Aναπάντεχο και σλαβοφωνία στην ιστορία της έκτης

ο Παπαρρηγόπουλος, ο Τρικούπης και η μη καθαρότητα των Ελλήνων της Μακεδονίας

Πέτρος Μενδώνης

  • Γου και α; ρωτά, με φόβο για την επερχόμενη αποτυχία, η δασκάλα, δείχνοντας την πρώτη συλλαβή στον πίνακα.
  • Γα, απαντάει με φυσικότητα ο μαθητής.
  • Του και α; συνεχίζει η κυρία, αναθαρρώντας προς στιγμήν συγκρατημένα.
  • Τα, λέει ο μικρός, χωρίς ενδοιασμούς.
  • Όλο μαζί; φτάνει στην τελευταία της ερώτηση η δασκάλα, γράφοντας ένα ημικύκλιο κατά μήκος ολόκληρης της λέξης με την κούραση της επερχόμενης αποτυχίας να καθοδηγεί το χέρι της.
  • Μάσκα, πετάει το παιδί, μάλλον χαρούμενο, αντικρίζοντας το ζώο που σχηματίστηκε μέσα του.
  • Γάτα γράφει Τάσο, τον διορθώνει εκείνη ανόρεχτα. Γάτα, όχι μάσκα. Έλα πάλι. Γου και α[1];
  1. Εισαγωγή

Στο σημείωμα αυτό με, αδικαιολόγητη ίσως, αισιοδοξία υποστηρίζω πως μπορούμε να ξυπνήσουμε την ιστορική περιέργεια στους μαθητές της έκτης τάξης. Πρόκειται για μια επιδίωξη σχεδόν δονκιχωτική, στην εποχή του fortnite. Ας είναι. Για να τα καταφέρουμε θα πρέπει να ριψοκινδυνέψουμε την ηρεμία μας, εμπλεκόμενοι σε μια ζώσα αντιπαράθεση. Αλλά δεν γίνονται όλα δωρεάν.

Στο εγχειρίδιο της ιστορίας, κάτω από τόνους απρόσκλητης πληροφορίας, κρύβεται ένας μικρός θησαυρός. Ένα προκλητικό κειμενάκι που ανοίγει το δρόμο για τη σύγχρονη συναρπαστική ιστορία του Μακεδονικού. Βρίσκεται στη σελίδα 160. Είναι η τρίτη πηγή (Επιστολή του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου προς τον Χαρίλαο Τρικούπη, 20 Μαΐου 1882), στο τρίτο κεφάλαιο (Επαναστατικά κινήματα στη Μακεδονία και την Κρήτη), της τέταρτης ενότητας (Η Ελλάδα στον 19ο αιώνα). Εκεί διαβάζουμε:

«Είναι ανάγκη να ορίσουμε τι εννοούμε ελληνισμό στη Μακεδονία. Αν εννοούμε μόνο τους καθαρούς Έλληνες, χαθήκαμε. Όπως έχουν τα πράγματα, είναι ανάγκη ο επίσημος Ελληνισμός της Μακεδονίας να περιλάβει όλους όσους υπάγονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία και οι οποίοι έχουν δικαίωμα στην πατρική της προστασία. Και γι’ αυτό ο πατριάρχης υποστηρίζει δημόσια τη θέση ότι είναι αρχηγός όχι μόνο των Ελλήνων αλλά και όλων των ορθοδόξων, θέση, που αφού διαδόθηκε στην Μακεδονία, ξεσήκωσε την οργή των προξένων και των πρακτόρων μας».

Το κειμενάκι ενδέχεται να ερεθίσει τους μαθητές σε εποχή αναβίωσης των Μακεδονομάχων μέσα κι έξω από τα σχολεία[2]. Όσο μεγαλύτερη είναι η έκθεση (ή η εμπλοκή) τους στη σύγχρονη μακεδονική αντιπαράθεση, τόσο περισσότερο θα προκαλέσει η πηγή το βαριεστημένο κοινό των σχολικών αιθουσών. Ας δούμε τι ενδέχεται να καταλαβαίνει ένας μαθητής διαβάζοντάς το: Κάποιος τύπος, ένας Παπαρρηγόπουλος, χωρίζει τους Έλληνες σε καθαρούς και λοιπούς, λιγότερο καθαρούς. Γράφει σε έναν άλλο, κάποιον Τρικούπη (μάλλον τον πρωθυπουργό που παρουσιάζει το προηγούμενο μάθημα), ότι δεν έχει πολλούς καθαρούς Έλληνες στη Μακεδονία του 1882 και πως για να μη «χαθούμε» πρέπει να συμπεριλάβουμε στον επίσημο ελληνισμό κι άλλους, όλους τους χριστιανούς που υπάγονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Γράφει τέλος ότι η επιλογή αυτή, εξοργίζει κάποιους άλλους, τους προξένους «μας» και τους πράκτορες «μας». Αυτά περίπου θα καταλάβουν τα εντεκάχρονα παιδιά μας αν τα καταφέρουμε να σκεφτούν πάνω στο ανάγνωσμα. Είναι μια καλή βάση για δουλειά.

  1. Πιθανές ερωτήσεις: προετοιμασία και σημασία

Ας καθοδηγήσουμε τους μαθητές μας να διατυπώσουν ερωτήσεις, αφού πρώτα διαβάσουν ξανά και ξανά, δυνατά και σιωπηλά, θεατρικά και εξεταστικά την πηγή.

2.1 προαιρετική προεργασία

Αποτέλεσμα εικόνας για τούμπα η μακεδονία είναι μία

Αν φοβόμαστε τη σιωπή (που είναι πολύ πιθανή σε περιοχές και σχολεία όπου ο σύγχρονος μακεδονικός αγώνας δεν έχει ανταπόκριση) ας κάνουμε μια προεργασία, αναδεικνύοντας τα προβλήματα ορισμού του έθνους. Δεν χρειάζονται πληροφορίες ή θεωρίες. Τα παιδιά γνωρίζουν τους Αντετοκούνμπο και την αμφισβήτηση της ελληνικότητάς τους από τον ελληνικό ρατσισμό[3]. Πολλά από αυτά γνωρίζουν και το σύνθημα «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ». Η κραυγαλέα δηλωμένη άρνηση αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι διαδικασίες απόδοσης ελληνικής ιθαγένειας, και κυρίως οι άνθρωποι που εμπλέκονται σ’ αυτές.[4] Επίσης μια φωτογραφία από την κερκίδα του (πρωταθλητή 2019) ΠΑΟΚ, θα αρκούσε για να υπενθυμίσει στους μαθητές την αντιπαράθεση περί Μακεδονίας. Για όσους θέλουν κάτι παραπάνω το youtube προσφέρει πληθώρα σύντομων σχετικών βίντεο.

2.2 Οι ερωτήσεις

Με δεδομένο τώρα ότι οι έννοιες του έθνους, του Έλληνα και της Μακεδονίας είναι ικανές να προκαλέσουν αντιπαραθέσεις στη δημόσια σφαίρα, περνάμε στη πηγή 3, του κεφαλαίου 3, της ενότητας 4 του διδακτικού βιβλίου της ιστορίας. Αφού το διαβάσουμε με κάθε πρόσφορο τρόπο, ας καλέσουμε τους μαθητές μας να κάνουν ερωτήσεις με το τι, το ποιος, το πού, το πότε και το γιατί. Μερικά από τα πιθανά ερωτήματα που θα προκύψουν είναι τα εξής:

Τι; Τι ήταν ένας καθαρός Έλληνας τότε; Υπήρχε και λιγότερο καθαρός; Πώς τον λέγαν αυτόν; Βρόμικο; Τι λέρωνε την ελληνικότητα; Τι απήχηση είχε αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ καθαρών και μη καθαρών Ελλήνων; Τον πίστευαν όλοι; Τι ήταν οι πρόξενοι και τι οι πράκτορες; Τι λέγαν τότε Μακεδονία; Τι έγινε μετά; Στο τέλος;

Ποιος; Ποιος μιλάει; Σε ποιον; Έχουν κάποιο ιδιαίτερο ρόλο τα πρόσωπα αυτά; Ποιοι χαθήκαμε; Ποιοι είχαν προξένους και πράκτορες;

Πού; Πού εμφανίζεται η ανάγκη να ορίσουμε τους Έλληνες; Στην Μακεδονία; Υπάρχουν πηγές που λένε το ίδιο και για τα άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα; για την Ήπειρο, την Θράκη ή τα νησιά; Πού άρχιζε και πού τελείωνε τότε η Μακεδονία;

Πότε έγινε αναγκαίος ο ορισμός της Μακεδονίας και του Έλληνα σ’ αυτήν; Πότε παρουσιάστηκαν τα προβλήματα καθαρότητας; Πότε εξαφανίστηκαν; Ή μήπως υπάρχουν ακόμη;

Γιατί; Γιατί ήταν ανάγκη να ορίσουν τον ελληνισμό στην Μακεδονία; Γιατί δεν είχε αρκετούς καθαρούς Έλληνες εκεί; Γιατί χαθήκαμε; Γιατί συνεχίστηκε η ιστορία όπως συνεχίστηκε; Γιατί τελείωσε έτσι όπως τελείωσε; Ή γιατί συνεχίζεται έτσι όπως συνεχίζεται;

Άλλες από αυτές τις απορίες θα προκύψουν αυθόρμητα, άλλες θα τις υποβάλουμε λίγο ή πολύ, άλλες θα τις διατυπώσουμε εμείς, εξηγώντας τη σημασία τους κι άλλες θα αγνοηθούν.

Καλό είναι να συνεχίσουμε να δουλεύουμε τις ερωτήσεις μας και μετά την καταγραφή τους. Να μαντέψουμε πιθανές απαντήσεις, να ανιχνεύσουμε τη σημασία της μίας ή της άλλης πιθανής απάντησης. Το στάδιο αυτό είναι κρίσιμο για την καλλιέργεια της ιστορικής περιέργειας. Ας μην το ξεπετάξουμε. Ας του δώσουμε το χρόνο που χρειαζόμαστε για να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές μας τη σύγχρονη αξία των ερωτήσεων τους. Για παράδειγμα, άλλη αξία θα έχουν τα σημερινά συνθήματα για την αποκλειστικότητα της ελληνικότητας της Μακεδονίας αν το 1882 όλοι συμφωνούσαν ότι η Μακεδονία άρχιζε και τελείωνε εκεί περίπου που αρχίζει και τελειώνει το σημερινό ελληνικό γεωγραφικό διαμέρισμα, άλλη αν η αντιπαράθεση για το θέμα μαίνονταν και τότε κι άλλη αν όλοι τότε συμφωνούσαν ότι η Μακεδονία συμπεριλάμβανε τη σημερινή Βόρεια Μακεδονία εκτός απ’ την ελληνική.

Ας μη φοβηθούμε τη μέθοδο αυτή. Η εξέταση της σημερινής αξίας των απαντήσεων στις ιστορικές ερωτήσεις ούτε υποβιβάζει τις αναγνώσεις του παρελθόντος σε εργαλεία του παρόντος ούτε υποβιβάζει το παρόν σε μηχανική συνέχεια όσων έγιναν παλιά. Είναι βέβαια προτιμότερο τα σύγχρονα ερωτήματα να αντλούν τις απαντήσεις τους από το μέλλον που θέλουμε να κτίσουμε, αλλά δεν μπορούν να αγνοούν το παρελθόν, αφού αυτό χρησιμοποιείται ως όπλο στις σημερινές πολιτικές μάχες. Κι είναι καλύτερα να διαβάζουμε το παρελθόν χωρίς να το προσαρμόζουμε σε σημερινές πολιτικές στοχεύσεις, αλλά δεν ζούμε σε πολιτικό κενό και τα ερωτήματα που θέτουμε στα περασμένα εκκινούν από κίνητρα του παρόντος.

  1. Απαντήσεις

Αφού τελειώσουμε με τη διατύπωση των ερωτημάτων και την καταγραφή και αποσαφήνιση της σημασίας των πιθανών απαντήσεων αυτό που μένει είναι να εισάγουμε τους μαθητές στη συναρπαστική ιστορία του Μακεδονικού. Στη διάρκεια αυτής της εισαγωγής κάποια ερωτήματα θα απαντηθούν, άλλα θα μείνουν αναπάντητα, κι αν όλα πάνε κατ’ ευχήν καινούργια θα γεννηθούν.

3.1 τα πρόσωπα

Ας στραφούμε αρχικά στα πρόσωπα. Συντάκτης της επιστολής που διαβάσαμε είναι ένας φημισμένος ιστορικός, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Θεωρείται εθνικός μας ιστορικός, πατέρας της σύγχρονης ελληνικής ιστοριογραφίας και θεμελιωτής της αντίληψης της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους από την αρχαιότητα ως σήμερα. Σύμφωνα με τον Β. Γούναρη, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος ανήκε στους λίγους που ασχολήθηκαν με την Μακεδονία σοβαρά πριν ακόμη την ανατολική κρίση[5], πριν δηλαδή εμφανιστεί πιεστικό το ερώτημα για το τι θα αντικαθιστούσε την οθωμανική αυτοκρατορία, που οδηγούνταν στο τέλος της. Όταν η κρίση προχώρησε, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος βρέθηκε να αναλαμβάνει και πολιτικό ρόλο στην προώθηση της πολιτικής του ελληνικού κράτους, στην αρχή ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και αργότερα ως πρόεδρος του Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, ενός συλλόγου που συγκροτήθηκε από τις ελίτ της Ελλάδας και έμοιαζε «περισσότερο με όχημα επιτέλεσης μιας πτυχής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, (…) παρά με έναν τυπικό φιλολογικό/φιλεκπαιδευτικό σύλλογο»[6].

Παραλήπτης της επιστολής είναι ο Χ. Τρικούπης, στον οποίο είναι αφιερωμένο το προηγούμενο κεφάλαιο του διδακτικού εγχειριδίου της στ’ τάξης. Η σχέση του Τρικούπη με το Μακεδονικό δεν μνημονεύεται στο σχολικό βιβλίο, αλλά μπορεί να αναδειχθεί με το παρακάτω απόσπασμα, στο οποίο γίνεται φανερό ότι ο Χ. Τρικούπης είχε ξεκάθαρη εικόνα για το ζήτημα και αποσαφηνισμένη στρατηγική: ««… όταν έλθη ο μέγας πόλεμος, η Μακεδονία θα γίνει ελληνική ή βουλγαρική κατά τον νικήσαντα. Αν τη λάβωσιν οι Βούλγαροι, δεν αμφιβάλλω ότι είναι ικανοί να εκσλαβίσωσι τον πληθυσμόν μέχρι των Θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς τη λάβωμεν, θα τους κάμωμεν όλους Έλληνας… »[7].

3.2 το πλαίσιο

Αφού λοιπόν έχουμε μπροστά μας δύο από τα πρόσωπα που χαράσσουν και ασκούν την ελληνική εξωτερική πολιτική, ας στραφούμε στο πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Θα επηρεάσει τη ζωή και το θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων τις επόμενες δεκαετίες, ενώ και σήμερα ακόμη ο απόηχος του ταλαιπωρεί συμπολίτες μας[8].

Ένα χρόνο, λοιπόν, πριν στείλει τη συγκεκριμένη επιστολή ο πρόεδρος του ΣΔΕΓ και εθνικός μας ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος, στον πρωθυπουργό Χ. Τρικούπη, τα σύνορα της Ελλάδας επεκτάθηκαν τόσο ώστε να συμπεριλάβουν τη Θεσσαλία, με την εξαίρεση της Ελασσόνας. Τα συγκεκριμένα εδαφικά κέρδη συνόδευαν μία ακόμη μεγαλύτερη ελληνική νίκη: την αποτροπή της παράδοσης του μεγαλύτερου μέρους της Μακεδονίας στη

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/3/33/Bulgaria-SanStefano_-%281878%29-byTodorBozhinov.png

Βουλγαρία. Ο κίνδυνος αυτός δεν ήταν φανταστικός. Απεναντίας. Είχε πάρει τη μορφή διεθνούς συμφωνίας την άνοιξη του 1878 (4 χρόνια πριν την υπό συζήτηση επιστολή) με τη συνθήκη του Αγ. Στεφάνου, που υπογράφτηκε από την Ρωσία και την Τουρκία ως αποτέλεσμα του ρωσοτουρκικού πολέμου που είχε προηγηθεί. Είναι χρήσιμο για τους μαθητές να δουν τον χάρτη της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, να διαπιστώσουν δηλαδή πως θα μπορούσε να έχει διαμορφωθεί ο πολιτικός χάρτης, αν οι ισορροπίες της διεθνούς διπλωματίας επέτρεπαν στην Ρωσία να ικανοποιήσει τις βαλκανικές της επιδιώξεις το 1878. Η αντίδραση της Αγγλίας και η στάση της Αυστροουγγαρίας και της Γερμανίας οδήγησαν στην αναίρεση της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου λίγους μήνες αργότερα. Στο συνέδριο του Βερολίνου, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, οι μεγάλες δυνάμεις διατήρησαν τον οθωμανικό έλεγχο επί της Μακεδονίας, δίνοντας έτσι χρόνο στην Ελλάδα και τη Σερβία να ανταγωνιστούν την Βουλγαρία για την τύχη της περιοχής. Στα πλαίσια αυτού του ανταγωνισμού και υπηρετώντας τους ελληνικούς σχεδιασμούς συντάσσει την επιστολή του ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.

3.3 η γη της Μακεδονίας στα 1882

Πριν περάσουμε στην εξέταση του προβλήματος έτσι όπως παρουσιάζεται στα 1882, ας εξετάσουμε τι ήταν τότε η Μακεδονία. Υπήρχε και τότε, όπως σήμερα, αντιπαράθεση για τα όρια της; Όχι. Την εποχή εκείνη στην Ελλάδα Μακεδονία ονομάζονταν η περιοχή που ορίζεται νότια από τον Όλυμπο, βόρεια από το όρος Σκάρδος, ανατολικά από τον ποταμό Νέστο και δυτικά από την Αδριατική θάλασσα, αφαιρουμένης της Αλβανίας (Ιλλυρίας)[9]. Διευκρινιστικά, μιας και αυτό συζητάμε τα τελευταία 25 χρόνια στη χώρα μας, το όρος Σκάρδος βρίσκεται βόρεια της πόλης των Σκοπίων. Κατά συνέπεια, ανάμεσα στις μεγάλες πόλεις της Μακεδονίας, ξεφυλλίζοντας τα βιβλία γεωγραφίας των ελληνικών σχολείων στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν θα βρούμε μόνο τη Θεσσαλονίκη, τις Σέρρες, την Κοζάνη και τη Δράμα, αλλά και τα Βιτώλια (Μπίτολα), τα Σκόπια, και την Κορυτσά[10]. Με άλλα λόγια στην Ελλάδα εκείνη την εποχή δεν υπήρχε αμφιβολία, Μακεδονία ήταν τόσο η σημερινή ελληνική Μακεδονία όσο και η σημερινή Βόρεια Μακεδονία, συν μια περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας[11].

3.4  ο στόχος του 1882

Στα 1882 τα εθνικά κράτη της περιοχής και οι μεγάλες δυνάμεις προετοιμάζονταν για την στιγμή που η οθωμανική αυτοκρατορία θα εγκατέλειπε τη βαλκανική σκηνή. Η ελληνική πολιτική στόχευε στην ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος μέρους της περιοχής που ονόμαζαν τότε Μακεδονία. Αυτές τις στοχεύσεις εξέφρασε καθαρά ο Χ. Τρικούπης λίγα χρόνια αργότερα:

«Η Ελλάς ενδιαφέρεται διά την Μακεδονίαν, την οποία μπορούμε να διαιρέσουμε σε τρία τμήματα: Την νότια, η οποία είναι και θα είναι ελληνική, οτιδήποτε και αν συμβεί, την κεντρικήν, που περιλαμβάνει ελληνικούς πληθυσμούς και την βόρεια (αρκτικήν), που δεν κατοικείται από Έλληνες.» [12]

Στα 1882 οι στοχεύσεις αυτές έρχονταν σε σύγκρουση με τις αντίστοιχες της βουλγαρικής πολιτικής, η οποία αγωνιζόταν να κερδίσει όσα προς στιγμήν είδε να περιέρχονται στη δικαιοδοσία της με την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Η σύγκρουση δηλαδή, αφορούσε την Κεντρική Μακεδονία, αφού τόσο η Χαλκιδική, όσο και η Μακεδονία γύρω από τον Αλιάκμονα έμεναν έξω από τις φιλοδοξίες της. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο με την Έδεσσα, το Κιλκίς, τη Φλώρινα, την Καστοριά, τις Σέρρες, τη Δράμα και το νομό της Θεσσαλονίκης.

3.5 το πρόβλημα

Το πρόβλημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική, ήταν οι κάτοικοι της διεκδικούμενης Μακεδονίας. Στο σύνολο της συγκεκριμένης περιοχής ζούσαν μεν περισσότεροι χριστιανοί παρά μουσουλμάνοι, αλλά στην πλειονότητα τους δεν μιλούσαν ελληνικά. Σύμφωνα με την αρχή των εθνοτήτων (που κατά κόρον χρησιμοποιούνταν στις διπλωματικές σχέσεις της εποχής εκείνης) η γλώσσα και η καταγωγή δήλωναν την εθνικότητα των πληθυσμών. Ακόμη όμως και η ελληνική στατιστική του 1903, από τους 800 χιλιάδες χριστιανών της Νότιας και Κεντρικής Μακεδονίας προσδιόριζε τους 420 χιλιάδες ως σλαβόφωνους και τους 310 χιλιάδες ως ελληνόφωνους. Οι υπόλοιποι 70 χιλιάδες καταγράφονταν ως βλαχόφωνοι, αλβανόφωνοι ή άλλοι. Το πρόβλημα γινόταν πιο έντονο στην Κεντρική Μακεδονία, καθώς εκεί η κυριαρχία της σλαβοφωνίας ήταν πιο έντονη[13]. Υπάρχουν βέβαια και υπολογισμοί (του γενικού διοικητή της ελληνικής Μακεδονίας στα 1913 Στ. Δραγούμη) που “περιορίζουν” τους Σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδονίας στους 252 χιλιάδες την εποχή των βαλκανικών πολέμων, δηλαδή τριάντα χρόνια αργότερα[14]. Αν όμως λάβουμε υπόψη μας ότι στον αριθμό αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται οι σλαβόφωνοι της Κεντρικής Μακεδονίας που έμειναν εκτός ελληνικών συνόρων, ότι έχει μεσολαβήσει το μεταναστευτικό κύμα στην Αμερική και ότι οι υπολογισμοί γίνονται από την ελληνική πλευρά που είχε κάθε συμφέρον να μειώνει τους σχετικούς αριθμούς, τότε μπορούμε να αισθανόμαστε ασφαλείς για τη διαπίστωση της κυριαρχίας της σλαβοφωνίας μεταξύ των Χριστιανών της Κεντρικής Μακεδονίας την εποχή που ο Παπαρρηγόπουλος έστελνε την επιστολή του στον Τρικούπη.

Για να μπορούν λοιπόν να σταθούν οι ελληνικές αξιώσεις στο πλαίσιο της διεθνούς διπλωματίας του 1882 θα έπρεπε να αμφισβητηθεί η σημασία της γλώσσας στον καθορισμό της εθνικότητας.

3.6 η λύση

Η λύση που έδωσαν οι άνθρωποι που χειρίζονταν την ελληνική εξωτερική πολιτική αναφέρεται στην 3η πηγή του 3ου κεφαλαίου της 4ης ενότητας του διδακτικού βιβλίου. Σύμφωνα μ’ αυτήν, Έλληνες στην Μακεδονία δεν είναι μόνοι οι «καθαροί», αυτοί δηλαδή που μιλούν ελληνικά. Είναι κι εκείνοι οι χριστιανοί που μιλούν σλάβικα, αλλά δεν εγκατέλειψαν το Πατριαρχείο για χάρη της βουλγαρικής εκκλησίας (Εξαρχίας), που είχε ήδη αναγνωριστεί από το 1870. Εξισώνοντας την παραμονή στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης με το ελληνικό εθνικό φρόνημα, η ελληνική εξωτερική πολιτική κατορθώνει να υποστηρίξει το επιχείρημα της κυριαρχίας των Ελλήνων μεταξύ των χριστιανών της Κεντρικής Μακεδονίας. Το κέρδος είναι μεγάλο για την ελληνική εξωτερική πολιτική, παρά τις αντιδράσεις που φαίνεται ότι προκάλεσε κατ΄ αρχήν σε στελέχη της, όπως φαίνεται να υπονοεί ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στην πηγή μας. Είναι μάλιστα ένα κέρδος καθαρό για τους υποστηρικτές της πολιτικής αυτής, καθώς όπως φαίνεται στα λόγια του Χ. Τρικούπη η πίστη στη δύναμη των κρατών να αφομοιώνουν πληθυσμούς ήταν εξαιρετικά ισχυρή:

«Την Ελλάδα απασχολεί η Κεντρική Μακεδονία, ης οι κάτοικοι αναγνωρίζουσι τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως και ουχί την βουλγαρικήν εξαρχίαν, αλλ’ επειδή ενταύθα ο ελληνικός πληθυσμός δεν αποτελεί συναφή πληθυσμόν, είναι σχεδόν βέβαιον ότι, εάν η χώρα περιέλθη υπό τη σερβικήν κυριαρχίαν ή την βουλγαρικήν, οι κάτοικοι θα εκσλαβισθώσιν, ενώ εάν υπό την Ελλάδα θα εξελληνισθώσιν ολοσχερώς[15]».

3.7 η υποστήριξη της λύσης

Για τη λύση του προβλήματος δεν αρκούσε το επιχείρημα (κάποιοι το λένε τέχνασμα) ότι όσοι χριστιανοί ακολουθούν το πατριαρχείο έχουν ελληνικό φρόνημα και καταγωγή. Το φρόνημα αυτό έπρεπε να υποστηριχθεί (να αναγεννηθεί ή να δημιουργηθεί) με την διάδοση της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής εθνικής συνείδησης. Γι’ αυτό και χρηματοδοτήθηκε από το ελληνικό κράτος η ίδρυση και η λειτουργία ελληνικών σχολείων στην νότια και κεντρική Μακεδονία τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, με περιορισμένα πάντως αποτελέσματα[16]. Η οργάνωση αυτής της εκπαιδευτικής (και όχι μόνο) εκστρατείας και η γενικότερη προώθηση του ελληνικού φρονήματος στους σλαβόφωνους της Κεντρικής (κατά Τρικούπη) Μακεδονίας χρειάζονταν, πέρα από δασκάλους και δασκάλες, προξενικές αρχές, πράκτορες και ειδικούς συνεργάτες.

Η εργασία της διάδοσης εθνικού φρονήματος (ελληνικού, βουλγαρικού ή σερβικού) δεν αποδείχθηκε εύκολη στην Μακεδονία[17]. Ο σλαβόφωνος πληθυσμός δεν ύψωνε εθνικά τείχη στο εσωτερικό του, η ένταξη στο ένα ή στο άλλο εθνικό κόμμα και ασταθής υπήρξε και ανίκανη να περιορίσει τις επιγαμίες και την αλληλοβοήθεια. Συνεπώς ο σκεπτικισμός των εργαζόμενων στο πεδίο (προξένων και πρακτόρων) για τις στρατηγικές επιλογές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, όπως εκφράζεται στο απόσπασμα του Παπαρρηγόπουλου, μάλλον δεν πρέπει να εκπλήσσει..

4. Νέα ερωτήματα

Το πως εξελίχθηκε η ζωή των σλαβόφωνων συμπατριωτών μας στην ελληνική Μακεδονία είναι ένα μάθημα διαφορετικό. Θα μπορούσε να είναι από τα πιο συναρπαστικά μαθήματα ιστορίας, αφού συνδυάζει δύο παγκόσμιους και δύο εμφύλιους πολέμους, κοινωνικές συγκρούσεις και μια αγροτική εξέγερση ενάντια στην οθωμανική αυτοκρατορία, τρομοκρατία (κρατική και άλλη), τη διάλυση μία αυτοκρατορίας, αλλαγή κοινωνικών καθεστώτων, διεθνή διπλωματία, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, εθνοκαθάρσεις, ξεριζώματα, ανταλλαγές πληθυσμών και εγκατάσταση προσφύγων, αίμα, τρόμο, ντροπή, σιωπή, μίσος, κατοχή, αντίσταση, δοσιλογισμό και κάθε είδους έκπληξη. Δυστυχώς, το ελληνικό σχολείο δεν αγγίζει την ιστορία αυτή.

Θα ήταν όμως μεγάλη επιτυχία αν οι μαθητές μας στο τέλος της διδασκαλίας της συγκεκριμένης πηγής, αφού πρώτα έκαναν ένα απολογισμό για τις απαντήσεις στα αρχικά ερωτήματα, διατύπωναν νέα σχετικά ερωτήματα: τι έγιναν οι σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας; υπάρχουν ακόμη απόγονοί τους; αν ναι, πώς αντιμετωπίζονται και πώς οι ίδιοι αντιμετωπίζουν τη διαφορετικότητά τους; τι σχέση έχουν με τη σύγχρονη μακεδονική υπόθεση;

5. Επίλογος

Η στιχομυθία του μικρού Τάσου και της δασκάλας του με την οποία ξεκινήσαμε, είναι ένα (μάλλον υπερβολικά αθώο) στιγμιότυπο που μπορεί κάποιος να διηγηθεί σε μαθητές του δημοτικού, αν θέλει να τους εισάγει στην θέμα της ύπαρξης Σλαβόφωνων στην Ελλάδα. Έτσι κι αλλιώς είναι μια ιστορία που λέγεται και στη Μάνη ή στην Κρήτη, μόνο που εκεί αντί για μάσκα, έχουμε κατσί και κατσούλα. Όμως η διαφορά ανάμεσα στο κατσί και την κατσούλα από τη μια και τη μάσκα από την άλλη είναι μεγάλη. Ένδειξη του μεγέθους της διαφοράς αποτελεί το γεγονός ότι δεν έχουμε εθνοτοπικούς συλλόγους σλαβόφωνων, ενώ αφθονούν εκείνοι των Μανιατών, των Κρητικών, των Ποντίων κλπ.. Το κατσί και η κατσούλα είναι λοιπόν μνήμες τρυφερές και νοσταλγικές, που τις γιορτάζουμε. Η μάσκα είναι μνήμη ενοχική, που αποκρύπτεται ακόμη και σήμερα. Η διδασκαλία της ισοδυναμεί με το σπάσιμο ενός ταμπού και την αποκάλυψη ενός άγνωστου κόσμου. Είναι ένας τρόπος για να συμβαδίσει με παρόμοιες διαδικασίες που παρακολουθούμε στο πεδίο του δημόσιου λόγου, βλ. π.χ. τη συνέντευξη της Χρύσας Παπαδοπούλου με τίτλο «τα μουγγά τραγούδια βρήκαν τη φωνή τους».

Με πολλές παρόμοιες διδασκαλίες για το παρελθόν θα μπορούσαμε ίσως να ελπίσουμε ότι η ιστορία θα έπαυε να είναι ταυτόχρονα ένα σχολικό μαρτύριο και μια άνευ περιεχομένου απόδειξη (του εθνικού συνήθως, αλλά και ταξικού ή κομματικού σε κάποιες περιπτώσεις) μεγαλείου. Τα παράπονα για την έλλειψη ιστορικής περιέργειας της νέας γενιάς, αποτελούν εκδήλωση υποκρισίας όταν συνδυάζονται με την επιμελή απόκρυψη αναπάντεχων γεγονότων και διαδικασιών του παρελθόντος. Η τρίτη πηγή, του τρίτου κεφαλαίου, του τέταρτου μέρους του βιβλίου της ιστορίας της στ΄ τάξης του δημοτικού μας δίνει μια ευκαιρία. Δεν είναι όμως αρκετή[18] και είναι απλώς ευκαιρία σε αντίξοο περιβάλλον.

  1. Την ιστορία αφηγήθηκε εικοσάχρονος στο Νυμφαίο το 2003, προσπαθώντας να ικανοποιήσει την περιέργεια δύο τουριστών. Ήθελαν να μάθουν για την πολυγλωσσία της περιοχής. Σίγουρα την τοποθέτησε στο Αμύνταιο, αλλά δεν είναι βέβαιο αν μιλούσε για τους δικούς του παλιούς συμμαθητές του ή τους συμμαθητές των γονιών του. Μάσκα ( мачка) σημαίνει γάτα στα εντόπια ή ντόπικα ή σλαβομακεδονικά ή μακεδονικά.

  2. Πέρα από τις καταλήψεις λυκείων ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών, το χειμώνα που μας πέρασε το Μακεδονικό προκάλεσε τουλάχιστον μία Ένορκη Διοικητική Εξέταση σε βάρος δασκάλας της έκτης δημοτικού για τη «τη διανομή φυλλαδίων με ακραίο εθνικιστικό, ρατσιστικό και μισαλλόδοξο περιεχόμενο σχετικά με τη συμφωνία των Πρεσπών σε 12χρονα παιδιά εν ώρα μαθήματος», βλ. εδώ , αλλά και απειλές ενάντια σε καθηγητές που δεν «βοήθησαν» τον φετινό γύρο του μακεδονικού αγώνα, βλ. ενδεικτικά εδώ, εδώ και εδώ

  3. Βλέπε: για το Ν. Μιχαλολιάκο: https://www.youtube.com/watch?v=a7pt8DUPAnI , για τον Ά. Γεωργιάδη https://www.cnn.gr/news/politiki/story/157407/adonis-gia-antetokoynmpo-o-akenotoympo-lene-oti-einai-ellinas , και για πιο λαϊκές εκδοχές Τάκης Τοουκαλάς: https://sputniknews.gr/athlitika/201811151396891-tsoukalas-antetokounmpo-video/

  4. Το σύνθημα συμπληρώνεται πάντα από τον αποδέκτη της δήλωσης αποκλεισμού. Για τους Μακεδόνες της Βόρειας Μακεδονίας: https://www.youtube.com/watch?v=1zwJ8YOgIIM , για τους Αλβανούς: https://www.youtube.com/watch?v=XV8NA4934-g

  5. Βασίλης Κ. Γούναρης, Εθνικές διεκδικήσεις, συγκρούσεις και εξελίξεις στη Μακεδονία, 1870-1912 http://www.imma.edu.gr/imma/history/09.html

  6. Μαρία Πρέκα Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων (ΣΔΕΓ): υποτροφίες για την εκπαίδευση διδασκαλισσών από τη Μακεδονία (1880-1913) σύλλογο εδώ

  7. Μαρία Ρεπούση (2006), Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια, ιστορία για τη στ’ δημοτικού. Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε διδακτικό εγχειρίδιο της ιστορίας για τη σχολική χρονιά 2006-2007. Με αλλαγές, μία από τις οποίες ήταν και η παράλειψη του συγκεκριμένου αποσπάσματος, το βιβλίο αυτό διδάχθηκε και την επόμενη σχολική χρονιά. Παρά την έντονη πολιτική αντιπαράθεση που προκάλεσε το περιεχόμενό του, η απόσυρση της συγκεκριμένης αναφοράς έγινε μάλλον σιωπηλά.

  8. «Την παραμονή της υπογραφής(εννοεί της συμφωνίας των Πρεσπών), ένα δυσάρεστο επεισόδιο, με αναφορές σε εποχές που όλοι θέλουν να ξεχάσουν, αλλά κάποιοι δεν μπορούν, παραλίγο να σκιάσει το πανηγυρικό της ημέρας. Ένας αστυνομικός επέπληξε κάτοικο των Ψαράδων γιατί τον άκουσε να μιλάει σλαβομακεδονικά με ξένο δημοσιογράφο, μάλλον Βούλγαρο. Εκείνος αντέδρασε και τα αίματα άναψαν. Οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα όπου, ευτυχώς, δεν δόθηκε συνέχεια. Το περιστατικό δεν καταγράφηκε καν στα «συμβάντα», σκάλισε όμως οδυνηρές μνήμες, καθώς διαδόθηκε ταχύτατα στα γύρω χωριά.» Σταύρος Τζίμας (2018), Το Μακεδονικό πίσω από τη σκηνή, Καθημερινές εκδόσεις, σελίδα 230. Βλέπε επίσης τη συνέντευξη του Κώστα Θεοδώρου (Dine Doneff) Είναι ανυπόφορο να ζεις σαν ξένος κι ανεπιθύμητος στον τόπο σου (2016), στην ιστοσελίδα popaganda και από την άλλη πλευρά το άρθρο του Μ. Κοττάκη Σκιές στη Φλώρινα, εφ. Εστία, 20/3/2019.

  9. Μ.Γ. Δημίτσας, (1882, 2η έκδοση) Πολιτική Γεωγραφία προς χρήσιν των Γυμνασίων, ελληνικών Σχολείων και Παρθεναγωγειων, Μέρος πρώτον, σελ. 99 – 116 εδώ

  10. Α.Ι. Αντωνιάδης (1881, 4η έκδοση), Στοιχειώδης Πολιτική Γεωγραφία, προς χρήσιν των ελληνικών σχολείων, σελ. 28 – 30 εδώ και Μ.Γ. Δημίτσας(1882) όπου παραπάνω και Αθανάσιος Σακελλαρίου (1882-15η έκδοση), Στοιχειώδης γεωγραφία πολιτική μαθηματική και φυσική:προς χρήσιν τοις εν τοις ελληνικοίς σχολείοις σπουδαζούσης νεολαίας σελ. 40-42 εδώ

  11. Σκέψεις για πιθανή πολιτική αφέλεια των συντακτών των εγχειριδίων της Γεωγραφίας δεν χωρούν, όπως δείχνει και η διδακτορική διατριβή του Σ. Παλάσκα (2012), Η συγκρότηση του ελληνικού έθνους και η εκπαίδευση: έρευνα στα σχολικά βιβλία γεωγραφίας του ελληνικού κράτους, 1834-1922, σελ. 181 εδώ

  12. Βλ. Γ. Κορδάτος, Μεγάλη ιστορία της Ελλάδας, τ. 12, σελ. 478-479 . Ο περιορισμός των ελληνικών επί της Μακεδονίας στο νότιο και κεντρικό της τμήμα δεν ήταν πάντα δεδομένος. Απουσιάζει, για παράδειγμα, από το υπόμνημα που συνέταξε ο Ι. Θεοδωρίδης για λογαριασμό του υποπροξενείου Σερρών το 1859, βλ. Σπ. Καράβας (2010), Μακάριοι οι κατέχοντες την γην, εκδ. Βιβλιόραμα.

  13. Τα στοιχεία προέρχονται από στατιστική της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, βλ. Τ. Κωστόπουλος (2000), Η απαγορευμένη γλώσσα, εκδ. Μαύρη Λίστα, σελ. 24-26.

  14. Βλ. Ι. Μιχαηλίδης, Ο αγώνας των στατιστικών υπολογισμών του πληθυσμού της Μακεδονίας, εδώ

  15. Γ. Κορδάτος, όπου παραπάνω.

  16. Σ. Βούρη (1992), Εκπαίδευση και εθνικισμός στα Βαλκάνια, Η περίπτωση της Δυτικής Μακεδονίας 1870-1914, εκδόσεις Παρασκήνιο.

  17. Για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η προώθηση του ελληνικού, και του αντίστοιχου βουλγαρικού, επιχειρήματος στους αγρότες της Μακεδονίας βλ. Μ. Μαζάουερ (2002), Τα Βαλκάνια, εκδ. Πατάκη, σελ. 101-102 και Σ. Καράβας (2014) Μυστικά και παραμύθια από την ιστορία της Μακεδονίας, εκδ. Βιβλιόραμα σελ. 199-232, όπου ο συγγραφέας, μέσα από τον επίσημο λόγο Ελλήνων προξένων, στρατιωτικών ακόλουθων, στρατιωτικών, μακεδονομάχων, επιθεωρητών σχολείων, αρχιερατικών επιτρόπων και ανώτερων προξενικών υπαλλήλων, επιχειρεί να ανιχνεύσει τις αντιλήψεις, τους φόβους, τα συμφέροντα και τις συμπεριφορές των (βουβών πια) αγράμματων χωρικών.

  18. Απόδειξη αυτής της ανεπάρκειας αποτελεί η διαχείριση της από το βιβλίο του δασκάλου που συνοδεύει το σχολικό βιβλίο. Εκεί διαβάζουμε για κάποια «αδυναμία» να οριστεί ο ελληνισμός της Μακεδονίας με βάση τη γλώσσα, χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνηση της αδυναμίας τούτης (σελ. 114). Τα μισόλογα του δασκάλου (και του βιβλίου του) είναι ένας ασφαλής τρόπος για να πολλαπλασιάσουμε τα χασμουρητά των εντεκάχρονων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *