Όταν η πρόληψη μετατρέπεται σε καθεστώς καχυποψίας

Δ.Α.

Η είδηση ότι το Υπουργείο Παιδείας εξετάζει την καθιέρωση υποχρεωτικού ψυχιατρικού ελέγχου κάθε τρία χρόνια για όλους τους μόνιμους εκπαιδευτικούς παρουσιάζεται ως απάντηση σε ένα σοβαρό περιστατικό σε Γυμνάσιο Σερρών.

Η προστασία των μαθητών είναι υποχρέωση της πολιτείας. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει μέριμνα, αλλά πώς. Και εδώ το προτεινόμενο μέτρο εγείρει σοβαρά προβλήματα.

Πρώτον, επιστημονικά προβλήματα. Η σύγχρονη ψυχιατρική δεν διαθέτει έγκυρα και αξιόπιστα εργαλεία για μαζικούς, επαναλαμβανόμενους προληπτικούς ελέγχους “καταλληλότητας”. Η επιστημονική βιβλιογραφία αναγνωρίζει ότι η πρόβλεψη επικίνδυνης συμπεριφοράς είναι πιθανολογική, δυναμική που εξαρτάται από το πλαίσιο, και αναξιόπιστη σε ατομικό επίπεδο, ενώ καμία ψυχιατρική διάγνωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως λειτουργική ή επαγγελματική ανικανότητα.

Η ψυχική υγεία νοείται διαστασιακά και όχι με δυαδικούς όρους “ικανός / ανίκανος”, ούτε προβλέπεται με διοικητικά πιστοποιητικά. Η εξίσωση ψυχικής νόσου και επικινδυνότητας δεν είναι απλώς λανθασμένη, είναι επιστημονικά ξεπερασμένη.

Δεύτερον, θεσμικά και εργασιακά προβλήματα. Το μέτρο μετατρέπει ένα ολόκληρο επάγγελμα σε κατηγορία υπό διαρκή επιτήρηση. Αντιστρέφει το τεκμήριο της επαγγελματικής επάρκειας: ο εκπαιδευτικός καλείται περιοδικά να αποδεικνύει ότι δεν είναι ακατάλληλος. Η παραπομπή σε «ειδική επιτροπή» χωρίς σαφή, διαφανή και ελέγξιμα κριτήρια ανοίγει τον δρόμο για αυθαιρεσία, στιγματισμό και υποβάθμιση χωρίς πειθαρχική διαδικασία.

Τρίτον, διεθνώς και συγκριτικά, το προτεινόμενο μέτρο αποτελεί θεσμική εξαίρεση. Δεν εφαρμόζεται σε καμία χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά ή την Αυστραλία. Η διεθνής πρακτική είναι σαφής: υπάρχει ιατρικός ή ψυχολογικός έλεγχος κατά την πρόσληψη και, ενδεχομένως, στοχευμένη παρέμβαση κατόπιν συγκεκριμένων ενδείξεων ή σοβαρών περιστατικών. Όχι όμως καθολικός και περιοδικός ψυχιατρικός έλεγχος όλων των εν ενεργεία εκπαιδευτικών.

Ακόμη και σε επαγγέλματα υψηλού κινδύνου και ευθύνης, όπως η αστυνομία και τα σώματα ασφαλείας που φέρουν όπλο, δεν προβλέπεται οριζόντια, επαναλαμβανόμενη ψυχιατρική επιτήρηση του συνόλου του προσωπικού.

Η απουσία διεθνούς προηγούμενου δεν είναι λεπτομέρεια· είναι ένδειξη θεσμικής προβληματικότητας.

Τέταρτον, δεοντολογικά και κοινωνικά προβλήματα. Ένα τέτοιο μέτρο δεν είναι ουδέτερο ως προς τις συμπεριφορές που παράγει. Ενισχύει το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία και δημιουργεί ισχυρά αντικίνητρα για τους εκπαιδευτικούς να αναζητούν έγκαιρα βοήθεια. Όταν η ψυχιατρική αξιολόγηση συνδέεται με έλεγχο, υπηρεσιακές συνέπειες ή ενδεχόμενη απομάκρυνση από την τάξη, η προβλέψιμη αντίδραση δεν είναι η πρόληψη αλλά η σιωπή, η απόκρυψη και η αποφυγή επαφής με υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

Με αυτόν τον τρόπο, το μέτρο παράγει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που διακηρύσσει: αποδυναμώνει την έγκαιρη παρέμβαση, δυσχεραίνει τη θεραπευτική σχέση και μετατρέπει τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας από φορείς στήριξης σε φορείς επιτήρησης. Όταν ο/η ψυχίατρος λειτουργεί ως προέκταση του διοικητικού ελέγχου, η πολιτεία δεν προλαμβάνει τον κίνδυνο· τον μεταθέτει στο σκοτάδι, εκεί όπου είναι δυσκολότερο να εντοπιστεί και να αντιμετωπιστεί.

Η πολιτική διάσταση είναι πολύ σημαντική. Η γενίκευση ενός μεμονωμένου ή αδιευκρίνιστου περιστατικού σε οριζόντιο έλεγχο 130.000 εκπαιδευτικών αποκαλύπτει μια βαθύτερη λογική: τη μετατόπιση από την κοινωνική πρόληψη στην πειθαρχική διαχείριση. Αντί η κυβέρνηση να επενδύσει σε δημόσιες δομές ψυχικής υγείας, σε σχολικούς ψυχολόγους, σε κοινωνική στήριξη και σε αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, επιλέγει τη φθηνότερη και επικοινωνιακά βολική λύση: τον έλεγχο των ίδιων των εργαζομένων.

Πρόκειται για μια κλασική νεοφιλελεύθερη αντιστροφή ευθύνης. Η πολιτεία αποσύρεται από τη συλλογική της υποχρέωση να στηρίζει το δημόσιο σχολείο και μεταφέρει το βάρος της «επικινδυνότητας» στο άτομο. Το πρόβλημα δεν είναι η υποστελέχωση, η εξουθένωση, η διάλυση των υποστηρικτικών δομών· είναι, υποτίθεται, η ψυχική κατάσταση του εκπαιδευτικού.

Δεν πρόκειται για πολιτική πρόληψης, αλλά για πολιτική πειθάρχησης. Για ένα κράτος που αντί να προστατεύει τους εργαζόμενους της δημόσιας εκπαίδευσης, τους αντιμετωπίζει ως εν δυνάμει απειλή. Και αυτό δεν είναι τυχαίο: η καχυποψία απέναντι στους δημόσιους λειτουργούς, και ιδιαίτερα στους εκπαιδευτικούς, είναι διαχρονικό μοτίβο όταν το κράτος αδυνατεί ή δεν θέλει να επενδύσει στο κοινωνικό κράτος.

Η πολιτεία οφείλει να προστατεύει τους μαθητές. Οφείλει όμως εξίσου να προστατεύει τη λογική, την επιστήμη και τα θεσμικά όρια. Η μαζική ψυχιατρικοποίηση ενός επαγγέλματος δεν είναι πρόληψη· είναι καθεστώς πειθάρχησης.

Η ουσιαστική προστασία των μαθητών δεν επιτυγχάνεται με μαζικές βεβαιώσεις και επιτροπές καταλληλότητας. Επιτυγχάνεται με:

1. ενίσχυση των σχολικών δομών ψυχικής υγείας,

2. υποστήριξη των εκπαιδευτικών που βιώνουν επαγγελματική εξουθένωση,

3. σαφείς και δίκαιες διαδικασίες παρέμβασης όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις,

4. μια κουλτούρα εμπιστοσύνης, όχι καχυποψίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *