Έφη Μπακογιάννη
Και φθάνει ο Νοέμβρης! Και νιώθεις τυχερός αν είσαι δάσκαλος και σου δόθηκε η προετοιμασία της γιορτής του Πολυτεχνείου! Γιατί όλα τα παιδιά χαίρονται και απολαμβάνουν περισσότερο τη σχολική γιορτή του Πολυτεχνείου; Γιατί υπάρχει τέτοια πόλωση για τη συγκεκριμένη επέτειο;Γιατί υπάρχουν γονείς, τα τελευταία χρόνια περισσότεροι, που αρνούνται να στείλουν τα παιδιά τους σε αυτή την επέτειο; Γιατί τα τελευταία χρόνια παραχαράσσεται η ιστορία της επταετίας;Πώς έφτασε άραγε αυτός ο λαός που διεκδίκησε τη δημοκρατία του να υποβαθμίζει την εξέγερση; Γιατί αυτός ο λαός δεν αντιδρά όταν υπάρχουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι που σε δημόσια σφαίρα αρνούνται την ύπαρξη νεκρών του Πολυτεχνείου;
Δεν θα προσπαθήσουμε σε αυτό το βήμα λόγου να δώσουμε απαντήσεις απλά θέτουμε τους προβληματισμούς μας ως δάσκαλοι που πιστεύουμε ακόμα ότι η εκπαίδευση είναι η απάντηση και η λύση σε όλη αυτή τη σαπίλα που οδηγείται η κοινωνία, στην επώαση του αυγού του φιδιού και φυσικά στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης.
Δυστυχώς, μπορούμε να περιγράψουμε με δυο λόγια όσα ακούμε, βλέπουμε και βιώνουμε καθημερινά. Ζούμε τη στρατηγική εξόντωση των ανθρώπινων αξιών και την απομόνωση του ατόμου.
Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου.(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένηΤώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου. Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου. Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω;(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω. Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσωΠου ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνειΔρασκελώντας τη μια άκρη ώς την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σουΜπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικάΑναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.
Γράφει ο Μανόλης Αναγνωστάκης στο εμβληματικό ποίημά του Το Σκάκι το 1954, στην πιο συγκλονιστική αλληγορία για την πολιτική και υπαρξιακή διάψευση της μεταπολεμικής γενιάς. Ο τρελός συμβολίζει τον αντικομφορμιστή, τον ελεύθερο άνθρωπο που αρνείται να ακολουθήσει το σύστημα, κινείται απρόβλεπτα σε μια ατέρμονη παρτίδα που δείχνει ότι ο αγώνας έχει υπαρξιακά αδιέξοδα χωρίς οριστικό νικητή ή ηττημένο.
Τρελοί φάνταζαν και τότε, η μια χούφτα φοιτητές! Αλλά το πίστευαν!
Τρελοί φαντάζουμε κι εμείς μάλλον στην εποχή του ΑΙ και της καταστροφής του δημόσιου σχολείου!
Τρελοί γιατί επιμένουμε να προσπαθούμε να διαμορφώνουμε μαθητές σε ενεργά κοινωνικά υποκείμενα και όχι πιόνια.
Γιατί είναι αυτοί οι μαθητές που εμπνέοντας τους θα γίνουν οι ενεργοί πολίτες που θα αγωνιστούν ενάντια σε κάθε μορφή σύγχρονης καταπίεσης και κοινωνικής ανισότητας.
Και βάζουμε σε πρώτο πλάνο το παιχνίδι! Παιχνίδι τακτικής, στρατηγικής, τέχνης, επιστήμης, αθλήματος και πνευματικής ισχύος, Το Σκάκι!
Το σημαντικότερο στοιχείο του παιχνιδιού αυτού δεν είναι τόσο η νίκη επί του αντιπάλου, όσο η ποιότητα της νίκης. Ο ενθουσιασμός έγκειται στις κινήσεις εκείνες που αποβλέπουν σε επόμενες κινήσεις επί σχεδίου, οι έξυπνοι συνδυασμοί, οι λεπτοί ελιγμοί. Γενικά, το σκάκι καλλιεργεί και αναπτύσσει σπουδαία προτερήματα όπως πειθαρχία, διαπαιδαγώγηση της θέλησης και της αντοχής, ανάπτυξη μνημονικού, ετοιμότητα, εξυπνάδα, λογική σκέψη ή όπως έλεγαν παλαιότερα «το ακόνισμα του μυαλού». Όλα αυτά δηλαδή που τείνει να καταψύξει το ΑΙ.
Το παιχνίδι ξεκινά παραδοσιακά από συγκεκριμένη θέση όπου οι στρατοί παρατάσσονται αντικριστά. Την παρτίδα ξεκινούντα Λευκά Πιόνια, δηλαδή Ο Λαός, η Νεολαία που βρίσκονται παραταγμένα με μπαλόνια και πλακάτ στο κέντρο της αίθουσας. Περιμετρικά, στις τέσσερις γωνίες της σκακιέρας βρίσκονται οι τέσσερις αφηγητές και οι θεατές περιτριγυρίζουν τη σκακιέρα. Αποκαθηλώνουμε τη σκηνή και την τραπεζική αντίληψη των γιορτών που οι εκπαιδευτικοί καταθέτουμε λόγους και οι μαθητές απομνημονεύουν ποιήματα και ρόλους.
Τα μαύρα Πιόνια, Η Χούντα, Στρατιωτικοί και στρατιώτες διασχίζουν με στρατιωτικό βήμα τη σκηνή κάνοντας θόρυβο για να φτάσουν και να παραταχθούν ακριβώς απέναντι από τα Λευκά Πιόνια.
Απαγορεύεται το άγγιγμα, όπως και στο πραγματικό σκάκι. Ακούγεται ήχος Καρδιογραφήματος.
Το παιχνίδι ξεκινά με μια παράνομη κίνηση. Οι κανόνες της Δημοκρατίας καταργούνται.
Τα πιόνια της βίας παίρνουν θέσεις μάχης.
Τα παιδιά αποφάσισαν τα μαύρα Πιόνια να βροντοφωνάξουν Απαγορεύονται τα βιβλία, Απαγορεύονται τα τραγούδια,Απαγορεύεται να σκέφτεστε
Καθόλη τη διάρκεια της παρτίδας μεσολαβούν αφηγήσεις από το βιβλίο 2651 Ημέρες Δικτατορίας της ΜαρίζαςΝτεκάστροεκδ. Μεταίχμιο. «Το 1967 πήγαινα στη Β’ Γυμνασίου. Εκείνη τη χρονιά άλλαξα σχολείο και προσπαθούσα να προσαρμοστώ στο καινούριο περιβάλλον. Τα βράδια άκουγα μουσική στο ραδιόφωνο και ξόδευα το χαρτζιλίκι μου να αγοράζω 45αρια δισκάκια των Beatles και των RollingStones. Μέναμε στην οδό Πατησίων, δίπλα στον ΟΤΕ. Ο δρόμος φαρδύς, ευθύς, εμπορικός. Ο κόσμος της δικής μου εφηβείας περιοριζόταν σε σχολείο, σπίτι, μαθήματα. Στο σπίτι δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με τα πολιτικά. Παίρναμε εφημερίδα κι εγώ διάβαζα τους τίτλους. Απ’όσο καταλάβαινα, το 1967 ήταν μια χρονιά ταραγμένη για τη χώρα. Η πολιτική κατάσταση ένα χάος. Μάχες στη Βουλή, πορείες, απεργίες, διαδηλώσεις, δηλώσεις και διαβουλεύσεις καθημερινά.»
«Εκείνο το πρωί δε φαινόταν να έχει αλλάξει τίποτα από την προηγούμενη και ξύπνησα για το σχολείο στις 7.00. Βάλαμε ραδιόφωνο και έπαιζε εμβατήρια και δημοτικά τραγούδια λες και ήταν εθνική γιορτή. Οι γονείς μου κρυφομιλούσαν κατηφείς και ανήσυχοι. Η Πατησίων νέκρα, ο κουλουράς άφαντος, τα μαγαζιά κλειστά και τζιπ παρκαρισμένα με ακίνητους στρατιώτες και ένα τανκ να φυλάει δίπλα τον ΟΤΕ. Δυνάμωσα το ραδιόφωνο…»
Ακούγεται η ανακοίνωση Παπαδόπουλου Λόγω της δημιουργηθείσηςεκρύθμου καταστάσεως…
Ακολουθεί το τραγούδι του Μίκη Διότι δεν συνεμορφώθει και τα λευκά πιόνια σχηματίζουν αλυσίδα με τα χέρια τους σε κύκλο που κοιτούν τα μαύρα, τα οποία τους κυκλώνουν στοχεύοντάς τους.
Το ημερολόγιο αρχίζει να μετρά… 1 μέρα…100 μέρες…1000 μέρες…2651 ημέρες σιωπής και φόβου
Καθόλη τη διάρκεια της παρτίδας ακούγεται το Σιγά μην Κλάψω από τις Τρύπες, ορχηστρικό.
Τα λευκά Πιόνια επέλεξαν να βροντοφωνάξουν Μας ανάγκασαν να σιωπήσουμε
Φυλάκισαν τις λέξεις,Εξόρισαν τους ποιητές, Αν μιλήσεις, χάνεις τη θέση σου στο παιχνίδι. Σε διαγράφουν. Σε εκτελούν.
Η καρδιά χτυπά ακόμα, Ψιθυρίζουμε στο σκοτάδι, Θα σπάσουμε το Γύψο, Δεν είμαστε απλά πιόνια
Τα Λευκά Πιόνια γονατίζουν και σιγοτραγουδούν Το γελαστό Παιδί.
«Εξαφανίστηκε ο Μιχάλης. Άλλαξε σχολείο και δεν ξέραμε πού πήγε. Ακούστηκε ότι οι γονείς του ήταν αντικαθεστωτικοί και είχαν φυλακιστεί. Χιλιάδες συνελήφθησαν και στάλθηκαν σε νησιά που τα ξέραμε μόνο από τη Γεωγραφία, Γυάρος, Λέρος, Μακρόνησος κι αλλού. Ήταν όλοι δημοκράτες.»
«Ο δεύτερος που εξαφανίστηκε ήταν ο θεολόγος μας, ο παπα-Γιώργης Πυρουνάκης. Ακούστηκε πως τον κατηγορούσαν ότι ξεσήκωνε τους νέους σε απείθεια. Για μένα ήταν ένας τρυφερός, σπλαχνικός άνθρωπος, που ενδιαφερόταν για τα παιδιά.»
«Στο Αστυνομικό Τμήμα Περιστερίου κούρεψαν σε μια ημέρα 40νεαρούς επειδή είχαν μακριά μαλλιά. Όπως δήλωσε ο Ιωάννης Λαδάς, τους κουρεύουμε όχι για να κόψουμε τα μαλλιά τους αλλά για να κοπεί η νοοτροπία. Τη μέρα εκείνη πέθανε ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης. Η κηδεία του κατέληξε μαχητική διαδήλωση μέχρι το Α’ Νεκροταφείο καθώς χιλιάδες ακολούθησαν το φέρετρο τραγουδώντας απαγορευμένα τραγούδια. »
Βαδίζουμε στην Τρίτη Σκηνή, Νοέμβρης 1973.
Ακούγεται το Πάλις ξεκίνημα και τα Λευκά Πιόνια ξαναζωντανεύουν και σηκώνονται από το γονατιστό πόδι, υψώνουν τη γροθιά τους και με σχηματισμό πορείας ξεχύνονται σε όλη τη σκακιέρα. Επιστρέφοντας, κλείνουν περισσότερο τον κύκλο τους ακουμπώντας τις πλάτες ενωμένοι σαν μια γροθιά.
Όλοι μαζί οι Αφηγητές φωνάζουν Ρουα
Και τα Λευκά Πιόνια απαντούν Όχι άλλη σιωπή
Όλοι μαζί οι Αφηγητές: Ματ
Κάνουν ένα βήμα απειλητικό τα λευκά πιόνια προς τα μαύρα και
΄Όλα μαζί τα Λευκά Πιόνια φωνάζουν Ψωμί
Όλοι μαζί οι Αφηγητές φωνάζουν Ρουα
Κάνουν ένα βήμα απειλητικό τα λευκά πιόνια προς τα μαύρα και
΄Όλα μαζί τα Λευκά Πιόνια φωνάζουν Παιδεία
Όλοι μαζί οι Αφηγητές φωνάζουν Ματ
Κάνουν ένα βήμα απειλητικό τα λευκά πιόνια προς τα μαύρα και
΄Όλα μαζί τα Λευκά Πιόνια βροντοφωνάζουν Ελευθερία
Τα λευκά Πιόνια κοιτούν κατάματα τα μαύρα πιόνια. Ακούγονται πυροβολισμοί και τα λευκά πιόνια πέφτουν νεκρά.
Έμοιαζε με ήττα
Όμως η θυσία τους άλλαξε για πάντα το παιχνίδι.
«Το απόγευμα πήγαμε στο Πόρτο Ράφτη για να υποδεχτούμε στο λιμάνι τους πολιτικούς εξόριστους που έφτασαν από τη Γυάρο.»
Λευκά και Μαύρα Πιόνια βαδίζουν προς τη σκηνή όλοι μαζί για να παρακολουθήσουν τη συγκλονιστική απαγγελία του Γιάννη Ρίτσου μέσα από το Πολυτεχνείο στην Πρώτη Επέτειο.
Σώπα όπου να ΄ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Το στημένο παιχνίδι τελείωσε
Η ελευθερία δεν είναι πιόνι στα χεριά κανενός.
Ρουα Ματ στο σκοτάδι
Στη σκακιέρα της Ιστορίας, η ελευθερία κερδίζει πάντα την τελευταία παρτίδα.
Γιατί?
Γιατί στη σκακιέρα της ζωής, Άνθρωπος που σκέφτεται δεν γίνεται Πιόνι.

