Λένα Παπαδοπούλου
Οι φωτογραφίες των διακοπών στο φβ, ενέχουν κάποια βία, τη διακήρυξη της ευτυχίας του θέρους.
Όλα ξεκίνησαν πριν την κρίση όταν κάθε σαββατοκύριακο, όλοι έπρεπε κάπου να εκδράμουν για να έχουν να αφηγηθούν σε γραφεία σχολείων, επιχειρήσεων, γενικότερα του δημοσίου. Αυτή η μικρομεσαία τάξη με τα δάνεια που έπρεπε να αποδείξει την ευμάρεια της «εχτέστεν η πιπί μ…» που λέει μια ποντιακή παροιμία.
Μετά ήταν οι ήχοι από τα sms που πληροφορούσαν για κάθε κίνηση, «χαιρετισμούς από Χίο», «υπέροχη η Νάξος», «περνάμε τέλεια και το λ τονισμένο στην Αράχοβα». Δίκιο είχε ο Χριστιανόπουλος που έλεγε: εσείς οι Αθηναίοι και για να κλάσετε πάτε σε άλλη πόλη το σαββατοκύριακο.
Όμως η κατάσταση παράγινε με το φβ και τα λοιπά μέσα, φόντο η θάλασσα, το βουνό σπάνια, χαμογέλα ευφορίας και η επιγραφή της τοποθεσίας. Κοσμοπολιτισμός όχι αστεία και η δήλωση, εμείς μπορούμε, έχουμε οικογένεια, φίλους, τόπο, εξοχικά να ανοίξουμε, προγράμματα να πραγματοποιήσουμε, υγεία για να χαρούμε, λεφτά να ξοδέψουμε. Και οι υπόλοιποι που σε κάτι υπολείπονται; «Ενός λεπτού σιγή» που λέει για άλλη περίπτωση ο Χριστιανόπουλος πάλι.
“κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;”
Όλα πριν τα ζήσουμε τα αναπολούμε ως αναμνήσεις και τεκμήρια ευτυχίας.
Και αναρωτιέμαι εγώ που τα λέω αυτά, τι έχω να προσφέρω στο χρηματιστήριο της θερινής τρυφηλότητας. Τη νοσταλγία μεσημεριανών αποδράσεων από τον ύπνο για παιχνίδι στον εγκαταλειμμένο μύλο, κουρτίνες να ανεμίζουν σε γερτά παραθυρόφυλλα, σε χωριατόσπιτα με χοντρούς δροσερούς τοίχους και βιβλία να καταβροχθίζονται με βουλιμία. Απομεσήμερο στο καφενείο χωρίς κόσμο μόνο κάτι «μπερδεμένοι» που πίναν χειμώνα-καλοκαίρι «το μπερδεμένο» λικέρ από όλα τα είδη ανακατεμένο. Ο σταθερός πελάτης του καλοκαιριού, ο καρπουζάς που πάρκαρε απ΄ έξω την καρότσα του και ερχόταν για λίγη ανάπαυση. Μια φέτα τυρί, ψωμί και μια μπύρα, ολιγόφαγος και ολιγομίλητος. Και μετά λίγα λεπτά γλυκού ύπνου όπως καθόταν στητός στην καρέκλα. Τα χέρια του παράταιρα μεγάλα με το ισχνό κορμί, απιθωμένα, ζώα άκακα.
Οι ήχοι του σπιτιού, τριξίματα, διαστολές των πατωμάτων από τη ζέστη, ένα ρολόι και απόσκιες βεράντες να κρατούν συντροφιά στους ξαγρυπνημένους.
Αλλά και η νοσταλγία έχει τη βία της. Ότι τάχα ήταν όλα καλυτέρα, σε άλλο χρόνο, με άλλες ποιότητες.
Ωστόσο, αυτά που σταθερά αποστρεφόμουν ήταν οι επελάσεις των νέων των δεκαετιών του ‘70 και του ‘80 στα κυκλαδονήσια, κιθάρες, φωτιές, προσμονή ερωτικών περιπετειών, που είχαν επίσης κάτι το ψευδές, το επίκαιρο, το απαραίτητα καμωμένο. Ήταν από την αντίστροφη σαν τα κρουαζιερόπλοια που κατέφταναν στα Δωδεκάνησα και ξεχύνονταν οι τουρίστες σε τρίωρες ξεναγήσεις, στημένους χορούς με ντόπιους, μια σαλάτα, ένα γιουβέτσι και πάλι μάντρωμα στο κρουαζιερόπλοιο. Επίσης, την εξιδανίκευση του ελληνικού καλοκαιριού σε απάτητες παράλιες, σε απόμακρα νησιά, που επιμένουμε να μένουν ίδια μετά από δεκαετίες.
Εγώ αγαπώ τις μπλε βραδιές της πόλης σε σινεμάδες με παλιές ιταλικές ταινίες, των Φελίνι, Ροσελίνι, Βισκόντι, Λίνα Βερτμίλερ.
Αγαπώ τα καλοκαίρια αυτών που τα ζουν παραλίγο, που τα βαριούνται, που προτιμούν το φθινόπωρο. Τα καλοκαίρια του Θωμά Γκόρπα σε «αχρησιμοποίητες παραλίες»,
«Ποιοι μας αγαπάνε;»
«Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί κλειστό μαγαζί της αγάπης.
Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει
για μένα μπάνια σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά, μπύρες, ουίσκια
άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων
αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα.
Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος…»
ή το «Ρέκβιεμ για ένα καλοκαίρι» του Δημήτρη Μπρούχου
«Όλα σαν μόνο για να γίνουν
Χωρίς ψυχή χωρίς συναίσθημα. Έτσι για να πούμε
Πως κι εμείς κάτι κάναμε, πως δεν πέρασε άλλο ένα καλοκαίρι
τζάμπα, πως δεν προστέθηκε άλλη μια ρυτίδα κοντά στις τόσες
άκαπνη, χωρίς να πούμε πως κι εμείς δεν πήγαμε κάπου,
κάπου ν’ ακουμπήσουμε τις μοναξιές μας μέχρι να τρομάξουμε και
να φύγουμε τρέχοντας.
Πήγαμε κι εμείς κάπου, μήπως και συναντηθούμε, μήπως ….»
Αγαπώ τη θάλασσα, το καλοκαίρι, αλλά να, βαριέμαι την κατανάλωσή του, που σήμερα λέγεται υπερτουρισμός που δεν είναι μόνο τα συρρέοντα πλήθη, αλλά και η εξάντλησή του σε ικανοποίηση παρορμήσεων και ευχαρίστησης.
Επιθυμώ μια βόλτα με τη βέσπα του Νάνι Μορέτι στην άδεια Ρώμη τον Αύγουστο στο
«Αγαπημένο μου Ημερολόγιο» ή να περιδιαβαίνουμε την ιστορική Ρώμη και τα κρυφά-σκοτεινά της σημεία με τον Τόνι Σερβίλλο στην «Τέλεια Ομορφιά». Και να είναι όλα, σαν μόλις ιδωμένα.

