Laurence De Cock, Stéfanie Prezioso*
H Λέσχη αναδημοσιεύει την συνέντευξη που έδωσε η Laurence De Cock, στην Stéfanie Prezioso, στις 5 Οκτωβρίου 2026, σχετικά με την κοινωνική και πολιτική έκρηξη της νεολαίας, που παρακολουθούμε να εξελίσσεται αυτές τις μέρες στην Γαλλία.
Η Laurence De Cock, είναι ιστορικός και διδάκτωρ των Επιστημών της Αγωγής. Ασχολείται με θέματα διδασκαλίας της Ιστορίας καθώς και με τα πολιτικά διακυβεύματα του σχολικού θεσμού. Συγγραφέας , μεταξύ άλλων, του βιβλίου Δημόσιο Σχολείο και κοινωνική χειραφέτηση (2021),υπερασπίζεται μια εκπαίδευση, που θα δίνει στο μαθητή τα μέσα για να κατανοήσει την πραγματικότητα και να επιδράσει σε αυτήν.
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην πλατφόρμα Marx21.ch. Πρόκειται για μια πολιτική και εκπαιδευτική πλατφόρμα η οποία είναι αφιερωμένη στην ανάδειξη και την διάδοση των μαρξιστικών ιδεών στην Ελβετία και έχει ως σκοπό την κοινωνικό-πολιτική δράση. Σύμφωνα με την ομάδα των δημιουργών της, αποτελεί μία προσπάθεια να γεφυρωθεί η Κριτική Θεωρία με τον κοινωνικό και πολιτικό ακτιβισμό.
Σύμφωνα με τις μαθητικές οργανώσεις , η ημέρα της μεγάλης κινητοποίησης Τρίτη 6 Οκτωβρίου, – η επομένη αυτής της συνέντευξης-, συγκέντρωσε 450.000 άτομα σε ολόκληρη τη Γαλλία και 100.000 στο Παρίσι.

S.P. :Πώς θα χαρακτήριζες αυτό που συμβαίνει; Πρόκειται για την αρχή ενός μεγάλου κινήματος; Τι το καινούργιο υπάρχει σε σύγκριση με τις κινητοποιήσεις των μαθητών λυκείου και των εκπαιδευτικών των τελευταίων ετών;
LdC :Θα έλεγα ότι μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, περάσαμε από τις εξεγέρσεις σε ένα κίνημα. Πράγματι, εκδηλώθηκε ένα ξαφνικό ξέσπασμα που απλώθηκε γρήγορα, κάτι που χαρακτηρίζει τις λαϊκές εξεγέρσεις: μια σπίθα η οποία αναζωπυρώνει μια φωτιά που φαινομενικά είχε σβήσει και ξυπνά την συλλογική οργή. Η παρουσία των συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων μετέτρεψε εδώ και μερικές ημέρες, αυτό το ξέσπασμα σε κίνημα. Η ιστορική του μοναδικότητα είναι η ταχύτητα της εξάπλωσής του καθώς και η γεωγραφική του έκταση, αφού, ξεκινώντας από το Σεν-Σαιν-Ντενί (Seine-Saint-Denis), οι εξεγέρσεις αγγίζουν σήμερα το σύνολο της επικράτειας –συμπεριλαμβανομένων των υπερπόντιων εδαφών– τις αστικές και αγροτικές περιοχές, τις μικρές, μεσαίες και μεγάλες πόλεις. Μέσα σε λίγες μέρες, έγινε αδύνατο να δώσει κανείς ένα πορτρέτο του μαθητή ή της μαθήτριας που παίρνει μέρος στο κίνημα. Θα βρει κανείς όλα τα κοινωνικά προφίλ και θα ακούσει παρόμοια συνθήματα και διεκδικήσεις. Αυτό που γίνεται αμέσως αντιληπτό είναι κυρίως η αλληλεγγύη που αναπτύσσεται μεταξύ των μαθητών, όταν, για παράδειγμα, το περίφημο λύκειο Ερρίκος Δ’ (Henri IV) διεκδικεί κονδύλια για τα (υποβαθμισμένα) λύκεια του Σεν-Σαιν-Ντενί. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για μια υποκριτική στάση εντυπωσιασμού, όπως ισχυρίζονται οι γνωστοί αναλυτές των μεγάλων μέσων, αλλά εγώ προτιμώ, να διακρίνω μια κοινή επίγνωση της βίας που υφίσταται ολόκληρη η σημερινή νεολαία.
Για να εξηγήσουμε το πόσο γρήγορα εξαπλώθηκε η εξέγερση, το μυαλό μας πάει φυσικά στα κοινωνικά δίκτυα. Θα ήμουν όμως επιφυλακτική με αυτή την προσέγγιση, αφού τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπάρχουν εδώ και χρόνια, αλλά δεν προκαλούσαν πάντα τέτοια αποτελέσματα. Πιστεύω ότι οι μαθητές ζουν μέσα σε ένα διάχυτο κλίμα οργής, τόσο στις παρέες τους όσο και στο οικογενειακό τους περιβάλλον. Είναι αδύνατον να πιστέψουμε ότι οι γονείς τους δεν είχαν γίνει έξαλλοι, για παράδειγμα, με τον εφιαλτικό καύσωνα αυτού του καλοκαιριού που ταλαιπώρησε τα παιδιά τους. Παράλληλα, οι ίδιοι οι νέοι βλέπουν ξεκάθαρα τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γονείς τους λόγω της σημερινής ακρίβειας. Ολόκληρη η γαλλική κοινωνία βράζει, και αυτό αποτελεί το τέλειο εύφορο έδαφος για μια γενικευμένη ανάφλεξη. Οι μαθητές νιώθουν ότι έχουν τη στήριξη του κόσμου, και αυτό είναι κάτι που δίνει τεράστια δύναμη και αντοχή στο κίνημά τους.
Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τη συνέχεια. Ωστόσο, έχουν ήδη καταφέρει περισσότερα από όσα πετυχαίνουν συνήθως οι παραδοσιακές μορφές κινητοποιήσεων και τα συνδικάτα: ανάγκασαν την κυβέρνηση να πάρει πίσω την απόφαση για δίδακτρα στις ανώτερες τεχνικές σχολές (BTS), (που είναι τα αντίστοιχα γαλλικά Δημόσια ΙΕΚ), απέσπασαν εγγυήσεις για την άμεση αναπλήρωση των καθηγητών που λείπουν (κάτι που βέβαια είναι αδύνατον να τηρηθεί στην πράξη) και, ως άμεση συνέπεια, οδήγησαν τον Εμανουέλ Μακρόν στο να υποσχεθεί μείωση στις τιμές των καυσίμων. Αυτό το μπαράζ κυβερνητικών εξαγγελιών δείχνει ότι στην κυβέρνηση αντιλαμβάνονται πλήρως πόσο κρίσιμη είναι η κατάσταση και πόσο πιθανό είναι να ξεσπάσουν κι άλλα κοινωνικά στρώματα αν δεν γίνει κάτι άμεσα. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι και τα Κίτρινα Γιλέκα έχουν ήδη προαναγγείλει κινητοποιήσεις για τις 17 Οκτωβρίου και προετοιμάζονται.

S.P.: Η καταστολή απέναντι σε αυτούς τους νέους είναι υπερβολικά βίαιη, όπως φαίνεται ολοκάθαρα και από τα βίντεο που κυκλοφορούν. Πώς εξηγείται αυτή η αντίδραση από πλευράς του κράτους στην εποχή του Μακρόν; Και τι μας λέει για αυτό που ορισμένοι χαρακτηρίζουν ήδη ως «προετοιμασία του εδάφους» για την άνοδο της ακροδεξιάς στην εξουσία;
LdC : Αυτή η καταστολή ακολουθεί πιστά το δόγμα αστυνόμευσης που θεσπίστηκε με τον εργασιακό νόμο του 2016 – και μάλιστα επί σοσιαλιστικής κυβέρνησης. Άλλωστε, ακόμα και τότε, οι μαθητές λυκείου είχαν ξεσηκωθεί και είχαμε δει με τρόμο στις οθόνες μας αστυνομικούς να δέρνουν και να πνίγουν στα χημικά 15χρονα παιδιά στις καταλήψεις του Παρισιού. Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι βιώνουμε μια επιστροφή στην απροκάλυπτη αστυνομική βαρβαρότητα, μετά από μια μικρή ανάπαυλα στις δεκαετίες του ’90 (μετά τον θάνατο του Μαλίκ Ουσεκίν το 1986) και του 2000. Ο Εμμανουέλ Μακρόν επέκτεινε και ισχυροποίησε ακόμη περισσότερο αυτό το δόγμα, ειδικά επί των ημερών του σκληροπυρηνικού αστυνομικού διευθυντή Λαλεμάν (2019-2022). Σήμερα, ο κόσμος στη Γαλλία φοβάται να κατέβει στον δρόμο. Η αστυνομική βία έχει γίνει πια μόνιμο φαινόμενο, ακόμη και στις πιο ειρηνικές και παραδοσιακές πορείες, όπως αυτές της Πρωτομαγιάς. Αυτή η άγρια καταστολή συνοδεύεται πάντα από μια ενορχηστρωμένη εστίαση των συστημικών ΜΜΕ στα επεισόδια των διαδηλώσεων· δηλαδή, σχεδόν αποκλειστικά στις καταστροφές αστικού εξοπλισμού ή συμβόλων του άκρατου καπιταλισμού, όπως βλέπαμε και στην εποχή των Κίτρινων Γιλέκων (2018-2019): στα ΜακΝτόναλντς, τις τράπεζες και τα μαγαζιά πολυτελείας.

Ξέρουμε, επίσης, ότι ανάμεσά τους μπαίνουν και ασφαλίτες με πολιτικά, οι οποίοι αναλαμβάνουν να πυροδοτήσουν την ένταση. Τα πλάνα που παίζουν παντού δείχνουν μόνιμα “στημένα” σκηνικά τυφλών συγκρούσεων ανάμεσα σε οργισμένους πιτσιρικάδες και σε μια πάνοπλη αστυνομία, που τους κυνηγά ανελέητα και, σε κάποιες περιπτώσεις, φτάνει στο σημείο να τους πυροβολεί. Στην πραγματικότητα, βλέπουμε την αστυνομική βαρβαρότητα, που μέχρι τώρα περιοριζόταν στις υποβαθμισμένες γειτονιές, να επεκτείνεται παντού. Αυτή η στάση της αστυνομίας προκαλεί έντονη ανησυχία και δείχνει έναν έρποντα εκφασισμό. Οι νέοι στις λαϊκές συνοικίες και στα γκέτο το ζουν αυτό εδώ και χρόνια με τους ρατσιστικούς ελέγχους [έλεγχοι στη βάση των εξωτερικών χαρακτηριστικών του πολίτη (faciès)], πλέον όμως βλέπουμε να κακοποιείται άγρια το σύνολο της νεολαίας. Είναι η πλήρης εφαρμογή μιας ακροδεξιάς λογικής που θέλει να βάλει τη νεολαία “στο γύψο”, για να την ελέγξει και να της κάνει πλύση εγκεφάλου. Δεν πρόκειται για “άρνηση της παιδικής ηλικίας”, όπως γράφεται· αντίθετα, είναι μια προσπάθεια να χειραγωγήσουν τα παιδιά και να τα περιορίσουν στη μόνη θέση που θεωρούν ότι τους αξίζει: σε μια κατάσταση απόλυτης υποταγής που συνοδεύεται από στρατιωτικού τύπου καψόνια. Οι σοκαριστικές εικόνες από το Mantes-La-Jolie το 2018 αποτελούν το πιο ζωντανό σύμβολο: με τα όπλα στραμμένα πάνω τους, γονατιστοί με το πρόσωπο στον τοίχο, οι μαθητές του λυκείου περίμεναν ώρες ολόκληρες, ενώ οι αστυνομικοί τους χλεύαζαν.
Στο Hauts-de-Seine ο περιφερειακός αρχηγός της Αστυνομίας απευθύνθηκε στους γονείς με ένα ύφος καθαρά φασιστικό, που θυμίζει το δοσιλογικό καθεστώς του Πεταίν, ζητώντας τους να κρατήσουν τα παιδιά τους μακριά από τις πορείες: “Σας γράφω προσωπικά για να μοιραστώ μαζί σας δύο αρχές, τόσο με την ιδιότητά μου ως Περιφερειάρχης όσο και ως πατέρας”, αναφέρει, εστιάζοντας στην επιστολή του αποκλειστικά και μόνο σε “πράξεις τυφλής βίας”.
S.P. : Στα άρθρα σου στο Politis, περιγράφεις ένα σχολείο που «κατηγοριοποιεί, ξεδιαλέγει και διαχωρίζει» τους μαθητές – από το σύστημα Parcoursup (το γαλλικό «Μηχανογραφικό») μέχρι τον διαχωρισμό των τμημάτων ανάλογα με τις επιδόσεις. Οι μαθητές που κάνουν καταλήψεις ζητούν αρχικά πολύ πρακτικά πράγματα, όπως το να καλυφθούν τα κενά των καθηγητών. Βλέπεις πίσω από αυτά τα καθημερινά αιτήματα μια βαθύτερη συνειδητοποίηση αυτού του ταξικού φραγμού ή μήπως δεν πρέπει να τους προσάπτουμε μια πολιτικοποίηση που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει;
LdC: Οι μαθητές στις υποβαθμισμένες γειτονιές βιώνουν αυτήν την κατηγοριοποίηση στο ίδιο τους το πετσί. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την άθλια κτιριακή κατάσταση ορισμένων λυκείων: προκάτ αίθουσες που έγιναν μόνιμες ενώ προορίζονταν για προσωρινές, έλλειψη κουρτινών, παράθυρα που δεν κλείνουν, αρουραίοι, κατσαρίδες, τουαλέτες σε άθλια κατάσταση, σπασμένα ή ελάχιστα θρανία και καρέκλες, γυμνά καλώδια, νερά που τρέχουν από τις οροφές… Συχνά ακούγεται το επιχείρημα ότι τα σχολεία στις λεγόμενες «ζώνες εκπαιδευτικής προτεραιότητας» παίρνουν περισσότερα χρήματα, αλλά αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα. Σε εθνικό επίπεδο, λαμβάνουν όντως μια μεγαλύτερη κρατική επιχορήγηση, όμως αυτή υπολογίζεται αποκλειστικά με βάση τον αριθμό των μαθητών και τις ώρες διδασκαλίας. Δεν έχει καμία σχέση με τη συντήρηση των κτιρίων, η οποία αποτελεί ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Στην περιφέρεια του Παρισιού, η διοίκηση της Valérie Pécresse (από το δεξιό κόμμα των Ρεπουμπλικάνων) δίνει αφειδώς χρήμα στα ιδιωτικά και ελιτίστικα σχολεία, όπως καταγγέλλουν συνεχώς οι εκπρόσωποι της αριστεράς. Την ίδια ώρα, δεκάδες λύκεια στο υποβαθμισμένο Σεν-Σαιν-Ντενί ματώνουν για να βρουν κονδύλια ακόμα και για μια απλή επισκευή. Σαν να μην έφτανε αυτό, η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται τη μείωση του μαθητικού πληθυσμού για να συγχωνεύσει και να κλείσει τμήματα. Το να στοιβάζονται μαθητές σε υπερπλήρεις τάξεις μέσα σε μια φτωχογειτονιά κάνει τη μάθηση ασύγκριτα πιο δύσκολη απ’ ό,τι στις πλούσιες, αστικές περιοχές. Τέλος, οι συνθήκες είναι τόσο αντίξοες που ακόμα και οι καθηγητές λυγίζουν και παθαίνουν burnout. Οι μαθητές βλέπουν καθαρά ότι όλοι προσπαθούν να φύγουν τρέχοντας από τα σχολεία τους. Ίσως να μην έχουν μια συγκροτημένη πολιτική ιδεολογία με τη θεωρητική έννοια, αλλά πολιτικοποιούνται στην πράξη, μέσα στην ίδια την πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί καταλαβαίνουν ότι η μόνη εξήγηση για την περιθωριοποίησή τους είναι ο συστημικός ρατσισμός και η ταξική περιφρόνηση.

Όταν ξεσπούν εξεγέρσεις, ανοίγει πάντα η κουβέντα για το αν είναι πολιτικοποιημένες ή όχι. Το 2005 μάλιστα, το θέμα αυτό είχε προκαλέσει έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στους κοινωνιολόγους. Για μένα, που έχω ζήσει δεκαέξι χρόνια στις υποβαθμισμένες γειτονιές και διδάσκω εδώ και πάρα πολύ καιρό, αυτή είναι μια εντελώς λάθος βάση για να συζητάμε. Το μόνο που κάνουμε είναι να προβάλλουμε τα δικά μας, ξεπερασμένα μοντέλα πολιτικής σκέψης, προσπαθώντας να μετρήσουμε αν οι νέοι “πληρούν τα κριτήρια” ή όχι. Ξεχνάμε όμως ότι τα παιδιά δεν μιλάνε τη δική μας γλώσσα και έχουν τα δικά τους εργαλεία για να ερμηνεύουν τον κόσμο. Δεν ιεραρχούν τα πράγματα όπως εμείς· εκφράζονται με το σώμα τους (μέσα από τον χορό ή τις μάχες για το ποιος έχει τη μεγαλύτερη “αύρα” και επιρροή), με τη μουσική, με το χιούμορ τους. Πάνω απ’ όλα, η παρέα των συνομηλίκων είναι το κατεξοχήν εργαστήρι παραγωγής πολιτικής σκέψης. Οι έφηβοι σχολιάζουν ασταμάτητα όσα βιώνουν, εξοργίζονται, κλαίνε, φωνάζουν, τσακώνονται και συζητούν για τα πάντα – και όχι μόνο στα κοινωνικά δίκτυα. Οι κινητοποιήσεις λειτουργούν σαν επιταχυντής για όλα αυτά, δημιουργώντας στιγμές βαθιάς και έντονης πολιτικοποίησης. Αυτό ακριβώς είναι που αδυνατούν να καταλάβουν οι τηλεοπτικοί σχολιαστές, οι οποίοι βγαίνουν και ειρωνεύονται το “μπάχαλο” και την ασυνάρτητη φύση των μαθητικών αιτημάτων. Πρέπει να είναι κανείς εντελώς άσχετος με τους εφήβους για να τα λέει αυτά.
S.P. : Ως ιστορικός της εκπαίδευσης, πώς θα τοποθετούσες αυτή την κινητοποίηση σε σχέση με τα μεγάλα μαθητικά κινήματα του παρελθόντος, όπως του 1986, του 2005, του 2010 ή του 2018 ενάντια στο Parcoursup (το γαλλικό «Μηχανογραφικό»); Τι ήταν αυτό που οδήγησε εκείνους τους αγώνες στη νίκη ή στην ήττα;
LdC: Το κοινό χαρακτηριστικό σε όλα τα μαθητικά κινήματα είναι η δυσκολία τους να αναγνωριστούν ως σοβαρά κοινωνικά κινήματα. Αυτό συμβαίνει επειδή στην πατρίδα μας υπάρχει μια βαθιά περιφρόνηση και απαξίωση προς τη νεολαία, την οποία πάντα αντιμετωπίζουν σαν ανώριμη. Οι μαθητές δέχονται μόνιμα τα πυρά και την ειρωνεία των ΜΜΕ. Κοροϊδεύουν τον τρόπο που μιλάνε, υποτιμούν τα αιτήματά τους και τους παρουσιάζουν ως υποκινούμενους. Το 2010, για παράδειγμα, το μαθητικό κίνημα ενώθηκε με τις κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό, και οι συστημικοί σχολιαστές κορόιδευαν, λέγοντας: “μα καλά, παιδιά που δεν έχουν κολλήσει ούτε ένα ένσημο, βγήκαν στον δρόμο για τις συντάξεις των γερόντων;”. Γενικά, δεν υπάρχει ίχνος κατανόησης και γενναιοδωρίας απέναντι στους νέους αυτής της χώρας και ακόμα περισσότερο απέναντι στα παιδιά των υποβαθμισμένων γειτονιών. Αυτό φάνηκε καθαρά στις εξεγέρσεις του 2005, όπου ξέσπασε ένα απίστευτο ρατσιστικό παραλήρημα, το ίδιο ακριβώς που ζήσαμε είκοσι χρόνια μετά, με τη δολοφονία του 17χρονου Nahel από αστυνομικό στη Nanterre. Ο ρατσισμός είναι μερικές φορές τόσο ισχυρός, που ο θάνατος ενός παιδιού δεν συγκινεί πλέον σχεδόν κανέναν.
Από εκεί και πέρα, κάθε κίνημα έχει τη δική του ιστορία. Το 1986, ενάντια στον νόμο Devaquet, ξεσηκώθηκαν πρώτα οι φοιτητές ενάντια στα σχέδια για την επιβολή ταξικών φραγμών και αποκλεισμών στα πανεπιστήμια. Στην πορεία ενώθηκαν μαζί τους οι μαθητές λυκείου, ακόμα και γυμνασίου. Τότε συνέβη η δολοφονία του Μαλίκ Ουσεκίν από την αστυνομία, η οποία πυροδότησε ένα τεράστιο, οργανωμένο και πανίσχυρο αντιρατσιστικό κίνημα. Μπροστά σε αυτό το καθολικό μέτωπο, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να υποχωρήσει άτακτα.
Το 1990, ένα άλλο πολύ δυνατό μαθητικό κίνημα ανάγκασε το κράτος να ρίξει τεράστια κονδύλια στην παιδεία. Τα αιτήματά τους έμοιαζαν πολύ με τα σημερινά και στους δρόμους κατέβηκαν πάνω από 200.000 νέοι. Τότε κυβερνούσαν οι Σοσιαλιστές· ο Mitterrand δέχτηκε ο ίδιος τους μαθητές, παρακάμπτοντας τον Πρωθυπουργό του, Michel Rocard. Το ποιο κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση είναι μια παράμετρος που δεν πρέπει να παραβλέπουμε.
Αντίθετα, οι κινητοποιήσεις ενάντια στο Parcoursup (κατηγοριοποίηση των υποψηφίων) ήταν τελικά αρκετά αδύναμες. Κατά τη γνώμη μου, αυτό συνέβη επειδή έλειψε η μαζική στήριξη των ίδιων των πανεπιστημιακών, πράγμα ολέθριο. Στην πραγματικότητα, πολλοί καθηγητές πανεπιστημίου συμβιβάστηκαν με την ιδέα ότι οι αποκλεισμοί στο πρώτο έτος δεν ήταν και τόσο κακό πράγμα. Με το πρόσχημα ότι πολλοί φοιτητές αποτυγχάνουν στο πρώτο έτος, παρουσίασαν αυτό το μέτρο σαν μια δήθεν κοινωνική δικαιοσύνη, που υποτίθεται ότι προστατεύει τα παιδιά από το να χάσουν τη χρονιά τους. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, πρόδωσαν την ιδέα της ελεύθερης πρόσβασης στο πανεπιστήμιο και αποδέχτηκαν ότι η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και όρους αγοράς. Αντί να απαιτήσουν χρηματοδότηση, να δημιουργήσουν γέφυρες και να βρουν συμπεριληπτικές μεθόδους για τα παιδιά των φτωχότερων τάξεων, προτίμησαν να τα πετάξουν έξω. Έτσι, οι μαθητές και οι καθηγητές των λυκείων έμειναν απελπιστικά μόνοι. Κι αυτό είναι ένα άλλο βασικό κριτήριο για να πετύχει ένας αγώνας: η ικανότητά του να συσπειρώνει γύρω του την αλληλεγγύη και άλλων εργασιακών κλάδων.
Είναι βέβαια αυτονόητο ότι ο άγριος περιορισμός του δικαιώματος στη διαδήλωση που επέβαλε ο Emmanuel Macron, η αστυνομική βαρύτητα και οι απανωτές ήττες των προηγούμενων κοινωνικών αγώνων λειτουργούν αποτρεπτικά για πολύ κόσμο. Παρόλο που ξέρουμε καλά ότι η οργή σιγοβράζει.
Νομίζω ότι το τωρινό κίνημα ξεκινά με τρομερή δυναμική και υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για να απλωθεί και να μην ξεφουσκώσει γρήγορα. Χρειάζονται όμως, πράγματι, ορισμένες προϋποθέσεις: Πρώτον, η έμπρακτη στήριξη των γονιών και η μόνιμη φυσική παρουσία των ενηλίκων στο πλευρό των παιδιών στους δρόμους. Δεύτερον, οι πολιτικές οργανώσεις και τα συνδικάτα να «μπουν» κι αυτοί στις κινητοποιήσεις, κρατώντας όμως μια σωστή, διακριτική απόσταση. Πρέπει να προσέξουν να μην καπελώσουν τα αιτήματα των μαθητών για να κάνουν μικροκομματική μικροπολιτική ή “ψηφοθηρία”· οφείλουν να αφήσουν τη νεολαία να τους πλησιάσει αυτόνομα, χωρίς να βγαίνουν μπροστά ως αυτόκλητοι εκπρόσωποί της. Αυτό είναι ένα συχνό λάθος που, σε μια εποχή που ο κόσμος είναι βαθιά καχύποπτος με την πολιτική, φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα. Το στοίχημα είναι να συνδέσουμε τα διαφορετικά μέτωπα, να λειτουργήσουν συμπληρωματικά και να χτίσουμε τις απαραίτητες συμμαχίες. Πρέπει να βρεθούμε, να μιλήσουμε και να συντονιστούμε για να μεγαλώσει το κίνημα. Το φαντάζομαι σαν μια απέραντη αλυσίδα αλληλεγγύης, όπου ο κάθε κλάδος θα διατηρεί την αυτονομία του και θα επιλέγει τον δικό του τρόπο δράσης.»
S.P. : Η μελέτη σου πάνω στο έργο του Σελεστέν και της Ελίζ Φρενέ (Freinet) αναδεικνύει μια παιδαγωγική μέθοδο όπου οι μαθητές αυτοοργανώνονται, συζητούν και παίρνουν αποφάσεις συλλογικά. Πιστεύεις ότι οι σημερινές μαθητικές συνελεύσεις και οι καταλήψεις αποτελούν, με τον τρόπο τους, μια μορφή πολιτικής παιδείας την οποία το επίσημο κράτος αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει;
LdC: Οι μαθητές της Élise και του Célestin Freinet ήταν πολύ μικρότεροι σε ηλικία, αλλά υπάρχει πράγματι στην παιδαγωγική Freinet μια πολιτική σκέψη που ξεκινά από την εμπιστοσύνη που δείχνουμε στα παιδιά και τη μέριμνα να τα εκπαιδεύσουμε στη δημοκρατική πρακτική.

Σήμερα είμαστε μακριά από αυτό, επειδή το εκπαιδευτικό σύστημα είναι εντελώς διχασμένο, έως και σχιζοφρενικό, πάνω σε αυτό το θέμα. Από τη μία πλευρά, πολλαπλασιάζει τα κείμενα για την αναγκαιότητα της καλλιέργειας της κριτικής σκέψης και για την ενθάρρυνση της ενεργής συμμετοχής των μαθητών· από την άλλη, τιμωρεί κάθε σκέψη που ξεφεύγει από τα όρια, δημιουργεί προγράμματα σπουδών ανεφάρμοστα που δεν αφήνουν περιθώριο να πάρει κανείς ανάσα, και παρασύρει τους μαθητές σε έναν αδιάκοπο αγώνα δρόμου για τη σχολική επιτυχία, ο οποίος δεν ευνοεί την ανάπτυξη συλλογικών προβληματισμών και προτάσεων. Επιπλέον –και οι μαθητές/τριες το επισημαίνουν όλοι– δεν υπάρχει κανένας πραγματικός χώρος συζήτησης που να προορίζεται αποκλειστικά για τους μαθητές.
Τα CVL (συμβούλια μαθητικής ζωής) δεν στερούνται ενδιαφέροντος, αλλά συχνά υπάρχει η παρουσία ενηλίκων, συνεδριάζουν σπάνια και δεν έχουν καμία αποφασιστική εξουσία. Είναι μια διαδικασία ρουτίνας και λίγοι μαθητές λυκείου συμμετέχουν σε αυτά. Στα διοικητικά συμβούλια των λυκείων, το ενδιαφέρον που δείχνεται προς τους εκπροσώπους των μαθητών ,εξαρτάται από τον διευθυντή του σχολείου. Χωροταξικά, πέρα από μία αίθουσα για τους μαθητές (η οποία δεν υπάρχει πάντα), δεν υπάρχει κανένας χώρος αφιερωμένος στη δημοκρατική πρακτική, και τα ωράρια είναι τόσο πιεστικά που οι νέοι περιμένουν μόνο ένα πράγμα: να γυρίσουν σπίτι τους. Τα λύκεια δεν είναι χώροι ζωής και αυτό είναι ένα τεράστιο ζήτημα που πρέπει να αναδείξουμε.
Είναι επομένως λογικό οι μαθητές να αναζητούν άλλους χώρους και τρόπους οργάνωσης. Η κατάληψη έχει γίνει η πιο κοινή δράση. Είναι αναμφίβολα ένας τρόπος να επιβληθούν ως οι κύριοι του χώρου, γεγονός που λέει πολλά για τον αποκλεισμό τους. Καταλαμβάνουν τον χώρο της γνώσης (τον χώρο παραγωγής, επομένως) και αποφασίζουν ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει· πρόκειται για μια κατάληψη της εξουσίας και την ανατροπή ενός συσχετισμού δύναμης ανάμεσα σε ενήλικες και μαθητές. Ενεργώντας έτσι, ανοίγουν επίσης το λύκειο προς τα έξω, συζητούν με τους περαστικούς, καταλαμβάνουν τον δρόμο, άρα τον δημόσιο χώρο. Έτσι, η κατάληψη είναι επίσης ένας τρόπος να στρέψουν το λύκειο προς έναν ελεύθερο χώρο, τον δρόμο, και να διαρρήξουν τους δεσμούς με τη λογική του «ναού της γνώσης». Αυτό, επίσης, είναι απόλυτα συμβατό με τη φιλοσοφία του Φρενέ.
S.P. : Έχεις γράψει ότι πρέπει «να αλλάξουμε το επάγγελμα για να μη χρειάζεται να αλλάζουμε επάγγελμα», αναφερόμενη σε έναν κλάδο εκπαιδευτικών που έχει υποβαθμιστεί, υπο-αμείβεται και εγκαταλείπεται από τους λειτουργούς του. Το κοινό μισθολόγιο βάσει του οποίου αμείβονται όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχει «παγώσει» από το 2023, και η κυβέρνηση μόλις ανακοίνωσε ότι θα παραμείνει παγωμένο και το 2027. Με τον πληθωρισμό να καλπάζει, αυτό ισοδυναμεί με μια διαρκή μείωση του πραγματικού μισθού χρόνο με τον χρόνο. Η απεργία της 29ης Σεπτεμβρίου ήταν μια απλή μάχη για τις αποδοχές; Ή μήπως εξέφραζε κάτι πολύ βαθύτερο για το τι περιμένουν σήμερα από το κράτος οι εκπαιδευτικοί, οι εργαζόμενοι και οι πολίτες που χρησιμοποιούν τις δημόσιες υπηρεσίες;
LdC: Το οικονομικό ζήτημα είναι αναμφισβήτητα κεντρικό, αλλά δεν αποτελεί τη μοναδική προϋπόθεση για τη ριζική αλλαγή του επαγγέλματος που οραματίζομαι. Ο κλάδος μας, όπως και κάθε δημόσια υπηρεσία, έχει διαβρωθεί από τη νεοφιλελεύθερη λογική και το λεγόμενο “New Public Management” (NPM) (την ιδιωτικοοικονομική διοίκηση του δημόσιου τομέα). Όπως επισημαίνει και ο ερευνητής Frédéric Grimaud, βιώνουμε μια “προλεταριοποίηση” του επαγγέλματός μας. Αυτό δεν αφορά μόνο το βιοτικό μας επίπεδο, αλλά την ίδια τη φύση της αποστολής μας. Αυτό το μοντέλο διοίκησης (NPM) αφαιρεί από τους εκπαιδευτικούς την επιστημονική τους επάρκεια και εξειδίκευση. Κάποιοι τεχνοκράτες άλλωστε, πίσω από γραφεία δημιουργούν συνεχώς “φόρμες αξιολόγησης” για να ελέγχουν τα πάντα, να εξορθολογίζουν το κόστος και να μετρούν την αποτελεσματικότητα με ψυχρούς αριθμούς.
Ακριβώς όπως στα νοσοκομεία μειώνουν τον χρόνο που αφιερώνεται στη φροντίδα του ασθενούς, έτσι και το σχολείο περιορίζει τον χρόνο που δίνεται στα παιδιά – τόσο ως ξεχωριστές προσωπικότητες όσο και ως μέλη μιας συλλογικότητας, που είναι η σχολική τάξη. Όλη η ουσία της δουλειάς του δασκάλου είναι μια διαρκής ισορροπία ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό. Αντί γι’ αυτό, το τεχνοκρατικό μάνατζμεντ διαλύει κάθε έννοια συλλογικότητας, τόσο στους καθηγητές όσο και στους μαθητές· μετατρέπει τον εκπαιδευτικό σε έναν απλό διεκπεραιωτή μιας προαποφασισμένης εργασίας, η οποία υπηρετεί την κατηγοριοποίηση των μαθητών, βαφτισμένη για την περίσταση ως “εξατομικευμένη υποστήριξη”. Πολλοί συνάδελφοι διάλεξαν αυτό το επάγγελμα επειδή ήθελαν να προσφέρουν “κοινωνικό έργο” –μια έκφραση που ακούγεται πολύ συχνά– και πλέον δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα σε ένα σύστημα που τους ζητά απλώς να είναι “χρήσιμοι” με όρους αγοράς.
Η απεργία της 29ης Σεπτεμβρίου ήταν απολύτως αναγκαία και αποτελούσε χρέος των συνδικάτων. Πρέπει να συνεχίσουμε να διεκδικούμε τα αυτονόητα, αλλά παράλληλα οφείλουμε να ανοίξουμε μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για το τι σημαίνει να είσαι εκπαιδευτικός σήμερα, επιμορφώνοντας τους συναδέλφους πάνω σε αυτά τα ζητήματα.
S.P.: Στο βιβλίο σου Δημόσιο σχολείο και κοινωνική χειραφέτηση, υποστηρίζεις ένα σχολείο που διαπλάθει ανθρώπους ικανούς να κατανοήσουν και να αλλάξουν τον κόσμο. Τι συμβαίνει, όμως, όταν οι ίδιοι οι μαθητές παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους και ξεσηκώνονται, έχοντας στο πλευρό τους τους καθηγητές τους;
LdC: Σε αυτό το βιβλίο (το οποίο, παρεμπιπτόντως, θα κυκλοφορήσει επικαιροποιημένο σε νέα έκδοση τον ερχόμενο Ιανουάριο), υπερασπίζομαι κυρίως την ιδέα ότι η χειραφέτηση αποτελεί τη μοναδική προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη δημοκρατία και για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου. Ο εκπαιδευτικός δεν είναι ούτε γκουρού, ούτε πρότυπο, ούτε φυσικά ομότιμος του μαθητή. Είναι εκείνος —ή κυρίως, εκείνη— που λειτουργεί ως καταλύτης στη διαδικασία της χειραφέτησης, προσφέροντας γνώση. Μαθητές που κινητοποιούνται δίπλα στους δασκάλους τους από έναν απλό πολιτικό μιμητισμό, ελάχιστα ελεύθεροι μπορούν να θεωρηθούν. Το αντίστροφο είναι που έχει ενδιαφέρον: όταν δηλαδή οι συνάδελφοι ενώνονται με τους νέους.
Επιμένω σε αυτό το σημείο, γιατί η κυβέρνηση στοχοποιεί όλο και περισσότερο τους στρατευμένους εκπαιδευτικούς —τους περίφημους «ισλαμο-αριστερούς»— κατηγορώντας τους ότι χειραγωγούν τα παιδιά. Πρόκειται για μια κατηγορία που αντιμετώπισε και το ζεύγος Freinet πριν από σχεδόν έναν αιώνα. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να συγκαλύψει τη δική της, μοναδική στην πραγματικότητα, προσπάθεια δημόσιας χειραγώγησης. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι οφείλουμε κι εμείς να αναλογιστούμε τη θέση εξουσίας που κατέχουμε μέσα στον θεσμό του σχολείου.
Ο Paulo Freire, ο σπουδαίος Βραζιλιάνος παιδαγωγός και συγγραφέας του εμβληματικού έργου «Η παιδαγωγική των καταπιεσμένων», μας είχε προειδοποιήσει για αυτή τη σχέση κυριαρχίας ανάμεσα σε δάσκαλο και μαθητή. Συχνά τον αντιμετωπίζουμε μόνο ως τον θεωρητικό της συνειδητοποίησης των ίδιων των καταπιεσμένων, ξεχνάμε όμως ότι αυτή η διαδικασία αφορά εξίσου και τον κυρίαρχο. Αυτός ο βαθύς αναστοχασμός πάνω στην παιδαγωγική σχέση είναι θεμελιώδης, γιατί αποτελεί το απαραίτητο θεμέλιο για τη χειραφέτηση. Κι αυτή η χειραφέτηση κρύβει πάντα ένα ρίσκο: το να μη σκέφτεται ο μαθητής σαν εμάς, αλλά να αναπτύξει τη δική του, αυτόνομη σκέψη. Νομίζω ότι αυτός είναι ο πιο όμορφος ορισμός του συνειδητοποιημένου, σκεπτόμενου πολίτη.

S.P.: Στα πρόσφατα άρθρα σου μιλάς για ένα σχολείο «πειθαρχημένο και υποταγμένο» και ζητάς να το μετατρέψουμε σε έναν «κοινό ορίζοντα». Λίγους μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές, και με την ακροδεξιά να βρίσκεται μια ανάσα από την εξουσία, ποιο όραμα για την παιδεία θα έπρεπε να προτάξουν η αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα για να πάψουν να αμύνονται;
LdC: Πρέπει πρώτα απ’ όλα να το πάρουμε απόφαση: το σχολείο είναι ένα ζήτημα καθαρά πολιτικό. Πρέπει να τελειώνουμε με την αυταπάτη ότι η εκπαίδευση μπορεί να τους έχει όλους ικανοποιημένους, απλώς και μόνο επειδή απευθύνεται σε παιδιά. Το όραμα του δημόσιου, δημοκρατικού σχολείου γεννήθηκε μέσα από τη Γαλλική Επανάσταση, και αυτό κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι. Το πώς διαπαιδαγωγούμε τη νέα γενιά είναι ένα θέμα που αναγκαστικά διχάζει, γιατί εκεί κρίνεται το μέλλον της κοινωνίας. Υπάρχει, αλήθεια, πιο πολιτικό ερώτημα από αυτό;
Από τη στιγμή που το αποδεχόμαστε αυτό, νομίζω ότι πρέπει να πιάσουμε το νήμα από την ανάποδη: Ποια κοινωνία θέλουμε; Και ποιο σχολείο θα μας βοηθήσει να τη χτίσουμε;
Το όραμα μιας ανατρεπτικής αριστεράς είναι μια κοινωνία δίκαιη, ισότιμη, απέναντι σε κάθε μορφή διάκρισης, ελεύθερη από εξαρτήσεις και αλλοτριώσεις, ειρηνική και με βαθιά φροντίδα για τον πλανήτη και τη φύση. Αυτό αποτελεί ένα εξαιρετικό υπόβαθρο για να αναθεωρήσουμε το πρόγραμμα σπουδών και να ξανακάνουμε το δημόσιο σχολείο έναν χώρο που αξίζει και λαχταρά κανείς να ζει.
Ταυτόχρονα, οφείλουμε να αποδομήσουμε το ολέθριο, αυταρχικό, ρατσιστικό και γεμάτο αποκλεισμούς σχέδιο της ακροδεξιάς, προτάσσοντας το δικό μας κοινό όραμα για ένα ριζικά αναγεννημένο δημόσιο σχολείο.
Τα παιδιά στα λύκεια έχουν αρχίσει ήδη να το περιγράφουν με τα δικά τους λόγια· ανοίγουν δρόμους, κι εμείς δεν έχουμε παρά να τους ακολουθήσουμε.
*Μετάφραση: Παυλίνα Νικολοπούλου
*Αναδημοσίευση από: https://marx21.ch/france-la-colere-sociale-de-la-jeunesse-lyceenne/
Ημερομηνία δημοσίευσης: 5 Οκτωβρίου 2026

