ELN και του Πατριωτικού Μετώπου Μανουέλ Ροντρίγκεζ, με κάποια μέλη της GAP (προσωπική φρουρά του προέδρου Αλιέντε), με αξιωματικούς της KGB που εξελίχθηκαν σε ολιγάρχες, με βασανιστές της χούντας Πινοσέτ, με αυτονομιστές Κοζάκους, με ρωσικές και χιλιάνικες μυστικές υπηρεσίες, με κύκλους του περιθωρίου. Οι λογαριασμοί που έχουν μείνει ανοιχτοί από την εποχή της χούντας Πινοσέτ και του Ψυχρού Πολέμου, οπλίζουν με ανταγωνιστικά κίνητρα τα κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος στη νέα σύνθετη πραγματικότητα της εποχής της μεγάλης ήττας.

Ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί λογοπαίγνιο του συγγραφέα: πρόκειται για τη συνέχεια και την ολοκλήρωση προηγούμενου μυθιστορήματος του, με τίτλο «Όνομα ταυρομάχου», αλλά και σαφή αναφορά στο γνωστό νεοφιλελεύθερο σλόγκαν που συνόδευσε την κατάρρευση του «Υπαρκτού» μετά το 1990.

Στα χρόνια της παρανομίας, «η χειρότερη ορφάνια ήταν να αποσυνδεθείς από το κόμμα, χωρίς διαταγές, χωρίς οδηγίες, χωρίς να ξέρεις αν ο σύνδεσμός σου είχε αντέξει στα βασανιστήρια ή είχε κελαηδήσει, οπότε έμενες ολομόναχος, σαν ναυαγός σε μια θάλασσα με πηχτά νερά». Στην εποχή της μεγάλης ήττας, οι ναυαγοί της επαναστατικής περιπέτειας ταξιδεύουν πια σε αχαρτογράφητες σκοτεινές θάλασσες. Κι έτσι ο Sepulveda, επίμονα αμετανόητος εραστής της ελευθερίας και της επανάστασης αλλά και αμετανόητα κριτικός απέναντι στη σοβιετική γραφειοκρατία, αφηγείται με το γνωστό του γλυκόπικρο, αυτοσαρκαστικό ύφος και με φόντο την πορεία των επαναστατικών κινημάτων της Λατινικής Αμερικής, το τέλος μιας ιστορίας που δε λέει να τελειώσει, καθώς οι μαχητές του επαναστατικού κινήματος του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, απομεινάρια πλέον ενός ηττημένου και διαλυμένου στρατού, χωρίς πυξίδα και σκοπό, χωρίς σημαίες και βεβαιότητες, διασχίζοντας το κατώφλι της τρίτης ηλικίας, ακολουθούν τις προσωπικές τους πια διαδρομές, διαφυλάσσοντας με πείσμα τους κώδικες τιμής της επαναστατικής τους νεότητας, την ηθική της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης.

Η απάντηση στο κεντρικό δίλημμα του Μπελμόντε, σηματοδοτεί χωρίς περιττές ερμηνείες το προφανές: η ιστορία δεν τελειώνει εδώ…

Λίγα Λόγια για τον Συγγραφέα

Ο Luis Sepulveda (Λουίς Σεπούλβεδα) γεννήθηκε το 1949 στο Ovalle, στο βορρά της Χιλής. Συμμετείχε σε φοιτητικές και συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις ενάντια στο στρατοκρατικό καθεστώς της χώρας του, κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάστηκε σε φυλάκιση είκοσι οκτώ ετών. Μετά από δυόμισι χρόνια εγκλεισμού του στη φυλακή, και με παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας, αποφυλακίστηκε, αλλά υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τον τόπο του. Έγραψε ποιήματα, θεατρικά έργα, διηγήματα, δημιούργησε θεατρικές ομάδες στο Περού, το Εκουαδόρ και την Κολομβία και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Έζησε έξι μήνες στον Αμαζόνιο με τους ινδιάνους Σουάρ και αποκόμισε εμπειρίες που άλλαξαν την αντίληψή του για τον κόσμο και του πρόσφεραν το υλικό για το πρώτο του μυθιστόρημα: «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» (opera, 1993). Στρατεύτηκε στο διεθνές τάγμα «Σιμόν Μπολίβαρ» και συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα της Νικαράγουας. Το 1980 εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη και συνδέθηκε με την οικολογική οργάνωση Greenpeace. Ταξίδεψε σ’ όλον τον κόσμο. Του απονεμήθηκαν τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία. Όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις opera: Ο κόσμος του τέλους του κόσμου (1994), Όνομα ταυρομάχου (1995), Patagonia express (1996), «Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει» (1997), Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (1997), Hot Line (1998), Αν δεν έχεις πού να κλάψεις (1998), Χρονικά του Περιθωρίου (2000), Η τρέλα του Πινοτσέτ (2003), Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου (2004), Τα χειρότερα παραμύθια των αδερφών Γκριμ (2006), Το λυχνάρι του Αλαντίν (2009), Η σκιά του εαυτού μας (2009), Ιστορίες από δω κι από κει (2011), Τελευταία νέα από το νότο (2012), Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ (2013).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *