Ενενήντα χρόνια από την Κοινωνική Επανάσταση στην Ισπανία

Δημήτρης Μαριόλης

Desfile CNT Barcelona 1936 / CNT parade Barcelona 1936
Rare video from Buenaventura Durruti’s funeral in Barcelona attended by half a million anarchists

Δεν είμαι θρησκευόμενος, αλλά όταν με ρωτάνε σε τι πιστεύω, τους λέω ότι πιστεύω στον παράδεισο. Γιατί έχω ζήσει εκεί.

Liberto Sarrau, Απρίλιος 1996[1]

C:\Users\jimma\Downloads\spain.jpg

Τις παραμονές του πραξικοπήματος του Φράνκο – και δεδομένου ότι η δημοκρατική κυβέρνηση, αρνούνταν να τηρήσει τις όποιες δεσμεύσεις της και να μοιράσει όπλα στα εργατικά συνδικάτα – ο Ντουρρούτι χρησιμοποίησε κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο για να εξασφαλίσει τον εξοπλισμό των εργατών της Βαρκελώνης. Επίταξε φορτία όπλων, έσπασε πόρτες σε αποθήκες οπλισμού, απείλησε κυβερνητικά στελέχη. Αμέσως μετά την εκδήλωση του φασιστικού πραξικοπήματος, η CNT, προετοιμασμένη μήνες πριν, κήρυξε γενική επαναστατική απεργία. Το πρωί της 20ης Ιουλίου 1936 η Ισπανία φλεγόταν από το φασιστικό πραξικόπημα αλλά και από την ένοπλη λαϊκή επαναστατική δράση. Οι στρατιωτικοί στασίασαν πρώτα στα ισπανικά στρατόπεδα της Β. Αφρικής τη 17η Ιουλίου και την επόμενη μέρα στις πόλεις της Ισπανίας. Στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη οι εργάτες επιτέθηκαν στους στρατώνες και τους κατέλαβαν, καταπνίγοντας το στρατιωτικό πραξικόπημα και αποκτώντας μέρος των όπλων. Όμως, οι φασίστες κατάφεραν σημαντικό πλήγμα στις δυνάμεις της CNT αφού κατέλαβαν πόλεις της Ανδαλουσίας με ισχυρή αναρχική παράδοση και πληθυσμό, όπως τη Σεβίλλη και τη Γρανάδα, αλλά και τη Σαραγόσα στην Αραγονία. Ένα από τα τεχνάσματα που χρησιμοποίησαν οι στασιαστές σε κάποιες πόλεις ήταν η έξοδος από τους στρατώνες με επευφημίες υπέρ της δημοκρατίας και η συνακόλουθη εκτέλεση των πολιτών που έβγαιναν στο δρόμο για να πανηγυρίσουν μαζί τους και να ζητήσουν όπλα. Ωστόσο, το πραξικόπημα αποτυγχάνει στις σημαντικές πόλεις: Μαδρίτη, Βαρκελώνη, Βαλένθια, Μάλαγα, Μπιλμπάο. Ναυτικό και αεροπορία, σχεδόν στο σύνολό τους, μένουν στο πλευρό της δημοκρατικής κυβέρνησης. Το ίδιο και οι μισές περίπου δυνάμεις του στρατού ξηράς, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της αστυνομίας. Αξιοσημείωτο εδώ, είναι ότι ενώ οι πραξικοπηματίες είχαν με το μέρος τους το 70% των αξιωματικών στρατού, καθώς και τους επαγγελματίες στρατιώτες (Μαροκινοί στην πλειοψηφία τους) των λεγεώνων των αποικιών, από την άλλη, οι υπαξιωματικοί και οι στρατιώτες στην πλειοψηφία τους επέλεξαν την πλευρά της δημοκρατικής κυβέρνησης. Στο παραπάνω ένοπλο δυναμικό θα πρέπει να προσθέσουμε τις πολιτικές και παρακρατικές πολυάριθμες φασιστικές και εθνικιστικές ομάδες από τη μία πλευρά και την οργανωμένη σε πολιτοφυλακές εργατική τάξη από την άλλη.

Στη Βαρκελώνη, η ομάδα Nosotros,[2] για τελευταία φορά ενωμένη, θα δώσει τη μάχη για να νικηθεί ο φασισμός. Τα πιο γνωστά μέλη της, οι Ντουρρούτι, Ασκάσο και Ολιβέρ πολέμησαν στην πρώτη γραμμή πυρός. Ο Ντουρρούτι και οι σύντροφοί του κατέλαβαν το κτίριο της Τηλεφωνικής, ο Γκαρθία Ολιβέρ και ο Φρανσίσκο Ασκάσο το στρατόπεδο του Αταραθάνας και το περιφερειακό στρατηγείο. Εκεί σκοτώθηκε ο Φρανσίσκο Ασκάσο.[3] Ο θάνατός του σφράγισε το τέλος της ομάδας Nosotros και επιτάχυνε την απόκλιση των διαφορετικών τάσεων στο εσωτερικό της CNT.

Κάπως έτσι, η Βαρκελώνη και η ευρύτερη περιοχή της Καταλονίας πέφτουν στα χέρια του αντιφασιστικού κινήματος, για να είμαστε ακριβείς, στα χέρια των αναρχοσυνδικαλιστών. Περίπου 15.000 τουφέκια και σχετικός εξοπλισμός (πολυβόλα, πυροβόλα, όλμοι, πυρομαχικά) περνάνε στον έλεγχο της CNT, γεγονός που της εξασφαλίζει και τη στρατιωτική ηγεμονία στην περιοχή. Ένα μεγάλο μέρος τους εστάλη στο μέτωπο, ωστόσο ένα εξίσου σημαντικό μέρος τους παρέμεινε στη Βαρκελώνη, δείγμα πολιτικής ανασφάλειας αλλά και γραφειοκρατικοποίησης μιας αναδυόμενης ηγεσίας εντός της CNT.

Αυτή η ηγεμονία των αναρχοσυνδικαλιστών επέβαλε τη συγκρότηση της Κεντρικής Επιτροπής Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών στην Καταλονία, ενώ τα πανίσχυρα συνδικάτα της CNT πήραν στα χέρια τους τον έλεγχο των εργοστασίων της πόλης, ακόμα και των ξενοδοχείων και των εστιατορίων που λειτουργούσαν πλέον χωρίς αφεντικά και επιστάτες, με στόχο τις κοινωνικές ανάγκες και όχι το κέρδος και με όρους εργατικής αυτοδιαχείρισης. Η Βαρκελώνη και ευρύτερα η Καταλονία λειτούργησαν ως ένα κοινωνικό εργαστήριο επαναστατικών εγχειρημάτων ανασυγκρότησης της οικονομίας, της παραγωγής και της κατανάλωσης στη βάση της αυτοδιαχείρισης και της κολεκτιβοποίησης. Σε όλη τη διάρκεια του εμφυλίου, με πρωτοβουλία της CNT, εργοστάσια παράγουν στρατιωτικό υλικό και εφοδιάζουν το μέτωπο. Ο Ντουρρούτι συγκροτεί στρατιωτική φάλαγγα (την περίφημη ταξιαρχία Ντουρρούτι, οργανωμένη σε εκατονταρχίες, στην οποία οι διοικητές ήταν εκλεγμένοι, δεν υπήρχε ιεραρχία και βαθμοί και κυριαρχούσε το πνεύμα της αυτοπειθαρχίας). Η ταξιαρχία Ντουρρούτι κατευθύνθηκε προς την Αραγονία, στοχεύοντας να καταλάβει τη Σαραγόσα, πόλη με ισχυρή αναρχική παράδοση, η κατάληψη της οποίας θα είχε πολλά να προσφέρει στη CNT και την υπόθεση της επανάστασης. Στο διάβα της, η ταξιαρχία καταλάμβανε κωμοπόλεις και χωριά, έδινε μάχες και αύξανε σε δύναμη καθώς προσέρχονταν πολλοί εθελοντές, δυστυχώς όμως, χωρίς όπλα. Σε κάθε χωριό που έμπαιναν τμήματα της ταξιαρχίας έκαιγαν κρίσιμα κρατικά έγγραφα και το κτηματολόγιο, ενώ οι κάτοικοι οργάνωναν Γενική Συνέλευση για να συζητήσουν πως θα διευθετήσουν το θέμα της κολλεκτιβοποίησης της γης και της κοινοκτημοσύνης των προϊόντων. Ο Ντουρρούτι δηλώνει ότι «η συγκομιδή είναι ιερή για τα συμφέροντα του εργατικού λαού και για τον αντιφασιστικό αγώνα» και συμπληρώνει ότι «τα αγαθά, τα εργαλεία και τα εδάφη των φασιστών γαιοκτημόνων γίνονται λαϊκή κληρονομιά την οποία θα διαχειρίζονται οι επιτροπές».[4] Αντίστοιχες πρακτικές ακολουθεί και η Σιδηρά Φάλαγγα, μια αμιγής αναρχοσυνδικαλιστική πολιτοφυλακή που δημιουργήθηκε στη Βαλένθια τον Αύγουστο του 1936 και πολέμησε στο μέτωπο του Τερουέλ. Απέρριπτε κάθε μορφή ιεραρχίας, μισθοφορικού στρατού και στρατιωτικοποίησης, υποστηρίζοντας ότι η πολεμική δράση έπρεπε να βασίζεται στην επαναστατική αλληλεγγύη και στην αυτοδιεύθυνση.

Πόσο κατακλυσμιαία και υπέροχη είναι η στιγμή που ένας οργανωμένος λαός επαναστατεί. Πόσο καθοριστική είναι η αποφασιστικότητα της στιγμής της επανάστασης, ακριβώς όταν ανοίγει η ρωγμή του χρόνου και τα ρολόγια της ιστορίας σταματάνε για να ορίσουν το πριν και το μετά. Είναι η στιγμή που όλα είναι πιθανά να συμβούν, καθώς οι μηχανισμοί της εξουσίας βρίσκονται σε κατάσταση πανικού και σύγχυσης ενώ το επαναστατικό λαϊκό ποτάμι παρασύρει τα πάντα στο διάβα του. Όσο κυλάει ο χρόνος, οι δυνάμεις της εξουσίας, των κυρίαρχων τάξεων και του συντηρητισμού ανασυντάσσονται, οργανώνονται, αναζητούν τα διεθνή τους στηρίγματα, ενώ ο λαϊκός παράγοντας οφείλει εκ των πραγμάτων να αναμετρηθεί με τη σκληρή υλική πραγματικότητα. Γιατί στον νέο κόσμο που θέλει να χτίσει δε μπορεί να υπάρχει πείνα και αδικία. Πως θα οργανωθεί η παραγωγή, η κατανάλωση, οι υπηρεσίες, η υποστήριξη του μετώπου, πως θα συγκροτηθεί ο επαναστατικός στρατός και πως θα εξασφαλιστεί ένα κέντρο συντονισμού των κινήσεών του, ποια πολιτική συμμαχιών θα επιλεγεί, πως θα αυτοοργανωθούν δίκτυα ενημέρωσης και πληροφόρησης, πως θα διασφαλιστεί η διεθνής αλληλεγγύη;

This is not a love song[5]

C:\Users\jimma\Downloads\cnt.jpg

Η κοινωνική επανάσταση στην Ισπανία, το καλοκαίρι του 1936, είναι η τελευταία μεγάλη εργατική- αγροτική επανάσταση του 20ου αιώνα στην Ευρώπη, που πραγματοποιήθηκε χωρίς κανένα έναυσμα από τη διεθνή κατάσταση.[6]

Ενενήντα καλοκαίρια μετά το «σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας», παρά την ογκώδη πλέον βιβλιογραφία, ένα πέπλο σιωπής και λήθης σκεπάζει μια από τις πιο ηρωικές και συγκλονιστικές εφόδους στον ουρανό του εργατικού κινήματος για την κοινωνική χειραφέτηση, με στόχο ένα εντελώς πρωτότυπο μοντέλο ελευθεριακού σοσιαλισμού. Η αλήθεια είναι ότι, με εξαίρεση έναν στενό κύκλο ιστορικών καθώς και ένα υποσύνολο όσων δραστηριοποιούνται ή δραστηριοποιήθηκαν στο παρελθόν στα κοινωνικά κινήματα και ιδιαίτερα στον αντιεξουσιαστικό-αναρχικό χώρο, τα γεγονότα του Ισπανικού εμφυλίου (1936-1939) και ιδιαίτερα η επαναστατική δράση της εργατικής και αγροτικής τάξης είναι σε γενικές γραμμές άγνωστα στο ευρύ κοινό. Ακόμα και ένα πολιτικοποιημένο δυναμικό, γνωρίζει για τον ισπανικό εμφύλιο ανάμεσα στους Δημοκρατικούς και τους Φασίστες, γνωρίζει για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες και το πραξικόπημα του Φράνκο που επικράτησε. Αγνοείται όμως εντελώς η διάσταση της επανάστασης, η σύνθεση και η συμβολή των συνιστωσών των δύο αντίπαλων στρατοπέδων. Η ύπαρξη της CNT, της πιο μαζικής ισπανικής εργατικής Συνομοσπονδίας και συνολικά των αναρχοσυνδικαλιστών, συνήθως στριμώχνεται σε μια υποσημείωση[7] ή αποσιωπάται πλήρως[8] και όταν δε συμβαίνει αυτό, μνημονεύεται ως ένα ακόμα πρόβλημα που οδήγησε στην ήττα.[9]

Πολλοί είναι οι παράγοντες που ύφαναν αυτό το πέπλο, ίσως ο πιο καθοριστικός από αυτούς να είναι το γεγονός ότι αυτό το πρωτότυπο μοντέλο ελευθεριακού σοσιαλισμού έγινε πράξη και μάλιστα σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου, δηλαδή, στην πιο οξυμένη μορφή που μπορεί να πάρει ο ταξικός ανταγωνισμός. Αυτό όμως δεν θα μας απασχολήσει στο παρόν κείμενο, άλλωστε, όποιος ψάχνει, βρίσκει.

Βασικός μας στόχος εδώ, είναι, πρώτα απ’ όλα να αφηγηθούμε κομβικής σημασίας γεγονότα, άγνωστα σε γενικές γραμμές, αλλά καθοριστικής σημασίας, που βοηθούν στην κατανόηση της ήττας της επανάστασης. Και ταυτόχρονα, να προσεγγίσουμε στοιχειώδη ερωτήματα. Όντως επρόκειτο για επανάσταση ή για αντιφασιστικό αγώνα ή μήπως για αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία; Και εάν επρόκειτο για επανάσταση, γιατί επικαλούμαστε τον κοινωνικό της χαρακτήρα; Πέτυχε τους στόχους της η στρατηγική του Λαϊκού Μετώπου στην περίπτωση της Ισπανίας; Ποιοι παράγοντες καθόρισαν την έκβαση της αναμέτρησης; Ποια ήταν η κοινωνική σύνθεση της Ισπανίας την καυτή δεκαετία του ’30, ποιος ο ρόλος των πολιτικών δυνάμεων, των κινημάτων, των κρατών της Ευρώπης; Η προσέγγισή μας επιχειρεί να λάβει υπόψη της, τόσο το μεγαλείο, όσο και τις αδυναμίες, τα αδιέξοδα και τις πιο σκοτεινές στιγμές της τριετίας. Οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε το παρελθόν αναλύοντας όλες τις πλευρές του, διότι η οποιαδήποτε ωραιοποίηση, μυθοποίηση ή αποσιώπηση δυσχεραίνει στα κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα να κατανοήσουν όχι μόνο το παρελθόν, αλλά, το σημαντικότερο, το παρόν σε όλη του τη διάσταση. Γι’ αυτό οφείλουμε να αναφερόμαστε στο μεγαλείο της ισπανικής επανάστασης, τη λάμψη και τη γοητεία της, αλλά και τις σκοτεινές πλευρές της, τον εμφύλιο μέσα στον εμφύλιο, τα βασικά του αίτια, τον ρόλο του στην ήττα των αντιφασιστών.

Τα κοινωνικά αδιέξοδα της Ισπανίας και η ταξική πόλωση της δεκαετίας του 1930

Από τις αρχές του 19ου αιώνα, στην Ισπανία συγκρούεται η συντηρητική φιλομοναρχική παράταξη που εκφράζει τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων και στηρίζεται από την πανίσχυρη και εξαιρετικά αντιδραστική Καθολική Εκκλησία, με τη φιλελεύθερη παράταξη που εκφράζει τα συμφέροντα μιας αδύναμης ακόμα αστικής τάξης αλλά και μεσαίων στρωμάτων. Η κυριαρχία της συντηρητικής παράταξης τον 19ο αιώνα θα επιταχύνει την οικονομική απόκλιση της Ισπανίας από την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο Eric Hobsbawm αναλύει την αδιέξοδη οικονομική επιλογή του 19ου αιώνα: Αντί της αγροτικής και βιομηχανικής επανάστασης, οι κυρίαρχες τάξεις απάντησαν στις ανάγκες του αυξημένου πληθυσμού με μια εκτεταμένη καλλιέργεια δημητριακών η οποία ερημοποίησε μεγάλες εκτάσεις και οδήγησε σε ακόμα μεγαλύτερα οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα. Επιπλέον, η βιομηχανία δεν είχε αναπτυχθεί ούτε μπορούσε να ανταγωνιστεί τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές αναπτυγμένες χώρες.[10]

Οι δύο παρατάξεις σταδιακά συγκλίνουν μπροστά στον κίνδυνο της λαϊκής δυσαρέσκειας. Η Ισπανία μοιάζει περισσότερο με την προεπαναστατική Ρωσία καθώς περίπου 70% του ενεργού οικονομικά πληθυσμού είναι αγρότες και η ανερχόμενη ακόμα βιομηχανία συγκεντρώνεται γύρω από συγκεκριμένες πόλεις, π.χ. τη Βαρκελώνη ή τη Μαδρίτη.[11] Επίσης, έχουμε τεράστια συγκέντρωση πλούτου σε λίγα χέρια. Το 1900, η Καθολική Εκκλησία κατέχει το 1/3 όλου του κεφαλαιακού πλούτου της χώρας. Μπαίνοντας στον εικοστό αιώνα η Ισπανία πολώνεται ταξικά και έχουμε συχνές εξεγέρσεις με κοινό στοιχείο τον αντικληρικαλισμό. Την ίδια περίοδο, δύο κοινωνικές δυνάμεις αναπτύσσονται: η μικροαστική εξαρτημένη από το κράτος υπαλληλία και ο στρατός.

Σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο, το πραξικόπημα του Φράνκο εντάσσεται στην ισπανική παράδοση των στρατιωτικών πραξικοπημάτων (από το 1814 μέχρι και το 1936, οι απόπειρες πραξικοπήματος ανέρχονται σε 52). Το 1931 τις εκλογές κερδίζουν οι Δημοκρατικοί της Αριστεράς και οι Σοσιαλιστές που διακυβέρνησαν τη χώρα, με πρωθυπουργό τον Μανουέλ Αθάνια, μέχρι τον Νοέμβριο του 1933 όταν και ηττήθηκαν στις εκλογές – στις οποίες η CNT ακολούθησε τη γραμμή της αποχής. Ακολούθησε η περίοδος της συντηρητικής κυβέρνησης των Ριζοσπαστών Δημοκρατών και της Ρωμαιοκαθολικής Δεξιάς έως και τον Φεβρουάριο του 1936, η λεγόμενη «μαύρη διετία», με κύρια σημεία την απόσυρση όλων των προοδευτικών μεταρρυθμίσεων της προηγούμενης κυβέρνησης και την άγρια καταστολή του εργατικού και επαναστατικού κινήματος. Τον Φεβρουάριο του 1936, τις εκλογές θα κερδίσει το Λαϊκό Μέτωπο, υποβοηθούμενο από την ευμενή στάση και την ψήφο ανοχής των αναρχοσυνδικαλιστών. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε εδώ ότι, με πρωτοβουλία της CNT-FAI και του POUM, το διάστημα από τις εκλογές του Φεβρουαρίου έως το πραξικόπημα του Ιουλίου του 1936 κάθε άλλο παρά θυμίζει την περίφημη τακτική της «περιόδου ανοχής» που ακολούθησαν κατά κύριο λόγο (στο όνομα «να μην ξανάρθει η Δεξιά») τα εργατικά κινήματα της Δύσης όταν ένα σοσιαλδημοκρατικό ή σοσιαλιστικό ή αντιδεξιό μέτωπο κέρδιζε τις εκλογές. Το αντίθετο. Τα συνδικάτα της CNT επιβάλουν τα φιλεργατικά μέτρα στην πράξη. Καθημερινά εκδηλώνονται 30-40 απεργίες σε όλη την Ισπανία, τα αφεντικά υποχρεώνονται να επαναπροσλάβουν τους απολυμένους εργάτες, πολιτικοί κρατούμενοι αποφυλακίζονται, η εργατική τάξη συνολικά βελτιώνει τη θέση της στον ταξικό ανταγωνισμό και το επιτυγχάνει με τις δικές της δυνάμεις.

Σύμφωνα με τον Eric Hobsbawm, για τα οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα της Ισπανίας μεγάλη ευθύνη φέρει ο φιλελεύθερος κοινοβουλευτικός αστισμός, σε σύγκριση με τον οποίο η κοινωνική επανάσταση αποτέλεσε μια πολύ πιο σοβαρή προοπτική. Τα σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της Ισπανίας παραμένουν άλυτα και πριν και μετά το 1936. Ο ισπανικός καπιταλισμός, ακόμα και μετά το 1939, δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει αυτή τη συνθήκη, με αποτέλεσμα το χάσμα με την αναπτυγμένη Ευρώπη να παραμένει. Συμπληρώνει δε ότι η έκρηξη της κοινωνικής επανάστασης στα 1931-1936 χωρίς καμία βοήθεια από το διεθνές περιβάλλον, υπήρξε μοναδική για την Ευρώπη μετά το 1848.[12] Η ήττα των αντιφασιστών στην Ισπανία αποδίδεται στις «γιγαντιαίες εσωτερικές αδυναμίες της επανάστασης».

Ανοιχτό όμως παραμένει κατά τη γνώμη μας το σημαντικότερο ερώτημα: αυτό της αποτυχίας της επανάστασης, το οποίο δεν μπορεί να απαντηθεί αμιγώς με στρατιωτικούς όρους (για παράδειγμα σε σύγκριση με το Βιετνάμ). Επίσης, εξαιρετικά απλοϊκή είναι η ερμηνεία ότι ο αναρχοσυνδικαλισμός κυριάρχησε στην Ισπανία ακριβώς λόγω της υπανάπτυξης της και τον αγροτικό χαρακτήρα της οικονομίας της. Δεν υφίσταται κάποιος κοινωνικός αλγόριθμος που να συσχετίζει τον πολιτικό προσανατολισμό των κινημάτων με την οικονομική ανάπτυξη των χωρών όπου δρουν. Εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε η ρωσική και η κινεζική επανάσταση θα έπρεπε να έχουν άλλο πολιτικό πρόσημο, ενώ, σε αντιδιαστολή, στη Μ. Βρετανία και στις ΗΠΑ (στις οποίες έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σημαντικό ρόλο στο συνδικαλιστικό κίνημα κατείχαν οι I.W.W. Industrial Workers of the World) θα έπρεπε να είχαν οργανωθεί ισχυρά μαρξιστικά κόμματα, για να μη μιλήσουμε για την επιρροή της αυτονομίας στην ανεπτυγμένη Ιταλική βιομηχανία τις δεκαετίες 1960-70. Επομένως, απαιτείται μια πολυπαραγοντική προσέγγιση για να κατανοηθεί η εξαιρετικά ισχυρή παρουσία του αναρχοσυνδικαλισμού στην Ισπανία του μεσοπολέμου, την οποία πολλοί μαρξιστές αναλυτές αδυνατούν να ερμηνεύσουν ή ξεμπερδεύουν μαζί της τοποθετώντας την στο ράφι των αρχαϊκών κινημάτων νοσταλγίας του κοινοτικού παρελθόντος.

Η αντιφασιστική Ισπανία στον λαβύρινθο του αστικού κοινοβουλευτισμού και του Λαϊκού Μετώπου: Μια διεθνής σύγκρουση σε ένα εθνικό πεδίο

C:\Users\jimma\Downloads\image070.jpg

Έχει υποστηριχθεί ότι ο ισπανικός εμφύλιος, ο οποίος υπενθυμίζουμε έληξε την 1η Απριλίου 1939, αποτελεί την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δε θα συμφωνήσω με αυτή την άποψη, περισσότερο ως προοίμιο μπορούμε να τον προσεγγίσουμε. Άλλωστε, αν είχε βάση αυτός ο ισχυρισμός, το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα βοηθούσε καθοριστικά τόσο τη Δημοκρατική Ισπανία όσο και τη Γαλλία του Λαϊκού μετώπου του Λ. Μπλουμ. Δυστυχώς, η Γερμανία και η Ιταλία προετοίμαζαν την πολεμική τους μηχανή και χρησιμοποίησαν την Ισπανία ως πεδίο βολής, ενώ η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, δηλαδή οι δύο πρώτες μεγάλες δυνάμεις που κήρυξαν τον πόλεμο στον Άξονα, πέντε μόλις μήνες μετά τη λήξη του ισπανικού εμφυλίου την 1η Σεπτεμβρίου 1939, στην περίοδο του ισπανικού εμφυλίου ακολουθούσαν την πολιτική «κατευνασμού» (appeasement) της ναζιστικής Γερμανίας. Η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία ακολουθούσαν μια διπλωματική στρατηγική – τη δεκαετία του 1930 – στη βάση της αυταπάτης ότι η υποχωρητικότητα και η στάση ουδετερότητας απέναντι στη ναζιστική Γερμανία και τον Αδόλφο Χίτλερ, αφενός μεν θα αποτρέψει έναν νέο καταστροφικό πόλεμο, αφετέρου, θα επιτρέψει να συγκροτηθεί ένα υπολογίσιμο ανάχωμα στην ΕΣΣΔ. Επρόκειτο για μια καταστροφική πλάνη, η οποία ενθάρρυνε την επιθετικότητα του ναζισμού και οδήγησε τελικά στο ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με τους δυσμενέστερους όρους. Οι λαοί τους πλήρωσαν με το αίμα τους αυτές τις επιλογές. Σε αυτό το πλαίσιο, επί παραδείγματι, με τη Συμφωνία του Μονάχου (Σεπτέμβριος 1938) η Βρετανία (με πρωθυπουργό τον Νέβιλ Τσάμπερλαιν) και η Γαλλία παραχώρησαν την περιοχή των Σουδητών της Τσεχοσλοβακίας στη Γερμανία, πιστεύοντας εσφαλμένα ότι εξασφάλισαν την ειρήνη. Έτσι, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί η Μ. Βρετανία και η Γαλλία δεν έπραξαν το αυτονόητο. Μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση ενός μεγάλου κράτους που βρίσκεται ανάμεσά τους, είχε υποστεί ένα φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα, το οποίο τα δύο αυτά κράτη είχαν τη δυνατότητα να επέμβουν και να το καταστείλουν εν τη γενέσει του. Υπενθυμίζουμε ότι η Μ. Βρετανία είχε υπό την κατοχή της το Γιβραλτάρ, το οποίο τηρώντας αυστηρά ουδέτερη στάση ανάγκασε ακόμα και πολεμικά πλοία που δέχονταν επιθέσεις (όπως το ισπανικό αντιτορπιλικό Lepanto) να απομακρυνθούν από το λιμάνι του. Ο κανένας μπορεί να κατανοήσει τι θα σήμαινε για τις ευρωπαϊκές ισορροπίες μια αντιφασιστική Ισπανία στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Συμπέρασμα: ο αστικός φιλελεύθερος κοινοβουλευτισμός διασύρθηκε από τον ναζισμό, εκτέθηκε για την εγκατάλειψη της Δημοκρατικής Ισπανίας, αποκαλύφθηκε ο ταξικός του προσανατολισμός και όταν κλήθηκε να πληρώσει το τίμημα, ήταν αργά για δάκρυα.

Η χώρα όμως που έκρινε με τη στάση της σε μεγάλο βαθμό την έκβαση του ισπανικού εμφυλίου ήταν η Γαλλία. Η γαλλική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου του Λ. Μπλουμ, όχι μόνο αρνήθηκε κάθε βοήθεια στη γειτονική δημοκρατική ισπανική κυβέρνηση, όπως θα ήταν αναμενόμενο αφού στόχος των λαϊκών μετώπων ήταν η συντριβή του φασισμού, αλλά, επιπλέον, πήρε την πρωτοβουλία τον Αύγουστο του 1936 για μια διακρατική Συμφωνία μη Παρέμβασης στον Ισπανικό Εμφύλιο η οποία υπογράφτηκε από εικοσιτέσσερα ευρωπαϊκά κράτη, συμπεριλαμβανομένων της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Μια συμφωνία που είχε ως αποτέλεσμα την πολιτική απομόνωση της νόμιμα εκλεγμένης δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας και βέβαια παραβιάστηκε κατάφορα από την Ιταλία, τη Γερμανία και την Πορτογαλία.

Δε χωρεί αμφιβολία για τη στάση αυτών των δύο κυβερνήσεων. Μια μετριοπαθής δημοκρατικά εκλεγμένη κεντροαριστερή παράταξη μέσω εκλογών παίρνει την εξουσία. Και γίνεται πραξικόπημα από τον στρατό, ενώ τα σύννεφα του φασισμού και ενός νέου μεγάλου πολέμου απλώνονται πάνω από την Ευρώπη. Τι θα έπρεπε να κάνουν η Βρετανία και η Γαλλία, οι οποίες μάλιστα γειτονεύουν και έχουν τη δυνατότητα με άμεση παρέμβασή τους να συμβάλλουν στην πλήρη αποτυχία του πραξικοπήματος; Πρόκειται για μια αναμφίβολη ήττα και διασυρμό του Γαλλικού Λαϊκού Μετώπου. Παρά τις πιέσεις των Γάλλων κομμουνιστών, (οι οποίοι με δική τους επιλογή δεν ανέλαβαν υπουργικές θέσεις αλλά συμμετείχαν στο λαϊκό μέτωπο), η στάση του ήταν απόλυτα αρνητική, ακόμα και για τη μαζική εθελοντική είσοδο Γάλλων στις Διεθνείς Ταξιαρχίες.

Η Συμφωνία μη Επέμβασης παραβιάστηκε ανοιχτά και απροκάλυπτα από την Ιταλία, τη Γερμανία και την Πορτογαλία.

Η Ιταλία έστειλε τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη. Ως το Φεβρουάριο του 1937 έχουν στείλει 50.000 άνδρες και ως το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς 60.000-70.000. Επίσης, 130 αεροπλάνα, 500 πυροβόλα, 12.000 οπλοπολυβόλα και 3.800 οχήματα. Συγκροτείται το CTU (Ιταλικό Εθελοντικό Εκστρατευτικό Σώμα), κυρίως από μέλη του φασιστικού κόμματος

Η γερμανική επέμβαση είναι και αυτή πολύ εκτεταμένη σε εξοπλισμό, αλλά όχι σε τακτικό στρατό. Στην Ισπανία στέλνονται βασικά αεροπόροι και τεχνικοί σύμβουλοι, αξιωματικοί, εκπαιδευτές και άλλοι. Όλοι αυτοί συγκροτούν τη Λεγεώνα Κόνδωρ (Kondor Legion), η οποία αριθμεί πάνω από 1.000 άτομα και σταδιακά φτάνει τις 6.000. Στα τέλη Ιουλίου 1936, ο Χίτλερ στέλνει τον απαραίτητο αριθμό επιβατικών αεροπλάνων Ju-52, τα οποία θα χρησιμεύσουν ως αερογέφυρα για τη μεταφορά των εθνικιστικών στρατευμάτων από το Μαρόκο στην κυρίως Ισπανία, λύνοντας έτσι ένα σοβαρό πρόβλημα για τους πραξικοπηματίες. Κι επειδή τίποτα δεν είναι ποτέ δωρεάν, οι Γερμανοί απαιτούν να παραχωρηθεί σε εταιρείες γερμανικών συμφερόντων το 40% των ισπανικών ορυχείων. Ο Φράνκο κάτω από την πίεση των πολεμικών απαιτήσεων, υποχρεώνεται να συμφωνήσει, ωστόσο, όπως θα δούμε, θα του δοθεί η ευκαιρία στο μέλλον να «ανταποδώσει».

Η Πορτογαλία δεν έστειλε τακτικό στρατό στον Ισπανικό Εμφύλιο (1936-1939), όμως ο δικτάτορας Σαλαζάρ, διαβλέποντας ότι επρόκειτο για «μια διεθνή σύγκρουση σε ένα εθνικό πεδίο μάχης»,[13] επέτρεψε την εθελοντική συμμετοχή περίπου 8.000 έως 12.000 Πορτογάλων στο πλευρό των εθνικιστών του στρατηγού Φράνκο. Εκτός από το έμψυχο δυναμικό, το καθεστώς της Πορτογαλίας παρείχε στη στρατιά του Φράνκο κρίσιμη υλικοτεχνική υποστήριξη, επιτρέποντας τη μεταφορά πολεμοφοδίων και εξοπλισμού μέσω της Λισαβόνας.

Η στάση της Σοβιετικής Ένωσης πρέπει να ερμηνευτεί μέσα στο πλαίσιο της συγκυρίας. Αφενός, ο μόνιμος φόβος του Στάλιν ήταν το ενδεχόμενο να συνασπιστούν οι δημοκρατικές και οι φασιστικές κυβερνήσεις εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Και βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσε τίποτα παραπάνω από μια νίκη της δημοκρατικής κυβέρνησης – πολύ περισσότερο δεν επιθυμούσε την επικράτηση ενός άλλου μοντέλου ελευθεριακού σοσιαλισμού, ανταγωνιστικού και πολύ πιο ελκυστικού από το αντίστοιχο σοβιετικό. Από την άλλη, όφειλε με το κύρος του να συντονίσει τη διεθνή αντιφασιστική δράση στο πλαίσιο της γραμμής του λαϊκού μετώπου. Έτσι, σημαντική στρατιωτική βοήθεια, αεροπλάνα, τεθωρακισμένα, οπλισμός, στρατιωτικοί σύμβουλοι, πιλότοι και χειριστές αρμάτων μάχης (αλλά όχι σοβιετικός στρατός) εστάλησαν στην Ισπανία από το φθινόπωρο του 1936, βοήθεια η οποία όμως πληρώθηκε και μάλιστα υπερτιμημένα με ισπανικό χρυσό. Συγκεκριμένα, τα σοβιετικά τεθωρακισμένα και τα αεροπλάνα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πρώτη πολιορκία της Μαδρίτης και συνέβαλαν καθοριστικά στην αποτυχία κατάληψης της πρωτεύουσας από τους πραξικοπηματίες.

Το Μεξικό δεν έστειλε (κρατικές στρατιωτικές μονάδες) στον Ισπανικό Εμφύλιο. Υπολογίζεται όμως ότι περίπου 250 έως 300 Μεξικανοί εθελοντές πολέμησαν στο πλευρό των Δημοκρατικών, ενταγμένοι κυρίως στις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Έστειλε πολεμικό υλικό, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 20.000 τυφεκίων, πολυβόλων, πυρομαχικών και αεροπλάνων, αψηφώντας τη Συμφωνία μη Παρέμβασης των Ευρωπαϊκών κρατών. Μετά το τέλος του πολέμου, το Μεξικό προσέφερε άσυλο σε χιλιάδες Ισπανούς Δημοκρατικούς.

Τα κόμματα, τα συνδικάτα και οι οργανώσεις του Λαϊκού Μετώπου

Για τη σύντομη εκείνη περίοδο, σχεδόν για μια φωτεινή στιγμή, ο κόσμος στάθηκε ακίνητος, με κομμένη την ανάσα, ενώ οι κόκκινες σημαίες του επαναστατικού σοσιαλισμού και οι μαυροκόκκινες του αναρχοσυνδικαλισμού ανέμιζαν πάνω από τις στέγες όλων σχεδόν των μεγάλων πόλεων και χιλιάδων χωριών της Ισπανίας. Αν σκεφτούμε τις μαζικές και αυθόρμητες κολεκτιβοποιήσεις των εργοστασίων, των χωραφιών, ακόμα και των ξενοδοχείων και των εστιατορίων, καταλαβαίνουμε πώς διεκδίκησαν την Ιστορία οι καταπιεσμένες τάξεις της Ισπανίας, με μια χωρίς προηγούμενο δύναμη και πάθος, και σε πολλές περιοχές της χερσονήσου έκαναν το παλιό όνειρο μιας ελεύθερης κοινωνίας, απίστευτη πραγματικότητα. Ο ισπανικός εμφύλιος χαρακτηρίστηκε εξαρχής σαν η τελευταία από τις κλασικές ευρωπαϊκές εργατικές και αγροτικές επαναστάσεις.

Murray Bookchin[14]

C:\Users\jimma\Downloads\πρώτες μέρες Βαρκελώνη.jpg

Η δύναμη των εργατικών συνδικάτων στην Ισπανία του 1936 ήταν εντυπωσιακή. Ο κυριότερος εκφραστής της εργατικής τάξης ήταν η CNT (Confederación Nacional del Trabajo). Ήδη, από το 1918 αποφασίζεται ο αναρχικός προσανατολισμός και οι ελευθεριακές αρχές της, ενώ το 1919 σε συνέδριό της που εκπροσωπούνταν 700.000 μέλη αποφασίζεται η διερευνητική συμμετοχή στην Κομμουνιστική Τρίτη Διεθνή. Η καταστολή της Κροστάνδης σοκάρει το αναρχικό κίνημα με αποτέλεσμα η CNT να αποχωρήσει από την Κομμουνιστική Διεθνή. Επρόκειτο για ένα πανίσχυρο αναρχοσυνδικαλιστικό συνδικάτο με πάνω από 1.500.000 μέλη (σε σύνολο 11.000.000 εργατών). Τα σωματεία της CNT συγκροτούνταν όχι σε ομοιοεπαγγελματική βάση, αλλά ανά εργοστάσιο ή επιχείρηση. Ήταν η αιχμή του δόρατος στην κοινωνικοποίηση της οικονομίας και στη δημιουργία πολιτοφυλακών για το μέτωπο. Στα συνδικάτα της συμμετέχουν βέβαια τα μέλη της μαζικής FAI (Federazione Anarchica Iberica) και τα μέλη του τροτσκίζοντος POUM.

Η πολιτική γραμμή που ακολούθησε η CNT με την έναρξη του εμφυλίου συμπυκνώθηκε στο σύνθημα «κάνουμε την επανάσταση για να κερδίσουμε τον πόλεμο» και αυτό πρακτικά σήμαινε ότι υποστήριζε και κάλυπτε πολιτικά και στρατιωτικά τις κολεκτιβοποιήσεις, τις κοινωνικοποιήσεις και την οργάνωση πολιτοφυλακών. Κάτω από το βάρος της αδυσώπητης πραγματικότητας και αντιλαμβανόμενη ότι μετά την άμεση εμπλοκή της Γερμανίας και της Ιταλίας χωρίς τη στήριξη, τουλάχιστον, της Σοβιετικής Ένωσης δεν υπάρχουν ελπίδες, η CNT επιλέγει να συμμετάσχει στην κυβέρνηση Καμπαγιέρο με 4 υπουργούς (Υγείας, Δικαιοσύνης, Βιομηχανίας, Εμπορίου) και στην τοπική κυβέρνηση Καταλονίας με 3 υπουργούς – στην οποία, επιπλέον, ως υπουργός Δικαιοσύνης συμμετείχε και ο ηγέτης του POUM Αντρές Νιν. Σταδιακά, στα άνετα μετόπισθεν της Βαρκελώνης, αναδύεται μια γραφειοκρατική ηγεσία στην οργάνωση, η οποία αποδέχεται ότι κάθε συμβιβασμός είναι επιτρεπτός, αρκεί να μη χαθεί ο πόλεμος και σε αυτήν την κατεύθυνση, πρέπει να αποτραπούν καταστροφικοί ανταγωνισμοί στις γραμμές του αντιφασιστικού κινήματος. Σε αυτό το πλαίσιο, υποχρεώνεται να υποχωρεί διαρκώς στις πιέσεις του PCE (Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας). Η ηγεσία έχει πλήρη επίγνωση ότι η CNT παραμένει κυρίαρχη δύναμη στο δημοκρατικό στρατόπεδο, αλλά από την άλλη, μόνη της δε μπορεί να νικήσει τους φασίστες. Το πρώτο από τα δύο συμπεράσματα επιβεβαιώθηκε τους τελευταίους μήνες του δράματος, όταν ο πόλεμος είχε κριθεί και οι Σοβιετικοί είχαν ήδη κλείσει τη στρόφιγγα της βοήθειας. Για το δεύτερο δε θα μάθουμε ποτέ εάν ίσχυε, πολύ απλά γιατί ένα τέτοιο σχέδιο δεν δοκιμάστηκε. Αν και αρκετά ισοπεδωτική και επηρεασμένη από το βάρος της ήττας, η διαπίστωση που με διαφορετικές διατυπώσεις εκφράστηκε από πολλά μέλη της CNT αργότερα εκφράζει τον λαβύρινθο στον οποίο υποχρεώθηκε να μπει το αναρχικό κίνημα στην Ισπανία: «για να κερδίσουμε τον πόλεμο, θυσιάσαμε τις αρχές μας, οπότε δεν υπήρχαν πλέον πολεμικοί σκοποί για να πολεμήσεις». Από ένα σημείο και μετά, οι διαφωνίες των ηγετικών στελεχών με την εργατική βάση, στην οποία συγκροτούνται ισχυρές ριζοσπαστικές τάσεις διαφωνίας με την κεντρική γραμμή, εκδηλώνονται στους δρόμους της Βαρκελώνης. Αλλά γι’ αυτά θα πούμε παρακάτω.

Η UGT (Unión General de Trabajadores) ήταν το σοσιαλιστικό συνδικάτο, επίσης με περίπου 1.500.000 μέλη. Αν και αρχικά τηρούσε μια πιο μετριοπαθή στάση, η αριστερή του πτέρυγα συνεργάστηκε στενά με τη CNT σε τοπικό επίπεδο για την οργάνωση της παραγωγής και τον πόλεμο. Στην UGT συμμετείχαν τα μέλη του PSOE (Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα), το οποίο είχε και αυτό μαζική επιρροή στην εργατική βάση. Στην πορεία και κάτω από την πίεση των Σοβιετικών και των ισπανών κομμουνιστών, η αριστερή πτέρυγα περιθωριοποιήθηκε.

Το PCE (Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας) είναι ένα σχετικά μικρό φιλοσοβιετικό κόμμα που τον Ιούλιο του 1936 αυξάνει τα μέλη του σε 30.000, ωστόσο, από την έναρξη της σοβιετικής βοήθειας και με εφαλτήριο την ταξική πόλωση εντός του αντιφασιστικού στρατοπέδου, θα πολλαπλασιάσει την επιρροή του πλησιάζοντας τα 400.000 μέλη, τα οποία αυξάνονται διαρκώς όσο εντείνεται η σοβιετική παρουσία. Τα μέλη του συμμετέχουν την UGT. Η κοινωνική του σύνθεση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της διεύρυνσής του απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ένα κόμμα της εργατικής τάξης. Χαρακτηριστικά, από το 1937, αναλαμβάνει την οργάνωση των μικρών και μεσαίων ιδιοκτητών και εμπόρων (Σύλλογοι και Μονάδες Μικρεμπόρων και Μικροβιομηχάνων) υποστηρίζοντας τη δράση τους για την ανάκτηση επιχειρήσεων και το μπλοκάρισμα των κολεκτιβοποιήσεων, χαρακτηρίζοντας ως ανεπίτρεπτους διασπαστικούς εξτρεμισμούς εκτός της γραμμής του Λαϊκού Μετώπου τις βιομηχανικές και αγροτικές κολεκτίβες.[15]

Το POUM (Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενότητας), μια μαρξιστική οργάνωση με σχέσεις συνεργασίας με τον διεθνή τροτσκισμό, το οποίο όμως δε μπορεί να χαρακτηριστεί τροτσκιστικό. Ο ίδιος ο Τρότσκι διαφωνούσε με αρκετές επιλογές του. Είχε 10.000 μέλη τον Ιούλιο του 1936 τα οποία αυξήθηκαν σε 70.000 τους επόμενους μήνες. Τα μέλη του συμμετείχαν στη CNT. Ηγετική φυσιογνωμία, ο Αντρές Νιν, παλαιό μέλος της CNT που μετά τη ρωσική επανάσταση βρέθηκε στη Σοβιετική Ένωση, ανέπτυξε φιλίες με τον Λένιν και υπήρξε γραμματέας του Τρότσκι. Βασική πολιτική κατεύθυνση του POUM ήταν η ενότητα με τη CNT-FAI και τους αριστερούς σοσιαλιστές ώστε να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό κέντρο που θα διευθύνει τον πόλεμο αλλά και την επανάσταση.

Η Squerra Republicana de Catalunya (ERC), Δημοκρατική Αριστερά της Καταλονίας, δηλαδή οι Καταλανοί αυτονομιστές.

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες, το κίνημα αλληλεγγύης στον αντιφασιστικό αγώνα και η τύχη των σοβιετικών αξιωματούχων

Το φθινόπωρο του 1936, εμφανίζεται στο Παρίσι ένας Γιουγκοσλάβος, ο Γιόσιπ Μπροζ. Αναλαμβάνει την οργάνωση (διαβατήρια, οδηγίες, χρήματα) των εθελοντών από την Ανατολική Ευρώπη που σκόπευαν να πολεμήσουν στον Ισπανικό εμφύλιο, στο πλευρό της Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Ο Γιόσιπ, έμεινε γνωστός στην ιστορία ως Γιόσιπ Μπροζ Τίτο. Η απόφαση για τη συγκρότηση των Διεθνών Ταξιαρχιών ελήφθη από την Κομμουνιστική Διεθνή η οποία υπήρξε ο βασικός οργανωτής τους. με τη σύμφωνη γνώμη της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία αποφάσισε να ενισχύσει ανοιχτά τις δυνάμεις που αντιστέκονταν στο πραξικόπημα του Φράνκο ο οποίος υποστηριζόταν από τους Χίτλερ και Μουσολίνι.

 Το Παρίσι ορίστηκε ως το κέντρο συγκέντρωσης και οργάνωσης των εθελοντών, ενώ αντίστοιχα, η βάση των εθελοντών στην Ισπανία ήταν η πόλη Αλμπαθέτε. Τα μέλη των Διεθνών Ταξιαρχιών, εργάτες κομμουνιστές στην πλειοψηφία τους, πολέμησαν με γενναιότητα στη Μαδρίτη και σε πολλά μέτωπα του εμφυλίου έφτασαν τους 43.000 μαχητές. Από αυτούς, περίπου οι 10.000 έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Το 1938, σταδιακά, η Σοβιετική Ένωση αποσύρει τη βοήθειά της και οι Διεθνείς Ταξιαρχίες αποσύρονται. Πολλά από τα μέλη τους, επιστρέφοντας στις πατρίδες τους θα υποστούν διώξεις και φυλακίσεις, ας συνεκτιμήσουμε ότι στην Ελλάδα, όσοι επέστρεψαν είχαν να αντιμετωπίσουν τις διώξεις της δικτατορίας Μεταξά.

Από το φθινόπωρο του 1936, η Μαδρίτη, η Βαλένθια, η Βαρκελώνη και άλλες ισπανικές πόλεις κατακλύσθηκαν από ένα ετερόκλητο πολυεθνικό πλήθος υποστηρικτών της δημοκρατικής κυβέρνησης. Εθελοντές για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες όλων των πολιτικών τάσεων, λογοτέχνες και δημοσιογράφοι, (ανάμεσα σε αυτούς, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Τζωρτζ Όργουελ, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, η Μάρθα Γκέλχορν, ο Ιλία Έρενμπουργκ), διπλωμάτες, στρατιωτικοί σύμβουλοι, τυχοδιώκτες και βέβαια, πράκτορες μυστικών υπηρεσιών οι οποίοι εμφανίζονταν με κάποιο από τα παραπάνω προσωπεία, συνέθεταν ένα πολύχρωμο πολιτικό αντιφασιστικό δυναμικό που σαφέστατα ήταν υπέρ της Δημοκρατικής κυβέρνησης.

Ωστόσο, ορισμένοι από τους πρωταγωνιστές του δράματος είχαν εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες από την ήττα του φασισμού. Η σφοδρότητα και τα επίδικα της ισπανικής αρένας ήταν τόσο ισχυρά που αρκετοί από αυτούς, μέσα σε αυτή τη δίνη, μετά τη λήξη του εμφυλίου ακολούθησαν απροσδόκητες πορείες – για παράδειγμα, εκτιμώντας ότι η επιστροφή στη Σοβιετική Ένωση πιθανότατα ισοδυναμούσε με θανατική καταδίκη (όπως συνέβη επί παραδείγματι με τους σοβιετικούς Αντόνοφ-Οφζέενκο πρόξενο στη Βαρκελώνη, Βλαντιμίρ Γκόρεφ στρατιωτικό σύμβουλο, Μιχαήλ Κολισόφ δημοσιογράφο συγγραφέα και μέλος της NKVD, Αβράμ Σλούτσκυ διευθυντή του τμήματος διεθνών υποθέσεων της NKVD, Αρτούρ Στασέφσκυ, στέλεχος της αντικατασκοπείας του Κόκκινου Στρατού) υπήρξαν περιπτώσεις σοβιετικών πρακτόρων που προτίμησαν να αυτομολήσουν στη Δύση (ενδεικτικά, ο Βάλτερ Κριβίτσκι, στέλεχος της Διεύθυνσης Αντικατασκοπείας του Κόκκινου Στρατού και ο Αλεξάντερ Ορλώφ, επικεφαλής του δικτύου της NKVD στην Ισπανία).

Η κυβέρνηση Καμπαγιέρο

Η επίθεση στη Μαδρίτη επιτάχυνε τις πολιτικές εξελίξεις και οδήγησε στη συγκρότηση της κυβέρνησης Καμπαγιέρο στην οποία συμμετείχαν όλα τα αντιφασιστικά κόμματα και οι οργανώσεις. Ο Καμπαγέρο, πρώην Γ.Γ. της UGT, διέθετε πολύ μεγάλο κύρος στην εργατική τάξη. Στις 4 Νοέμβρη του 1936, η CNT εισήλθε στην κεντρική κυβέρνηση, αναλαμβάνοντας τέσσερα υπουργεία. Οι τέσσερεις αναρχικοί υπουργοί ήταν: Δικαιοσύνης ο Γκαρθία Ολιβέρ, Βιομηχανίας ο Πεϊρό, Υγείας η Μοντσένυ και Εμπορίου ο Λόπεθ. Η απόφαση των αναρχικών για την είσοδο στην κυβέρνηση πάρθηκε λόγω της πολιορκίας της Μαδρίτης από τους φρανκιστές. Σημαντικός λόγος επίσης ήταν ότι η ηγεσία της έκρινε ότι μια διαφορετική επιλογή θα οδηγούσε την οργάνωση σε περιθωριοποίηση.

Η κυβέρνηση αυτή ικανοποιεί εν μέρει τους στόχους των κομμουνιστών ενώ, από την άλλη, εισάγει μια σειρά από φιλολαϊκά μέτρα, όπως το διάταγμα για τη νομιμοποίηση των κοινωνικοποιημένων ιδιοκτησιών, την αμνηστία σε αγωνιστές του εργατικού κινήματος, την απονομή ψήφου και ίσων δικαιωμάτων στις γυναίκες (και ψήφου), τη σύσταση λαϊκών δικαστηρίων κατά του εχθρού, την κατάργηση των προνομίων της Εκκλησίας και της ιδιοκτησίας της.

Από την άλλη πλευρά, ο Καμπαγιέρο δεχόταν ασφυκτικές πιέσεις από τους σοβιετικούς και το PCE για να μπλοκάρει τις κολεκτιβοποιήσεις, να περιθωριοποιήσει τη CNT, να προχωρήσει στην στρατιωτικοποίηση των λαϊκών πολιτοφυλακών και, το κυριότερο, να αποδεχτεί την ενοποίηση του κόμματός του (PSOE) με το PCE. Πράγματι, η στρατιωτικοποίηση προχώρησε και μάλιστα με τη συναίνεση της CNT, παρά τις έντονες αντιρρήσεις στο εσωτερικό της. Ωστόσο, ο Καμπαγιέρο αντιστεκόταν σθεναρά στην ενοποίηση των δύο κομμάτων παρά τις εσωτερικές πιέσεις που δέχθηκε, χαρακτηριστικά, η νεολαία του κόμματός του με γραμματέα τον Καρίγιο (μετέπειτα για πολλά χρόνια γραμματέα του PCE) αποφασίζει και υλοποιεί την ενοποίηση με τη νεολαία του PCE.

Αναρχικός μέχρι τέλους: Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι

Πάντα ζούσαμε σε τρώγλες και σε τρύπες στους τοίχους. Θα ξέρουμε πώς να βολευτούμε για λίγο καιρό. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάς ότι μπορούμε και να χτίσουμε. Εμείς είμαστε που χτίσαμε αυτά τα παλάτια και τις πόλεις, εδώ, στην Ισπανία και στην Αμερική και παντού. Εμείς οι εργάτες. Μπορούμε να χτίσουμε άλλα για να τ’ αντικαταστήσουμε. Και καλύτερα. Δε φοβόμαστε καθόλου τα ερείπια. Πρόκειται να κληρονομήσουμε τη γη. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία γι’ αυτό. Η αστική τάξη μπορεί να γκρεμίσει και να ερειπώσει τον ίδιο της τον κόσμο πριν εξαφανιστεί απ’ το προσκήνιο της Ιστορίας. Κουβαλάμε έναν καινούριο κόσμο, εδώ, στις καρδιές μας. Αυτός ο κόσμος γεννιέται αυτή τη στιγμή.

Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι[16]

Όταν ξεκίνησε η πολιορκία της Μαδρίτης, ο Ντουρρούτι πιέστηκε αφόρητα από την ηγεσία της CNT να αποσύρει μια φάλαγγα από την Αραγωνία την οποία να οδηγήσει ο ίδιος στη Μαδρίτη για την ενίσχυση της άμυνας της πόλης και την ανύψωση του ηθικού του πληθυσμού της. Ο ίδιος δε συμφωνούσε καθόλου με αυτή την επιλογή, αλλά στο τέλος αποδέχτηκε την άποψη των συντρόφων του. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά, ο Ντουρρούτι σκοτώθηκε στη γραμμή πυρός υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Όταν ήδη από τις πρώτες ημέρες της επανάστασης, κύκλοι της CNT εξέφραζαν τον προβληματισμό μήπως τα ικανότερα στελέχη δεν πρέπει να σταλούν στο μέτωπο για να «προστατευτούν», ο Μπουεναβεντούρα ξεκινούσε την οργάνωση μιας μεγάλης φάλαγγας που θα ξεκινούσε για την κατάληψη της Σαραγόσα. Ο Ντουρρούτι έμοιαζε να υπηρετεί εκείνη τη ρήση του Γκαίτε: «Εν αρχή ην η πράξις». Άνθρωπος της δράσης, με φτωχή εργατική καταγωγή, μηχανικός και μεταλλουργός με συνδικαλιστική δράση, παράνομες ενέργειες, καταδίκες σε θάνατο, φυλακίσεις, εξορίες και διώξεις, στις οποίες πάντα κρατούσε μια στάση εξαιρετικά γενναία.[17] Όσοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν, μιλούν για έναν άνθρωπο με μεγάλη εσωτερική δύναμη, εξαιρετικά αυστηρό με τον εαυτό του αλλά και με τους άλλους και ταυτόχρονα καλοσυνάτο, προσηλωμένο στα αναρχικά ιδανικά, ικανό να προσαρμόζει την τακτική του στις συνθήκες που έβαζε η πραγματικότητα χωρίς να ξεφεύγει από τη στρατηγική του ελευθεριακού κομμουνισμού. Ο Ντουρρούτι δήλωνε πως «εμείς κάνουμε επανάσταση και πόλεμο ταυτόχρονα». Υποστήριζε ότι δεν μπορούν να υπάρξουν δύο διακριτά στάδια, πρώτα ο αντιφασιστικός πόλεμος και μετά η κοινωνική επανάσταση. Αντίθετα, οι εργάτες πολεμώντας έπρεπε να σταθεροποιήσουν και τις επαναστατικές κατακτήσεις, αλλιώς θα έχαναν και τα δύο.

Η πολιτική του γραμμή δεν ήταν ένα λαϊκό μέτωπο-προϊόν συνεννόησης των ηγεσιών των κομμάτων και των οργανώσεων, αλλά ένα μέτωπο ενάντια στον φασισμό που θα χτίζεται και θα στηρίζεται από τους ίδιους τους εργάτες και τους αγρότες στη βάση των ταξικών τους συμφερόντων. Κάποιοι λένε πως δεν ήταν κανένας καταπληκτικός ρήτορας κι όμως οι ομιλίες του, λιτές και συγκινητικές άγγιζαν το νου και την καρδιά των εργατών γιατί ήταν ένας από αυτούς και γιατί τα λόγια του έβγαιναν μέσα από την καρδιά του, απέπνεαν ταξική αυτοπεποίθηση, γιατί ότι έλεγε το εννοούσε, δεν ήταν τακτικιστής, δεν έδινε εντολές από τα μετόπισθεν που άλλοι έπρεπε να εκτελέσουν, δεν έκανε δηλώσεις του τύπου «καλύτερα να πεθαίνει κανείς όρθιος παρά να ζει γονατισμένος» για να πάρει το επόμενο αεροπλάνο για το Παρίσι. Καλούσε τους αντιφασίστες να τον ακολουθήσουν σε όλους τους κινδύνους, να πολεμήσουν στο πλευρό του και το εννοούσε. Πολεμούσε στην πρώτη γραμμή κι εκεί σκοτώθηκε. Ήταν ο φυσικός ηγέτης της ταξιαρχίας του κι όμως ήταν ένας από τους στρατιώτες της, κανένα προνόμιο, καμιά στολή, καμιά ιεραρχία δεν κηλίδωσαν τις ιδέες του. Γι’ αυτό δεν ήταν τυχαίο ότι το κύρος του ήταν τεράστιο στους επαναστατικούς κύκλους: τον αγαπούσαν αλλά και τον φοβούνταν. Ενέπνεε τον σεβασμό στους αναρχικούς, στους πουμίστες, στους σοσιαλιστές, στους δημοκράτες, στους κομμουνιστές εργάτες.

Ο Ντουρρούτι ήταν έξαλλος με το γεγονός ότι ένα μέρος των όπλων, άκρως απαραίτητο για το μέτωπο είχε κρατηθεί στα μετόπισθεν. Έστελνε οργισμένες επιστολές, απαιτούσε οι εθελοντές που πάνε στο μέτωπο να φέρνουν και το όπλο τους μαζί, απειλούσε ότι θα επιστρέψει με μια ταξιαρχία στη Βαρκελώνη και θα κατασχέσει τα όπλα, όταν επέστρεφε στη Βαρκελώνη και έβλεπε οπλισμένους εργάτες στους δρόμους τους αφόπλιζε και μάζευε τα τουφέκια για το μέτωπο, αφόπλιζε τους ίδιους του τους φίλους, άδειαζε αποθήκες όπλων αδιαφορώντας από ποια οργάνωση ελέγχονταν. Πράγματι, η έλλειψη όπλων και ιδιαίτερα πυροβόλων, σε μεγάλο βαθμό στοίχισε την αδυναμία κατάληψης της Σαραγόσα, μια πόλη με έντονη αναρχοσυνδικαλισιτκή παράδοση και με καθοριστική σημασία συνολικά για την έκβαση του εμφυλίου.

Ήταν αντίθετος με τη στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών και ο λόγος του απέπνεε μια περιφρόνηση για τα μετόπισθεν και την υψηλή πολιτική που εξυφαινόταν εκεί: «Κάνετε λάθος, κύριοι σύμβουλοι, με το διάταγμα για τη στρατιωτικοποίηση των Πολιτοφυλακών. Αφού μιλάτε για σιδηρά πειθαρχία, σας καλώ να έρθετε μαζί μου στο μέτωπο. Εκεί είμαστε όσοι από εμάς δεν δεχόμαστε καμία πειθαρχία διότι ξέρουμε να κάνουμε το καθήκον μας. Θα δείτε λοιπόν την τάξη και την οργάνωσή μας. Μετά, θα έρθουμε στη Βαρκελώνη και θα σας ρωτήσουμε για τη δική σας πειθαρχία, τη δική σας τάξη και το δικό σας έλεγχο, που δεν έχετε».

Όμως, η περιφρόνηση προς τα μετόπισθεν δεν ήταν μια προσωπική ιδιοτροπία του Ντουρρούτι. Όταν μετά τον θάνατό του Ντουρρούτι, ο Θιπριάνο Μέρα μαζί με τους Βάγια και Βαλ από το Συμβούλιο Άμυνας του Κέντρου που αποτελούσαν τον πυρήνα της CNT που συντόνιζε τις ταξιαρχίες της στις μάχες της Μαδρίτης επισκέφθηκαν τη Βαλένθια και πρότειναν στον Γκαρθία Ολιβέρ να αναλάβει την ταξιαρχία του Ντουρρούτι εισέπραξαν την κάθετη άρνηση και της Εθνικής Επιτροπής της CNT και του ίδιου του Ολιβέρ. Όπως θα γράψει ο Μέρα στα απομνημονεύματά του «συνειδητοποιήσαμε ότι στους επίσημους κύκλους της Βαλένθια ούτε καν οι σύντροφοί μας δεν ζούσαν στους ρυθμούς του πολέμου. Όλοι προσπαθούσαν να περνούν όσο το δυνατόν καλύτερα, πήγαιναν στο γραφείο στις δέκα το πρωί και στη συνέχεια γέμιζαν τα μπαρ και τα εστιατόρια όπου δεν τους έλειπε τίποτα».[18]

Για τον θάνατο του Ντουρρούτι ειπώθηκαν και υποστηρίχθηκαν όλες οι πιθανές εκδοχές. Το απόλυτα τεκμηριωμένο γεγονός είναι ότι ο Ντουρρούτι πυροβολήθηκε εξ επαφής, πισώπλατα και η σφαίρα είχε ελαφρά καθοδική πορεία από το ύψος του αριστερού ώμου. Οι μαρτυρίες της συζύγου του Εμιλιέν Μορέν και όλου του ιατρικού προσωπικού δεν αφήνουν κανένα περιθώριο άλλης πιθανότητας.[19] Αποκλείονται έτσι οι εκδοχές που διαδόθηκαν ευρύτατα, ότι σκοτώθηκε από τους φασίστες ή από το ίδιο του το όπλο το οποίο εκπυρσοκρότησε καθώς ακούμπησε τον υποκόπανο στον δρόμο για να βγει από το αυτοκίνητο ή από αδέσποτη σφαίρα που εξοστρακίστηκε ή από λιποτάκτες με τους οποίους λογομάχησε. Απομένει μία και σαφής εξήγηση, αυτή της εκτέλεσης από «φίλιο» πρόσωπο, άρα απομένουν οι δυο τελευταίες εκδοχές είτε της δολοφονίας του από εκτελεστές της Μόσχας είτε από τους ίδιους τους συντρόφους του. Όσο για τις μαρτυρίες και τις εκδοχές, όπως έχει ειπωθεί, η σιωπή είναι προτιμότερη από ατεκμηρίωτες βολικές εξηγήσεις: «Ας σιωπήσουμε, λοιπόν, γιατί είμαστε βαθιά πεπεισμένοι ότι η αλήθεια δεν έχει ειπωθεί».[20] Δεδομένου ότι περαιτέρω τεκμήρια δεν υπάρχουν και, επιπλέον, ο ιστορικός δεν είναι δικαστής, οφείλουμε να σταματήσουμε εδώ. Να μας επιτραπεί μόνο να σχολιάσουμε την έκπληξή μας όταν διαβάσαμε τον ισχυρισμό του έγκριτου και έγκυρου μαρξιστή ιστορικού Έρικ Χόμπσμπάουμ ότι ο Ντουρρούτι «πιθανόν σκοτώθηκε από έναν από τους ίδιους του τους πουρίστες συντρόφους».[21] Έτσι απλά. Χωρίς να ενημερώνει για όλα τα παραπάνω τους αναγνώστες του, χωρίς να παίρνει υπόψη του τα πανό στην κηδεία του αναρχικού αγωνιστή με σύνθημα «Ποιος σκότωσε τον Ντουρρούτι;», χωρίς να συνεκτιμά ότι οι αναρχικοί στην Ισπανία ούτε μυστικές φυλακές είχαν, ούτε βασανιστήρια πολιτικών τους αντιπάλων έκαναν. Αλλά αρκεί, ως εδώ.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο θάνατός του ωφέλησε τις συμβιβαστικές τάσεις στο εσωτερικό της CNT και βέβαια έλυσε τα χέρια των σοβιετικών και του PCE να επιτεθούν στους αναρχικούς και στο POUM και να επιβάλουν τους δικούς τους όρους στο αντιφασιστικό στρατόπεδο ξηλώνοντας σταδιακά όλες τις επαναστατικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Στη βαλίτσα του βρέθηκαν μια αλλαξιά εσώρουχα, δυο πιστόλια, ένα ζευγάρι κυάλια και ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου. Αυτή ήταν όλη κι όλη η περιουσία του.

Τα γεγονότα της Βαρκελώνης: ο εμφύλιος μέσα στον εμφύλιο

«ο φασισμός θα μπορέσει να θριαμβεύσει μόνο αν διεξάγουμε πόλεμο ενάντια στο φασισμό και ταυτόχρονα πόλεμο στους δρόμους της Βαρκελώνης μεταξύ μας. Αν από τις διχόνοιές μας και τις διαμάχες μας χάσουμε αυτόν τον πόλεμο ενάντια στο φασισμό, εγώ ζητώ από αυτούς τους συντρόφους που δεν το έχουν ακόμα καταλάβει, να έχουν τόση δα φαντασία και να δουν, προοπτικά, λιγότερο ή περισσότερο μακροπρόθεσμα, τους εαυτούς τους να περιδιαβαίνουν ηττημένοι και ντροπιασμένοι στους δρόμους των πόλεων του εξωτερικού, μακριά από τη χώρα τους, και αναλογιζόμενοι τις τεράστιες ανοησίες που θα καθιστούσαν ή που θα είχαν καταστήσει εφικτή μια τέτοια ήττα. Τους ζητώ να έχουν λίγη δα φαντασία και να μη θελήσουν να βρεθούν ποτέ στη ζωή τους σε μια κατάσταση ενός ανθρώπου που, παρότι μπορούσε να κερδίσει μια μάχη, την έχασε λόγω της ανοησίας του»

Τζοάν Κομορέρα[22], ιδρυτής του PSUC (το καταλανικό ενοποιημένο κομμουνιστικό-σοσιαλιστικό κόμμα)

Στις κρίσιμες μέρες και νύχτες του Μάη του 1937, ο Κομορέρα συνιστούσε καταλλαγή των παθών αλλά γεγονός είναι ότι και εκείνος συμμετείχε στις συγκρούσεις της Βαρκελώνης. Διαγράφτηκε από το PCE μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την κατηγορία του αυτονομιστή, συνελήφθη στην Ισπανία το 1954 και πέθανε στη φυλακή το 1958, επιβεβαιώνοντας με την ίδια την τραγική πορεία του την πολιτική του πρόβλεψη-προειδοποίηση. Ακόμα πιο αδιαμφισβήτητο όμως είναι το γεγονός ότι η ευθύνη για την έναρξη των γεγονότων ανήκει αποκλειστικά στην ηγεσία του PCE το οποίο σχεδίασε και υλοποίησε το χτύπημα στη Βαρκελώνη, την πόλη με την πιο ισχυρή αναρχική επιρροή, με στόχο τον πλήρη έλεγχο της πόλης, την εξόντωση του POUM (τα μέλη του οποίου συστηματικά κατηγορούσαν ως πράκτορες του Χίτλερ και του Φράνκο!) και την πτώση της κυβέρνησης Καμπαγιέρο, υπολογίζοντας στην υποχωρητικότητα της ηγεσίας της CNT και υποτιμώντας τον ριζοσπαστισμό και την ετοιμότητα της εργατικής βάσης στην πόλη.

Θυμίζουμε ότι το κτίριο της Τηλεφωνικής είχε καταληφθεί από την πρώτη ημέρα των μαχών του Ιούλη του 1936 από τις πολιτοφυλακές της CNT. Στο κτίριο της τηλεφωνικής εργάζονταν όμως και μέλη της UGT χωρίς να υπάρχει κανένα πρόβλημα. Ήδη το PCE και δεξιά στελέχη των Σοσιαλιστών διέδιδαν φήμες και δημοσίευαν καταγγελίες ότι οι αναρχικοί κατέχουν σκόπιμα το κτίριο ώστε να υποκλέπτουν τις τηλεφωνικές επικοινωνίες της κυβέρνησης (στην οποία συμμετείχαν!) – άλλωστε, άσχετα από τις κατευναστικές δηλώσεις του, τις ίδιες ακριβώς καταγγελίες διατύπωσε και μάλιστα γραπτώς ο ίδιος ο Κομορέρα αμέσως μετά τα γεγονότα, καταγγέλλοντας ρητά ότι τα μέλη της CNT που εργάζονταν στην Τηλεφωνική υπέκλεπταν συστηματικά τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού![23] Με αυτό το πρόσχημα, αιφνιδιαστικά, το πρωί της 3ης Μάη, μια ομάδα Φρουρών Εφόδου με επικεφαλής τον κομμουνιστή Αϋγκουαδέ εισβάλει στην Τηλεφωνική και αιφνιδιαστικά καταλαμβάνει το ισόγειο. Ωστόσο, μόλις οι εργαζόμενοι στους επάνω ορόφους αντιλήφθηκαν τι συμβαίνει, εξοπλίστηκαν και ξεκίνησε μάχη μέσα στο κτίριο. Οι κομμουνιστές κατείχαν το ισόγειο και οι αναρχικοί τους υπόλοιπους ορόφους. Εκπρόσωποι της CNT που έσπευσαν στην περιοχή εξασφάλισαν την προσωρινή ανακωχή και σε δεύτερη φάση οι δύο πλευρές συνεννοήθηκαν να αποχωρήσουν τα μέλη της CNT στη βάση συμφωνίας που επετεύχθη με τους κομμουνιστές ώστε να αποφευχθεί η επέκταση της σύγκρουσης. Όμως η συμφωνία δεν τηρήθηκε από την πλευρά του PCE γεγονός που έριξε λάδι στη φωτιά. Έτσι, οι εργάτες της CNT και του POUM όταν πληροφορήθηκαν τι συνέβη στην Τηλεφωνική ξεχύθηκαν στους δρόμους, έστησαν οδοφράγματα και μέσα σε λίγες ώρες ξέσπασε εξέγερση κατά του καταλανικού αλλά και του κεντρικού PCE και γενικότερα εναντίον της καταλανικής κυβέρνησης που θεωρήθηκε υπεύθυνη για την επίθεση εναντίον των αναρχικών. Τα σημαντικότερα κτίρια και οι δρόμοι της Βαρκελώνης ελέγχονταν από τους αναρχικούς, η πόλη γέμισε οδοφράγματα, ενώ τα νέα ταξίδεψαν στο μέτωπο με αποτέλεσμα οι αναρχικές φάλαγγες και η πουμίστικη 29η Μεραρχία να σχεδιάζουν να εισβάλουν στη Βαρκελώνη. Με πολύ μεγάλη προσπάθεια οι ηγεσίες της CNT και του POUM κατόρθωσαν να επιβάλουν την παραμονή των μονάδων τους στο μέτωπο. Στις 6 Μάη και οι δύο οργανώσεις καλούν τους εργάτες να αποχωρήσουν από τους δρόμους και να επιστρέψουν στις δουλειές τους, ένα κάλεσμα στο οποίο ανταποκρίθηκε πολύ απρόθυμα η βάση των δύο οργανώσεων. Στις συγκρούσεις σκοτώθηκαν ή εκτελέστηκαν πάνω από 500 άτομα εκατέρωθεν ενώ οι τραυματίες ξεπέρασαν τους 1.000.

Η πτώση της κυβέρνησης Καμπαγέρο, η καταστολή του POUM και η «εξαφάνιση» του Αντρές Νιν

Πηγαίνετε έξω. Έξω, αμέσως. Θα πρέπει να μάθετε, κύριε πρέσβη, ότι η Ισπανία μπορεί να είναι μια πολύ φτωχή χώρα και να χρειαζόμαστε πάρα πολύ την εξωτερική βοήθεια, αλλά είμαστε πολύ υπερήφανοι για να επιτρέπουμε σε έναν ξένο πρέσβη να επιβάλει τη θέλησή του στον Ισπανό πρωθυπουργό.

Τζοάν Καμπαγέρο, απευθυνόμενος στον Σοβιετικό πρέσβη

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του στενού συνεργάτη του Καμπαγέρο, Λουίς Αρακισταίν, ο Σοβιετικός πρέσβης Ρόζεμπεργκ επισκεπτόταν καθημερινά τον Ισπανό πρωθυπουργό συνοδευόμενος από υψηλόβαθμους Σοβιετικούς αξιωματούχους προσπαθώντας εκβιαστικά να επιβάλει τις οδηγίες του με τη μορφή διαταγών. Τη συγκεκριμένη ημέρα, η ένταση των φωνών του Ισπανού πρωθυπουργού ανέβηκε και άνοιξε την πόρτα δείχνοντας την έξοδο στον συνομιλητή του.[24] Οι επόμενες ημέρες κύλησαν με ανταλλαγή βαρύτατων χαρακτηρισμών ανάμεσα στις οργανώσεις και τα κόμματα του Λαϊκού Μετώπου. Το PCE απαίτησε την απαγόρευση λειτουργίας του POUM και τη σύλληψη των μελών του, κάτι που δεν αποδέχτηκε ούτε η CNT ούτε ο Καμπαγέρο. Επίσης απαίτησε να μην είναι ο Καμπαγέρο ταυτόχρονα πρωθυπουργός και υπουργός πολέμου. Τα πράγματα οδηγούνται σε αδιέξοδο και μοιραία η κυβέρνηση Καμπαγέρο καταρρέει αφού την υποστήριζαν μόνο η αριστερή (μειοψηφούσα πλέον) τάση του PSOE και η CNT. Ορκίζεται νέα κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον δεξιό σοσιαλιστή Νεγκρίν, πλήρως ελεγχόμενο από τους Σοβιετικούς. Σε αυτή την κυβέρνηση δεν συμμετέχει η CNT ούτε η UGT. Η πλήρης ρήξη στο αντιφασιστικό στρατόπεδο είναι πλέον γεγονός.

Ακολουθεί η απαγόρευση του POUM με διαταγή της κυβέρνησης και η σύλληψη όλης της ηγεσίας του, καθώς και αθρόες συλλήψεις ή/και εκτελέσεις αναρχικών και πουμιστών. Τα μέλη της Ε.Ε. του POUM δικάστηκαν με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και τα περισσότερα καταδικάστηκαν σε 11 και 15 χρόνια φυλάκισης. Ωστόσο, αυτός που «εξαφανίστηκε» ήταν ο ηγέτης του POUM, ο Αντρές Νιν. Δεν βρισκόταν ούτε στις κυβερνητικές φυλακές ούτε πουθενά. Τα συνθήματα στους τοίχους της Βαρκελώνης «μιλούσαν» για την ηθική κατάπτωση της πολιτικής αντιπαράθεσης. Όταν οι πουμίστες έγραφαν «Where is Nin?» τα μέλη του PCE απαντούσαν «In Berlin». Το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί και το PCE διέδιδαν συστηματικά ότι τον Αντρές Νιν απήγαγε ομάδα κομάντος που μιλούσαν γερμανικά, δηλώνοντας ότι ήταν πράκτορας των ναζί και τον διέσωσαν, μόνο πικρές αναμνήσεις μπορεί να ανακαλέσει, όπως για παράδειγμα εκείνη την ανακοίνωση του ΚΚΕ την ημέρα εκτέλεσης του Πλουμπίδη ότι «ο Πλουμπίδης δεν πέθανε, αλλά μεταφέρθηκε στην Αμερική, όπου γεμίζει τις μέρες και τις τσέπες του με το πικρό αντίτιμο της προδοσίας». Στο βιβλίο του ο Δημήτρης Μπελαντής αναφέρεται εξαιρετικά αναλυτικά στις μαρτυρίες των Σοβιετικών, των πρακτόρων που αυτομόλησαν, καθώς και των στελεχών του PCE που εμπλέκονταν. Πρόκειται για ένα κλασσικό παιχνίδι μετάθεσης ευθυνών, όπου η μία πλευρά επιχειρεί να τα φορτώσει στην άλλη. Στο τέλος, παραθέτει την έγκυρη έρευνα στα αρχεία της NKVD που αποδεικνύει ότι ο Αντρές Νιν απήχθη, φυλακίστηκε στο σπίτι αξιωματικού της αεροπορίας μέλους του PCE, βασανίσθηκε φριχτά για να ομολογήσει ότι είναι πράκτορας των φασιστών και αφού άντεξε στα βασανιστήρια εκτελέστηκε. Στα αρχεία της NKVD αναφέρονται τα ονόματα των Σοβιετικών, αλλά και κομμουνιστικών στελεχών από άλλες χώρες που συμμετείχαν στην επιχείρηση, όμως τα ονόματα των Ισπανών που συμμετείχαν αναφέρονται με τα αρχικά τους.[25] Αν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε το σοκ από το συγκλονιστικό αυτό γεγονός, χρήσιμο θα ήταν να αναλογιστούμε ότι η μεθοδολογία του Μπελαντή αποτελεί μια κλασική περίπτωση θριάμβου των αρχείων έναντι των μαρτυριών, επιπλέον, αποδεικνύει τη σαθρότητα των αφηγημάτων που έχτισαν εκπρόσωποι του ιστορικού αναθεωρητισμού στη χώρα μας όπως οι κύριοι Καλύβας και Μαραντζίδης.

Η απαγωγή, η φυλάκιση σε μυστική φυλακή, τα βασανιστήρια και η εκτέλεση του Αντρές Νιν αποτελούν τη σκοτεινότερη στιγμή για το Λαϊκό Μέτωπο της Ισπανίας. Οι κομμουνιστές είχαν πλήρη επίγνωση των πράξεών τους, καθώς και των συνεπειών και της διεθνούς έκθεσής τους και καθόλου τυχαία, οι πρωταγωνιστές αυτών των ενεργειών, στις μαρτυρίες που κατέγραψαν αργότερα επιχείρησαν τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό, πολιτικό επίπεδο να παρουσιάσουν διαφορετικές εκδοχές του ίδιου γεγονότος. Σε γενικές γραμμές, οι Ισπανοί κομμουνιστές έριχναν τις ευθύνες στους Σοβιετικούς και το αντίστροφο.

Η ηρωική πολιορκία της Μαδρίτης και το άδοξο τέλος της

Τον Νοέμβριο του 1936, όπως ήδη επισημάναμε, ξεκινά η μεγάλη επίθεση των πραξικοπηματιών στην πρωτεύουσα. Με την έναρξη της, η κυβέρνηση μετακινείται στη Βαλένθια και η άμυνα της Μαδρίτης παραδίδεται σε ένα στρατιωτικό συμβούλιο υπό τον στρατηγό Μιάχα. Το γεγονός αυτό, όπως ήταν φυσικό, καθόλου καλή εντύπωση δεν έκανε τόσο στον πληθυσμό της πρωτεύουσας, όσο και στους υπερασπιστές της. Κατά τη φυγή υπουργών προκαλείται ένταση με αναρχικούς πολιτοφύλακες που δεν επέτρεπαν σε κανέναν να εγκαταλείψει τη Μαδρίτη.[26] Η Μαδρίτη βομβαρδίζεται αηλεώς από τη γερμανική αεροπορία – επίσης, έχει καταφθάσει η επίλεκτη γερμανική λεγεώνα Κόνδωρ με συνολική δύναμη 6.000 στρατιωτών. Σφοδρές μάχες εξελίσσονται στα δυτικά προάστια, τους δρόμους και τα κτήρια της πόλης. Η υπεράσπιση της Μαδρίτης θα εκλάβει διαστάσεις θρύλου με κυρίαρχα συνθήματα όπως “H Μαδρίτη θα γίνει ο τάφος του φασισμού” και το πασίγνωστο “No Pasaran!” (δε θα περάσουν). Πολύ σημαντική είναι η αυταπάρνηση των πολιτοφυλάκων και η συμβολή των μαχητών των Διεθνών Ταξιαρχιών αλλά καθοριστικό ρόλο παίζουν τα σοβιετικά αεροπλάνα και τεθωρακισμένα που αποδεικνύονται ανώτερης τεχνολογίας από τα αντίστοιχα γερμανικά. Οι δυνάμεις των φασιστών τελικά αποκρούονται στην Πανεπιστημιούπολη το 1936 (εκεί που σκοτώθηκε ο Ντουρρούτι) και εκδιώκονται από την πόλη, η πολιορκία της οποίας θα διαρκέσει μέχρι και το 1939 και θα περάσει από διάφορες διακυμάνσεις με επιθέσεις και αντεπιθέσεις φασιστών και αντιφασιστών. Από το φθινόπωρο του 1938, η Σοβιετική Ένωση αποσύρει σταδιακά τις δυνάμεις της και τον Νοέμβριο του 1938, οι Διεθνείς Ταξιαρχίες αποχωρούν από την Ισπανία, αντιθέτως, οι ενισχύσεις από τη Γερμανία και την Ιταλία συνεχίζουν να καταφθάνουν. Οι φρανκιστές ξεκινούν την επίθεση στην Καταλονία, την οποία και θα καταλάβουν χωρίς να αντιμετωπίσουν σθεναρή αντίσταση. Στις 26 Ιανουαρίου μπαίνουν στη Βαρκελώνη.

Στις 10 και 11 Φλεβάρη, μια ολομέλεια περιφερειακών επιτροπών της CNT αποφάσισε μια παράσταση διαμαρτυρίας στον Νεγκρίν και σύστησε επαγρύπνηση για πιθανό κομμουνιστικό πραξικόπημα – o Νεγκρίν από την πλευρά του δεν έδωσε καμία σημασία σε αυτές τις προειδοποιήσεις, άλλωστε, τόσο ο ίδιος όσο και μια μερίδα Δημοκρατικών Στρατιωτικών μετά το καταστροφικό 1938 απέβλεπαν στην πιθανότητα ενός συμβιβασμού με τον Φράνκο. Μια νέα συνάντηση των επιτροπών, προέκρινε τη σύσταση ενός Συμβουλίου Άμυνας, εν μέσω διαφωνιών και εντάσεων μεταξύ των επιτροπών των CNT και FAI αφού υποπτεύονταν ότι ο Νεγκρίν, με τη στήριξη των κομμουνιστών, ετοίμαζε πραξικόπημα. Τις τελευταίες ημέρες πριν την πτώση της Μαδρίτης, η καχυποψία ανάμεσα στις συνιστώσες του αντιφασιστικού στρατοπέδου είχε πλέον κορυφωθεί.

Στις 5 Μαρτίου, ο δημοκρατικός διοικητής της Στρατιάς του Κέντρου, συνταγματάρχης Κασάδο ανέλαβε την εξουσία, συστήνοντας ένα Εθνικό Συμβούλιο Άμυνας. Η κυβέρνηση Νεγκρίν παραιτείται και αποχωρεί αεροπορικώς από τη χώρα, ενώ οι τοπικές επιτροπές της CNT και του PCE, σε κατάσταση πλήρους σύγχυσης και εκφυλισμού, ανακαλούν από το μέτωπο τις δυνάμεις που ελέγχουν και συγκρούονται για τον έλεγχο της Μαδρίτης. Από τις 7 έως τις 12 Μαρτίου ακολουθούν σκληρές και πολύνεκρες μάχες στη Μαδρίτη ανάμεσα σε αναρχικές και κομμουνιστικές ταξιαρχίες. Οι στρατιωτικές δυνάμεις που ελέγχονται από το PCE συντρίβονται. Τα πάντα έχουν τελειώσει. Τα στρατεύματά του Φράνκο μπαίνουν στην πόλη έπειτα από λίγες μόλις ώρες μαχών. Μέχρι το τέλος του μήνα καταλαμβάνονται όλα τα Δημοκρατικά εδάφη και στις 1 Απριλίου 1939 ο στρατηγός Φράνκο εκδίδει το τελευταίο πολεμικό του ανακοινωθέν.

Η κοινωνική επανάσταση στον λαβύρινθο

Για πρώτη και μοναδική φορά, στην Ισπανία του 1936 ήταν η ώρα του αναρχοσυνδικαλισμού. Η κύρια ευθύνη της πολιτικής διαχείρισης της κατάστασης ήταν δική του, παρ’ ότι ισχύει στο ακέραιο το συμπέρασμα που αναφέραμε πριν, ότι επρόκειτο για μια διεθνής σύγκρουση σε εθνικό πεδίο. Γι’ αυτό ίσως ο πιο εύστοχος τίτλος βιβλίου που κυκλοφορεί στα ελληνικά είναι Ο Ντουρρούτι στον Λαβύρινθο, αφού συμπυκνώνει σε μια φράση τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων, τις αντιφάσεις, τα διλήμματα και τα αδιέξοδα μπροστά στα οποία βρέθηκε το επαναστατικό κίνημα στην Ισπανία το 1936. Έχει ειπωθεί ότι η ισπανική επανάσταση είχε την ατυχία να συμπέσει με την πλήρη ανάπτυξη του φασισμού και του ναζισμού, για παράδειγμα πέντε ή έξι χρόνια πριν τα γεγονότα θα ήταν αλλιώς. Η ιστορία όμως δε γράφεται με τα εάν. Άλλωστε, στον βαθμό που μιλάμε για επανάσταση, η κατάργηση της αγίας ιδιοκτησίας είναι σαφές ότι θα προκαλούσε τη διεθνή αντίδραση. Επομένως, δεν έχει νόημα η ενασχόληση με αυτό το ερώτημα.

Τι συνέβη στην Ισπανία το 1936; Εμφύλιοι πόλεμοι έγιναν και αλλού. Με σημαντικά επίδικα. Εδώ όμως μιλάμε για τη μοναδική στην ιστορία περίπτωση όπου έχουμε την έμπρακτη επαλήθευση των ιδεών της κολεκτιβοποίησης, της αυτοδιαχείρισης, της αντιιεραρχικής οργάνωσης και μάλιστα σε συνθήκες εμφυλίου. Έχουμε επανάσταση, η εργατική τάξη παίρνει τα όπλα, δημιουργεί μορφές δυαδικής εξουσίας (το PCE κατηγορούσε σθεναρά τη CNT ότι στην Καταλονία και στην Αραγωνία με τις κολεκτιβοποιήσεις και το Συμβούλιο Πολιτοφυλακών είχε γίνει «κράτος εν κράτει»). Πρόκειται για κοινωνικοποιήσεις διότι δεν έχουν ιδιοκτήτη το κράτος. Πρόκειται για κοινωνική επανάσταση διότι ήταν ο ίδιος ο οργανωμένος σε συνελεύσεις και κολεκτίβες λαός που αποφάσιζε, η CNT, όπως και το POUM ποτέ δεν ακολούθησαν την επιλογή μιας δικής τους δικτατορίας στην Καταλονία που είχαν τη δυνατότητα να το πράξουν. Διότι δεν υπήρχε κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αλλά αυτοδιαχείρισή τους, τουλάχιστον μέχρι την καταστολή της κολεκτιβοποίησης και της αυτοδιαχείρισης από το PCE και τη δημοκρατική κυβέρνηση Νεγκρίν (δυστυχώς με τη συναίνεση της ηγεσίας της CNT).

Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων του Ισπανικού Εμφυλίου δεν είναι μέχρι σήμερα εξακριβωμένος. Οι νεκροί υπολογίζονται από 300.000 ως 1.000.000. Πολυάριθμος είναι ο αριθμός των εκτελεσθέντων, στη φασιστική Ισπανία έχουμε 250.000 εκτελέσεις ως το καλοκαίρι του 1937 και συνολικά 700.000 ως το 1938. Εκεί, το αίμα χύθηκε άφθονο, σε πολύ μαζικότερες κλίμακες από τον ελληνικό εμφύλιο. Τα αντίποινα των Δημοκρατικών κινήθηκαν σε πολύ πιο ολιγάριθμο επίπεδο, 54.600 το καλοκαίρι του 1936 κυρίως γαιοκτήμονες και κληρικοί. Η μεγάλη σφαγή όμως έγινε μετά την επικράτηση του Φράνκο. Εδώ δεν έχουμε το μοντέλο της ιδεολογικής «αναμόρφωσης» μέσω φριχτών βασανιστηρίων, όπως στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, αλλά της φυσικής εξόντωσης. Δεκάδες χιλιάδες μετά το 1939 εκτελούνται από το δικτατορικό καθεστώς.[27]

Από τους τρεις αρχιπραξικοπηματίες στρατηγούς, οι δύο, ο Εμίλιο Μόλα και ο Χοσέ Σανχούρχο θα σκοτωθούν σε δύο «περίεργα» αεροπορικά δυστυχήματα τα πρώτα χρόνια του εμφυλίου, αφήνοντας μοναδικό ηγέτη των πραξικοπηματιών τον Φράνκο. Προφανώς, οι εκκαθαρίσεις και οι εμφύλιοι στο δημοκρατικό στρατόπεδο δεν αποτελούσαν παρά σταγόνα στον ωκεανό του αίματος που έρρεε στην πλευρά των πραξικοπηματιών: εκεί τα προβλήματα με αντιφασίστες ή «ενοχλητικούς» ομοϊδεάτες λύνονταν με έναν και μοναδικό τρόπο.

Ο ισπανικός εμφύλιος λειτούργησε ως καταλύτης που επιτάχυνε τη δημιουργία του Άξονα. Σε δημόσια ομιλία του στις 1 Νοεμβρίου 1936, ο Μουσολίνι διακήρυξε τη γέννηση του «Άξονα Ρώμης-Βερολίνου» γύρω από τον οποίο μπορούσαν να περιστρέφονται όλα τα ευρωπαϊκά κράτη που επιζητούσαν την ειρήνη και τη συνεργασία. Στις 25 Νοεμβρίου 1936, η Ναζιστική Γερμανία και η Ιαπωνία υπέγραψαν το λεγόμενο Σύμφωνο κατά της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Anti-Comintern Pact) που στρεφόταν κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Η Ιταλία προσχώρησε στο Σύμφωνο κατά της Κομμουνιστικής Διεθνούς στις 6 Νοεμβρίου 1937.

Η Ισπανία παρέμεινε εκτός του Δευτέρου Παγκοσμίως Πολέμου κυρίως εξαιτίας της εκτεταμένης καταστροφής και της οικονομικής εξάντλησης της χώρας από τον εμφύλιο. Επιπλέον, ο δικτάτορας Φράνκο ζήτησε υπέρογκες εδαφικές και στρατιωτικές απαιτήσεις από τον Χίτλερ (όπως το Γιβραλτάρ και γαλλικές αποικίες στην Αφρική) τις οποίες η Γερμανία δεν ήταν διατεθειμένη να ικανοποιήσει. Σε κάθε περίπτωση, ο Φράνκο επέλεξε να μην εμπλακεί άμεσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διασφαλίζοντας την επιβίωση του καθεστώτος του προς απογοήτευση των εξόριστων ισπανών αντιφασιστών

Στην Ισπανία έχουμε την πλήρη αποτυχία του Λαϊκού Μετώπου. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι υποκειμενικό. Όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, ένα πολιτικό εγχείρημα κρίνεται με βάση τους στόχους που το ίδιο έχει θέσει. Και ο κεντρικός στόχος των Λαϊκών Μετώπων ήταν η ήττα του φασισμού. Εδώ, ο στόχος υπονομεύτηκε στο όνομα των πολιτικών εκκαθαρίσεων στα μετόπισθεν αλλά και στην πρώτη γραμμή του μετώπου, αφού οι πολιτικές σκοπιμότητες καθόριζαν για παράδειγμα τον μη ανεφοδιασμό ή τον ακατάλληλο εξοπλισμό των αναρχικών ταξιαρχιών και όχι οι πραγματικές ανάγκες του μετώπου. Ο στόχος προδόθηκε από το Λαϊκό Μέτωπο της Γαλλίας. Το πρόβλημα όμως δεν είναι αμιγώς στρατιωτικό, είναι βαθύτερο. Το πνεύμα της γραμμής του Λαϊκού Μετώπου ήταν η διαταξική συμμαχία που θα συσπείρωνε την εργατική τάξη με τα μεσαία στρώματα και τμήματα του φιλελεύθερου αστισμού στο όνομα της ήττας του φασισμού. Αυτό ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί εκεί που επικρατούσαν συνθήκες όξυνσης του ταξικού ανταγωνισμού. Στην Ισπανία αποδείχτηκε η απόλυτη αποτυχία αυτής της γραμμής εκεί που δεν υπάρχει κατοχή από ξένες δυνάμεις, δηλαδή εκεί που δεν υφίσταται ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας. Επομένως, αποδείχτηκε η αποτυχία αντιμετώπισης του φασισμού ως την πιο ακραία μορφή πολιτικής οργάνωσης της αστικής τάξης σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης. Αυτός είναι και ο σημαντικότερος λόγος αποτυχίας, υπάρχουν και άλλοι που όσο και εάν συναισθηματικά ή ηθικά προβάλλονται περισσότερο, είναι δευτερεύοντες. Για παράδειγμα, στο Λαϊκό Μέτωπο δεν είχαν θέση πολιτικές δυνάμεις που κινούνται αριστερότερα από τα ορθόδοξα κομμουνιστικά κόμματα. Αυτό στην Ισπανία ήταν αδύνατο να επιβληθεί από την αρχή του εμφυλίου. Επομένως, η άκρως απαραίτητη σοβιετική βοήθεια έφτανε μαζί με τη σοβιετική γραμμή (και μάλιστα την ίδια περίοδο που διεξάγονταν οι δίκες της Μόσχας) που επέβαλε την εξόντωση του τροτσκίζοντος POUM και μια τακτική πολυδιάσπασης, συκοφάντησης, συμμόρφωσης των αναρχικών και διώξεων (ή και εξόντωσης) εναντίον των πιο ριζοσπαστικών τους στοιχείων, καθώς χωρίς τη CNT το Λαϊκό Μέτωπο δε θα είχε καμία τύχη απέναντι στον Φράνκο. Μια τέτοια τακτική προφανώς σε πρώτη φάση γεννούσε την καχυποψία, με βάση και όσα γνώριζαν για τη Σοβιετική Ένωση και οι αναρχικοί και οι πουμίστες και δημιουργούσε όλες τις συνθήκες για να έρθουν σε ανοιχτή αντιπαράθεση οι δύο πλευρές.

Μια ενδιαφέρουσα υπόθεση εργασίας που θα άξιζε τον κόπο να διερευνηθεί είναι ότι οι Γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές που συμμετείχαν στις Διεθνείς Ταξιαρχίες και ιδιαίτερα ο Τίτο, πήραν πολύ σοβαρά υπόψη τους την ισπανική εμπειρία. Αυτό πιθανόν να εξηγεί γιατί ακολούθησαν τη δική τους πολύ πιο ριζοσπαστική εκδοχή συγκρότησης Λαϊκού Στρατού, συγκροτημένη ανά βιομηχανικά συγκροτήματα, με το κόκκινο αστέρι της επανάστασης στο δίκοχο, ενώ φρόντισαν να δημιουργήσουν αιφνιδιαστικά τετελεσμένα αγνοώντας τις όποιες συνεννοήσεις Σοβιετικής Ένωσης και Μεγάλης Βρετανίας, αφού συγκρούστηκαν με την εξόριστη βασιλική κυβέρνηση και δημιούργησαν νέα επαναστατική κυβέρνηση, κερδίζοντας τη διεθνή αναγνώριση και ακολούθησαν ένα διαφορετικό μοντέλο σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης που διέφερε από την οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης. Η ρήξη με τη Σοβιετική Ένωση ήταν θέμα χρόνου, όπως και οι διαδοχικές αποτυχημένες απόπειρες εκτέλεσης του Τίτο.

Μια σημαντική ισπανική ιδιαιτερότητα ήταν ο επαναστατικός πλουραλισμός του αντιφασιστικού μετώπου, ακόμα και εντός της CNT. Πολύ περισσότερο, η αντιιεραρχική δομή της επέτρεπε να εμφανίζονται τάσεις, ομάδες, αλλά και κινήματα ανεξέλεγκτα από την αναδυόμενη ηγεσία, όπως τις ημέρες του 1937 στη Βαρκελώνη, όταν οι εργάτες και οι εργάτριες της CNT κατέλαβαν αυθόρμητα την πόλη και αρνούνταν να αποσυρθούν ή όταν κατεβλήθησαν ιδιαίτερες προσπάθειες από την ηγεσία της CNT ώστε αναρχικές ταξιαρχίες ή η 29η Μεραρχία (που ελεγχόταν από το POUM) να τεθούν υπό έλεγχο και να μην επιστρέψουν στη Βαρκελώνη, γεγονός που εκ των πραγμάτων θα δημιουργούσε μια δικτατορία της CNT στην Καταλονία και θα διχοτομούσε το αντιφασιστικό μέτωπο. Η στρατιωτικοποίηση δεν άλλαξε ριζικά την κατάσταση στον στρατό του λαϊκού μετώπου. Υπήρχαν ταξιαρχίες που ελέγχονταν από την CNT και άλλες που ελέγχονταν από το PCE, όπως για παράδειγμα το κομμουνιστικό 5ο Σύνταγμα με σημαντικές επιτυχίες στα πεδία των μαχών.

Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμα και σήμερα, οι διαδικασίες ανάδυσης μιας γραφειοκρατικής ηγεσίας, (αντίστοιχες με όσα είδαμε και στη Σοβιετική Ένωση), ακόμα και σε μια μαζική αναρχική οργάνωση, βαθιά ριζωμένη στην εργατική τάξη και με μακρόχρονη ιστορική παρουσία, δεν έχουν απασχολήσει ούτε κατ’ ελάχιστον τον αντικαπιταλιστικό χώρο – ίσως να έχουν μελετήσει αυτό το θέμα ελάχιστοι άνθρωποι. Πρόκειται βέβαια για ένα ακόμα δείγμα πολιτικής παρακμής και θεωρητικής οκνηρίας των αντικαπιταλιστικών ρευμάτων στο σύνολό τους. Την ίδια στιγμή, τα ίδια τα μέλη αυτών των οργανώσεων, αναγνωρίζουν παπαγαλίζοντας τους θεωρητικούς του μαρξισμού ή του αναρχισμού ότι μια επαναστατική οργάνωση οφείλει να λειτουργεί όπως η κοινωνία που οραματίζεται. Αλλά κατά τα λοιπά, είναι εξαιρετικά στενόχωρο και άβολο να αποδεχτούν διαδικασίες και δομές λειτουργίας που θα αποκαθηλώσουν τις θέσεις τους μέσα στον μικρόκοσμο των οργανώσεών τους. Οι οποίες ακριβώς επειδή δεν ασχολήθηκαν ποτέ στα σοβαρά με τις στρατηγικές ήττες του 20ου αιώνα, δεν προχώρησαν σε τομές και ρήξεις με το παρελθόν και τις πρακτικές που οδήγησαν σε αυτές τις ήττες, δεν επιχείρησαν έμπρακτα να ακολουθήσουν άλλους δρόμους, απλώς επαναλαμβάνουν την ίδια συνταγή περιμένοντας διαφορετικά αποτελέσματα, φέρουν το σπέρμα της αποτυχίας που αργά ή γρήγορα θα καρποφορήσει. Το μόνο που μένει σε αυτές τις συνθήκες είναι η ελπίδα ο γέρο-τυφλοπόντικας εκεί κάτω βαθιά να συνεχίζει να σκάβει ασταμάτητα.

Στην Ισπανία, οι δεκαετίες σκληρής δικτατορίας που ακολούθησαν την ήττα του 1939 ήταν πολλές. Η εφιαλτική πρόβλεψη του Κομορέρα επαληθεύτηκε στο ακέραιο. Οι δεκάδες χιλιάδες εκτελέσεις, οι διωγμοί, η εξορία, η εξαιρετικά αυταρχική δικτατορία συνέτριψε και ξερίζωσε την εργατική παράδοση. Οι εργατικές αντιφασιστικές οργανώσεις διαλύθηκαν, πολυδιασπάστηκαν, περιθωριοποιήθηκαν. Οι όποιες ηρωικές προσπάθειες, χωρίς καμία απολύτως πιθανότητα επιτυχίας, ατομικές ή συλλογικές των αναρχικών ή των κομμουνιστών να ανατρέψουν τον Φράνκο συνετρίβησαν. Η Ισπανία είχε πλέον αλλάξει σελίδα. Ακολούθησαν, λόγω της πολιτικής της δικτατορίας, δεκαετίες οικονομικής απομόνωσης από τη Δύση και οικονομικής πολιτικής αυτάρκειας, με έντονα τα στοιχεία του κεντρικού κρατικού σχεδιασμού (τι ειρωνεία!) που βύθισαν στη φτώχεια και τη μαύρη αγορά την Ισπανία. Η πολιτική καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Μετά τον θάνατο του Φράνκο, η επάνοδος στον κοινοβουλευτισμό έγινε βελούδινα, δεν υπήρξε εδώ ούτε Πολυτεχνείο, ούτε επανάσταση των γαρυφάλλων, επομένως ούτε αίτημα αποχουντοποίησης, το αντίθετο, η κοινωνία όφειλε να ξεχάσει, ο καπιταλισμός να αναπτυχθεί, η ταξική συναίνεση να συνεχίσει να βασιλεύει και τα πάθη να μείνουν στο παρελθόν, το αίμα των θυσιασμένων και οι χαμένοι στόχοι τους να κρυφτούν κάτω από το χαλί. Η κοινότητα των πολιτικών εξόριστων, ιδιαίτερα στη Γαλλία, πέρασε δύσκολες μέρες, η απογοήτευση και η πολυδιάσπαση κυριάρχησαν. Η Εμιλιέν Μορέν έλεγε χαρακτηριστικά: «Θέλω πολύ ευχαρίστως να πιστέψω όσα γράφονται εκεί [στην εφημερίδα των εξόριστων αναρχικών], αλλά μερικά είναι τόσο απλά, τόσο αφελή. Ίσως είναι μια σκληρή λέξη, αλλά λέω αυτό που σκέφτομαι. Δεν μπορώ να τους ακολουθήσω. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι αρκεί να γυρίσουν στην Ισπανία, όταν έρθει ο καιρός και μπορούν να ξαναρχίσουν από εκεί που σταμάτησαν τότε. Αλλά ό,τι έφυγε, έφυγε. Δεν κάνεις δύο φορές την ίδια επανάσταση».[28]

  1. Ο Liberto Sarrau γεννήθηκε στη Fraga (σύνορα Καταλονίας και Αραγονίας) το 1920. Όταν ήταν πολύ μικρός, η οικογένεια μετακομίζει στη Βαρκελώνη καθώς ο πατέρας του, λόγω της έντονης δραστηριότητάς του ως αναρχοσυνδικαλιστής, απολύθηκε από τις γραμμές του τραμ. Στη Βαρκελώνη, ο Liberto άνοιξε ένα κιόσκι που πουλούσε εφημερίδες. Εκεί, ήρθε σε επαφή με την τέχνη της τυπογραφίας, κάτι που του χρειάστηκε αργότερα στην παρανομία. Είχε τη χαρά να παρακολουθεί το Natura School, ελευθεριακό σχολείο βασισμένο στα Μοντέρνα Σχολεία του Φερέρ και ιδρυμένο από την αναρχοσυνδικαλιστική CNT. Δάσκαλός του υπήρξε ο αναρχικός Puig Elias. Στο πραξικόπημα του Φράνκο τον Ιούλη του 1936, έστησε μαζί με άλλα παιδιά της ηλικίας του την ομάδα «Quijotes del Ideal» (Κιχότες των Ιδανικών). Συμμετείχε στο μέτωπο εθελοντικά, λέγοντας ψέματα για την ηλικία του, πριν καν κλείσει τα 17. Σύντομα όμως τον ανακάλυψαν και στάλθηκε να δουλέψει σε μια αγροτική κολεκτίβα. Ξαναπήγε να πολεμήσει όταν πια είχε ενηλικιωθεί, στην 26η Ταξιαρχία (πρώην Φάλαγγα Durruti) με επικεφαλής τον Ricardo Sanz.

  2. «Η ομάδα Nosotros (Ασκάσο, Ντουρρούτι, Ολιβέρ, Χοβέρ, Σανθ, Αουρέλιο, Ορτίθ και Βαλένθια) έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αναδιοργάνωση και τον προσανατολισμό της CNT στην Καταλονία». Μετά τη διαφωνία Ντουρρούτι και Γκαρθία Ολιβέρ γύρω από την άποψη του δεύτερου για επιβολή δικτατορίας της CNT στην Καταλονία και τον θάνατο του Ασκάσο την πρώτη ημέρα του πραξικοπήματος, η ομάδα διαλύθηκε και η δυνατότητα συγκρότησης μια συνεκτικής, πιο συνεπούς γραμμής στη CNT χάθηκε. Βλ. αναλυτικά: Miguel Amoros, Ο Ντουρρούτι στον Λαβύρινθο, Ναυτίλος, Ελευθεριακές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη, 2023.

  3. «Είδα όμως από το συνδικάτο των εργατών μετάλλου, τον Ασκάσο να πέφτει στη Ράμπλας. Είδα το πτώμα του όταν τον έφεραν μέσα. Ήταν τρυπημένο από σφαίρες. Κόσκινο. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει την πράξη του. Όρμησε εντελώς μόνος του, ενώ το στρατόπεδο απέναντι ήταν ακόμα στα χέρια των φρανκιστών» [Εμιλιέν Μορέν]. Hans – Magnus Enzensberger, Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας, εκδ. Οδυσσέας, 1992, Αθήνα. Ίσως το πιο συγκλονιστικό βιβλίο για την ισπανική επανάσταση. Ξεκινάει με την αφήγηση της κηδείας του Ντουρρούτι. Μετά αφηγείται με έναν συνδυασμό μυθιστορηματικής γραφής και ντοκουμέντων τη ζωή του αναρχοσυνδικαλιστή Ισπανού επαναστάτη. Δυστυχώς, δεν κυκλοφορεί. Μπορείτε να το βρείτε όμως στο αρχείο της Ελευθεριακής Ψηφιακής Βιβλιοθήκης, στον παρακάτω σύνδεσμο: https://manifestolibrary.noblogs.org/files/2020/06/0000222To_suntomo_kalokairi_tes_anarkhias_-_Hans_-_Magnus_Enzensberger.pdf

  4. Miguel Amoros, ό.π., σ. 41

  5. Το τραγούδι This is not a love song των Public Image Ltd είναι μια σαρκαστική απάντηση στη μουσική βιομηχανία, σατιρίζοντας την απληστία του κέρδους και την εμπορευματοποίηση της τέχνης. Ο John Lydon έγραψε το κομμάτι επειδή κάποιος στη δισκογραφική τού ζήτησε να γράψει ένα «εμπορικό ερωτικό τραγούδι». Στη δική μας περίπτωση, ο τίτλος προειδοποιεί ότι δεν θα ακούσουμε ή θα μελετήσουμε μόνο μια αφήγηση ηρωικών κατορθωμάτων. Η προσέγγιση της τελευταίας μεγάλης εργατικής-αγροτικής επανάστασης στην Ευρώπη που δεν ξέσπασε λόγω εξωτερικών παραγόντων οφείλει να λάβει υπόψη της και το μεγαλείο της αλλά και τις σκοτεινές πλευρές της.

  6. Οι περιπτώσεις της Γιουγκοσλαβίας, της Αλβανίας και της Ελλάδας, είναι εντελώς διαφορετικές, με τις ιδιαιτερότητές της η καθεμία και με κοινό στοιχείο ότι προκύπτουν εντός των συνθηκών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, στο τέλος του κειμένου θα κάνουμε μια αναφορά για την περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας.

  7. Για παράδειγμα, σε σχετικό άρθρο του Γ.Γ. του Κ.Κ. των Λαών της Ισπανίας με τίτλο «Συμπεράσματα από τη στρατηγική του Κ.Κ. Ισπανίας κατά τον εμφύλιο πόλεμο», τα οποία παρουσίασε ο ΓΓ της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος των Λαών της Ισπανίας (ΚΚΛΙ) Άστορ Γκαρθία στην ενότητα με θέμα «Στρατηγική των ΚΚ κατά την περίοδο του φασισμού και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου», στη Συνάντηση των Κομμάτων της Ευρωπαϊκής Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας στην Κωνσταντινούπολη στις 16-17 Φλεβάρη 2019 και δημοσιεύτηκαν στην ΚΟΜΕΠ, Μάρτης-Απρίλης 2019, οι αναρχοσυνδικαλιστές αναφέρονται μόνο σε μια υποσημείωση ως συνιστώσα του Λαϊκού Μετώπου. Αντλήθηκε από: https://www.komep.gr/m-article/Symperasmata-apo-ti-stratigiki-toy-KK-Ispanias-kata-ton-emflio-polemo/. Ενημερωτικά αναφέρουμε ότι σήμερα στην Ισπανία δρουν (α) Το Κ.Κ. Ισπανίας που συμμετέχει στην Ενωμένη Αριστερά η οποία στις τελευταίες ισπανικές γενικές εκλογές του 2023 έλαβε ποσοστό 12,33% (περίπου 3,8 εκατομμύρια ψήφους) και εξασφάλισε 31 έδρες στο Κοινοβούλιο. Συμμετέχει στην κυβέρνηση Σάντσεθ με δύο υπουργούς (Εργασίας και Κοινωνικής Οικονομίας και Νεολαίας και Παιδικής Ηλικίας). (β) το Κομμουνιστικό Κόμμα των Λαών της Ισπανίας, το οποίο στις εκλογές του 2019 πήρε 0,07% και (γ) το Κομμουνιστικό Κόμμα Εργαζομένων της Ισπανίας, το οποίο στις εκλογές του 2019 πήρε 0,06%.

  8. «Ισπανικός Εμφύλιος (1936 – 1939). Ένα «εθνικό – διεθνικό» ταξικό πεδίο μάχης», Ριζοσπάστης, 29/1/2017, https://www.rizospastis.gr/story.do?id=9216875

  9. «Το 1936 η Αριστερά, αλλά και δυνάμεις από τον κεντρώο χώρο, συνασπίσθηκαν και ανέβηκαν στην εξουσία. Η κεντροαριστερή κυβέρνηση της χώρας υπονομεύθηκε, τόσο από τους αναρχικούς, που αποτελούσαν πιο σημαντική δύναμη από τους κομμουνιστές, όσο και από τους ακροδεξιούς φαλαγγίτες και τους καρλιστές (φιλοβασιλικούς). Οι εκατέρωθεν αιματηρές αψιμαχίες δεν άργησαν να προκαλέσουν την εξέγερση του στρατού, που στασίασε πρώτα στο Μαρόκο και τις άλλες αποικίες της Ισπανίας και στη συνέχεια στο εσωτερικό της χώρας». Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/165#goog_rewarded

  10. Eric Hobsbawm, Επαναστάτες, Θεμέλιο, Αθήνα, 2008.

  11. Δημήτρης Μπελαντής, Επανάσταση στη δίνη του Εμφυλίου, Οι ταξικοί αγώνες στην Ισπανία (1874-1939), εκδ. Τόπος, Αθήνα, 2021. Ίσως το πιο συνοπτικό και πιο τεκμηριωμένο έργο για την ισπανική επανάσταση, εξαιρετικά κατατοπιστικό για τον αναγνώστη που αναζητά αναλυτικότερη προσέγγιση του θέματος με άμεση αναφορά στις πρωτογενείς πηγές.

  12. Eric Hobsbawm, ό.π.

  13. Κώστας Κατσούδας, «Οι Ισπανοί εθνικιστές και η 4η Αυγούστου», στο Μνήμων, τ. 26, 2004, σελ. 168.

  14. Murray Bookchin, Η Ισπανική Επανάσταση του 1936, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 1995.

  15. Δημήτρης Μπελαντής, ό.π., σ. 143.

  16. Άμπελ Παζ, Ντουρρούτι, Η κοινωνική Επανάσταση στην Ισπανία, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 1979.

  17. Αναλυτικά για τη ζωή και τη δράση του ισπανού αναρχικού: Abel Paz: Ντουρρούτι, Η κοινωνική επανάσταση στην Ισπανία, 1896-1936, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 1999.

  18. Miguel Amoros, ό.π., σ. 180-181.

  19. Αναλυτικά, όλες οι εκδοχές, καθώς και η τελευταία έρευνα στα αρχεία της KGB η οποία όμως δεν μπορεί να αποτελέσει τεκμήριο στο Miguel Amoros, ό.π.

  20. Miguel Amoros, ό.π., σ. 155.

  21. Eric Hobsbawm, ό.π., σ. 90.

  22. Τζοάν Κομορέρα, Ισπανικός εμφύλιος και επανάσταση, εκδ. Οικοδόμηση, Αθήνα, 2026.

  23. Δημήτρης Μπελαντής, ό.π., σ. 167. Όποιος καλόπιστος αναγνώστης συγκρίνει τις δύο δηλώσεις Κομορέρα μπορεί μόνος του να κρίνει τον βαθμό ειλικρίνειάς του.

  24. Δημήτρης Μπελαντής, ό.π., σ. 187.

  25. Στο ίδιο, σ. 234-235.

  26. Άμπελ Παζ, ό.π.

  27. Τόμας Χιού, Ο Ισπανικός Εμφύλιος, εκδ. Τολίδης, Αθήνα, 1971. Οι υπολογισμοί του Τόμας Χιού για τις εκτελέσεις στις δύο αντίπαλες πλευρές γενικά είναι αποδεκτές από τους ιστορικούς ερευνητές.

  28. Enzensberger, ό.π., σ. 324.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *