Κώστας Βαμβακάς*
Είναι μια οικονομική ένωση κρατών της Λατινικής Αμερικής (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη), που διασφαλίζει ελεύθερο εμπόριο, κοινή τελωνειακή πολιτική, ευκολότερη διακίνηση αγαθών και μερικώς ανθρώπων.
Αυτό που σήμερα έχει προκαλέσει τσουνάμι αντιδράσεων σχεδόν στο σύνολο των αγροτών της ΕΕ είναι το προχώρημα της συμφωνίας σύνδεσης της ΕΕ με την Mercosur για την ελεύθερη διακίνηση αγαθών, κυρίως υψηλής τεχνολογίας από την ΕΕ (αυτοκίνητα, φάρμακα, μηχανήματα) και κυρίως αγροτικών προϊόντων από τις χώρες της Mercosur.
Η κατάργηση των τελωνειακών δασμών και η ευκολότερη πρόσβαση προϊόντων της Mercosur στην ΕΕ αφορά κυρίως αγροτικά προϊόντα όπως κρέας κυρίως βοδινό αλλά και χοιρινό και κοτόπουλα, σόγια ζάχαρη, καλαμπόκι, μέλι κ.α.
Η ολοκλήρωση της διαδικασίας ένωσης με την Mercosur έχει ξεκινήσει εδώ και τουλάχιστον επτά χρόνια και βαίνει πλέον προς την ολοκλήρωση της. Οι αντιδράσεις του αγροτικού κόσμου αλλά και οι έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. οφείλονται στην ανισομέρεια των συνεπειών μεταξύ των χωρών του Ευρωπαϊκού βορρά συν Ισπανία, Πορτογαλία και των χώρων με μεγάλο αγροτικό τομέα που εκ των πραγμάτων πλήττεται πλέον υπαρξιακά.
Τι είναι αυτό που κάνει τα ευρωπαϊκή αγροτικά προϊόντα μη ανταγωνιστικά των προϊόντων της Mercosur:
– Διαφορετικοί κανόνες παραγωγής στην ΕΕ
– Αυστηροί περιβαλλοντικοί κανόνες
– Περιορισμοί στα φάρμακα
– Κανόνες ευζωίας των παραγωγικών ζώων
– Υψηλό κόστος συμμόρφωσης
Αντίστοιχα στην Mercosur έχουμε:
– επιτρέπονται φυτοφάρμακα απαγορευμένα στην ΕΕ
– χαμηλότερα στάνταρ για περιβάλλον και ζώα, ιδιαίτερα στην Βραζιλία έχουμε
– αποψίλωση δασών για βοοειδή και σόγια
– πολύ χαμηλό κόστος παραγωγής.
Η ΕΕ πιέζει για πράσινη γεωργία αλλά εισάγει προϊόντα που καταστρέφουν το περιβάλλον αλλού.
Το σύνολο του πρωτογενούς τομέα βρίσκεται μπροστά σε μια υπαρξιακή κρίση. Οι αγρότες πληρώνουν την παγκοσμιοποίηση, τον έλεγχο της τροφής από μεγάλα μονοπωλιακά συμφέροντα αλλά και την βιομηχανοποίηση της τροφής. Οι πολιτικές της ΕΕ ωφελούν τις μεγάλες εταιρείες, σε βάρος των μικρών και μεσαίων αγροτών, με συνέπεια την δραματική μείωση των εισοδημάτων τους με συνέπεια την εγκατάλειψη της υπαίθρου.
Τα τελευταία χρόνια σε όλη την ΕΕ. οι Ευρωπαίοι αγρότες ακριβώς επειδή αντιλαμβάνονται το υπαρξιακό τους τέλος συγκρούονται με τις Ευρωπαϊκές πολιτικές σε έναν αγώνα επιβίωσης.
Παράγουν προϊόντα που είτε μένουν αδιάθετα εξαιτίας των αθρόων εισαγωγών είτε οι τιμές που πωλούν είναι κάτω του κόστους παραγωγής. Το κόστος παραγωγής εξαιτίας των περιορισμών και απαγορεύσεων αλλά κυρίως της ιλιγγιώδους αύξησης των μέσων παραγωγής λιπάσματα, φυτοφάρμακα ενέργεια κλπ, αυξάνει δραματικά. Η αύξηση του κόστους ζωής που σε συνδυασμό με την εγκαταλείψει βασικών κοινωνικών υποδομών (σχολεία, δομές υγείας, τράπεζες, ΕΛΤΑ) καθιστά αβίωτη την ζωή στην ύπαιθρο με συνέπεια την εγκατάλειψη και ερημοποίηση της, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό δημογραφικό πρόβλημα.
Η Mercosur σε συνδυασμό με τις λοιπές πολιτικές της ΕΕ για τον αγροτικό τομέα είναι αυτό που ξεχείλισε το ποτήρι και οδήγησε τους αγρότες σε έναν υπαρξιακό αγώνα επιβίωσης. Η ολοκλήρωση της συμφωνίας της Mercosur δείχνει ότι πλέον οι ΕΕ έχει λάβει την απόφαση της συρρίκνωσης του αγροτικού τομέα κυρίως σε βάρος των μικρών και μεσαίων αγροτών.
Η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) προβλέπεται να έχει λιγότερους πόρους, το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο αλλάζει προτεραιότητες. Αυξάνονται κονδύλια για άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια, βιομηχανία όπλων και γεωπολιτική και σύνορα σε βάρος της ΚΑΠ. Από την δεκαετία του 1980 έως σήμερα η αναλογία της ΚΑΠ στο συνολικό προϋπολογισμό της ΕΕ έχει μειωθεί πάνω από 70%. Σε περίπου 24-25% είναι η μείωση τα τελευταία χρόνια και αναμένεται νέα μείωση 300 δις στη νέα ΚΑΠ.
Στη νέα ΚΑΠ η ΕΕ σχεδιάζει λιγότερα χρήματα σε άμεσες ενισχύσεις και περισσότερα σε πράσινα σχήματα, ψηφιοποίηση, ανθεκτικότητα και κλιματική αλλαγή. Αυτά όλα όμως δεν βοηθάν άμεσα το εισόδημα, ευνοεί μεγάλες και πιο οργανωμένες εκμεταλλεύσεις. Οι μικρομεσαίοι αγρότες μένουν εκτεθειμένοι και αβοήθητοι
Εν κατακλείδι, η καταστροφή του αγροτικού τομέα, η εγκατάλειψη της υπαίθρου, ο διατροφικός έλεγχος από μεγάλα μονοπωλιακά συμφέροντα και η διατροφική ανασφάλεια ως συνέπεια των εφαρμοζόμενων πολιτικών καθιστά το πρόβλημα κεντρικό για το σύνολο της κοινωνίας. Αυτό όσο πιο γρήγορα γίνει αντιληπτό, ίσως γίνει δυνατή και η ανατροπή αυτής της πολιτικής στην κατεύθυνση της κοινωνικής αλλαγής προς όφελος του λαού και των λαϊκών συμφερόντων.
*Ο Κώστας Βαμβακάς είναι μελισσοκόμος και πρόεδρος της κοινότητας βιολογικών μελισσοκόμων

