Αξιολόγηση: γιατί διαφωνούν οι εκπαιδευτικοί;

Αναστασιάδης Ματθαίος

Σύμφωνα με τον δημοσιευμένο στρατηγικό σχεδιασμό του Υπουργείου Παιδείας για τα έτη 2025-2029, με στοιχεία ως τον Μάρτιο του 2025, υπάρχει αντίσταση κατά την εφαρμογή της αξιολόγησης, καθώς καταγράφτηκαν 3.554 εκπαιδευτικοί για τους οποίους αναρτήθηκε μονομερές πρακτικό και δεν αξιολογήθηκαν (ΥΠΑΙΘΑ, 2026, σ. 93, 102). Το υπουργείο, βέβαια, αποσιωπά το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί αυτοί συμμετείχαν στην απεργία-αποχή που προκήρυξαν τα συνδικαλιστικά τους όργανα. Ακόμα όμως και αυτές οι παραδοχές που περιλαμβάνονται στον στρατηγικό σχεδιασμό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η κυβέρνηση κατέφυγε σε μαζικές πειθαρχικές διαδικασίες και σε φωτογραφική αλλαγή του πειθαρχικού δικαίου προκειμένου να προχωρήσει την αξιολόγηση, δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται ότι η προωθούμενη αξιολόγηση κάθε άλλο παρά ωφέλιμη είναι για τους ίδιους και την εκπαίδευση συνολικά. Το κείμενο αυτό εξετάζει κάποιους από τους λόγους για τους οποίους οι εκπαιδευτικοί διαφωνούν με την αξιολόγησή τους, όπως προωθείται από το υπουργείο. [1]

Ο στόχος της βελτίωσης

Ο πρώτος λόγος είναι ότι με την αξιολόγηση αυτή δεν αναμένεται να βελτιωθεί η παρεχόμενη εκπαίδευση. Είναι προφανές ότι πρόκειται για μια θεατρινίστικη αξιολόγηση, όπου εκπαιδευτικοί και μαθητές καλούνται να παίξουν σε μια παράσταση. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι η αξιολόγηση δεν παρέχει σταθερή στήριξη και δεν αντιμετωπίζει τους παράγοντες που δρουν ανασταλτικά στο έργο του εκπαιδευτικού. Αν ο εκπαιδευτικός αντιμετωπίζει στεγαστικό πρόβλημα εκεί όπου εργάζεται και αυτό τον επηρεάζει στη δουλειά του, η αξιολόγηση δεν θα λύσει το στεγαστικό πρόβλημα. Αν η εκπαιδευτική πολιτική προωθεί τμήματα 25 μαθητών, στους οποίους περιλαμβάνονται και μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες και πολλοί μαθητές που έχουν άλλη μητρική γλώσσα, ή αν για λόγους οικονομίας δημιουργούνται πολυπληθή τμήματα συνδιδασκαλίας διαφορετικών τάξεων, η αξιολόγηση δεν αίρει τις δυσχέρειες που προκύπτουν στο εκπαιδευτικό έργο. Αν, επίσης, στο σχολείο δεν υπάρχουν καλή βιβλιοθήκη, χειραπτικά υλικά Μαθηματικών, εργαστήριο Φυσικής και υλικά για πειράματα κατά ομάδες μαθητών, υπολογιστές λειτουργικοί με βάση τις εκπαιδευτικές ανάγκες, μουσικά όργανα, κλειστό γυμναστήριο ή ακόμα και αθλητικό υλικό, προφανώς η αξιολόγηση δεν θα επιφέρει κάποια βελτίωση: οι εκπαιδευτικοί θα συνεχίσουν να μην έχουν διαθέσιμα αυτά που χρειάζονται για να κάνουν το μάθημα όπως θα ήθελαν και όπως σπούδασαν. Μάλιστα, ενώ όλες οι παραπάνω καίριες παιδαγωγικές ανάγκες αντιμετωπίζονται ως κόστος, την ίδια ώρα δαπανώνται πολύ μεγάλα ποσά για μισθούς, επιδόματα θέσης ευθύνης και οδοιπορικά εκατοντάδων συμβούλων και εποπτών ποιότητας (βλ. Κάτσικας, 2026), οι οποίοι, κατά κοινή ομολογία, διαθέτουν σχεδόν όλο τον χρόνο τους στην αξιολόγηση.

Πλήγμα στη δημοκρατική λειτουργία του σχολείου

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η αξιολόγηση αποτελεί κομβικό σημείο μέσα σε ένα πλέγμα αλλαγών στη δομή και λειτουργία του σχολείου. Πρέπει να γίνει κατανοητή στην κοινωνία η ιδιαιτερότητα του επαγγέλματός μας ότι για να λειτουργεί το σχολείο σωστά και προς όφελος των μαθητών, πρέπει να λειτουργεί σωστά ο σύλλογος διδασκόντων. Κάθε εκπαιδευτικός έχει διαφορετικές σπουδές, γνώσεις, εμπειρίες και ιδέες και ο καθένας, με βάση τον ρόλο του, βλέπει και αντιλαμβάνεται μία μόνο όψη του μαθητή. Επομένως, χρειάζεται συζήτηση, συνεργασία και συναπόφαση. Η σωστή λειτουργία του συλλόγου διδασκόντων προϋποθέτει θεσμοθετημένο χρόνο συνεδρίασης, θεσμοθετημένες διαδικασίες και, κυρίως, ισοτιμία μεταξύ των μελών του και ελευθερία σκέψης και έκφρασης.

Το πρώτο εμπόδιο εδώ, όπως έχει διατυπωθεί σε επιστημονική εκδήλωση της ΔΟΕ, είναι ότι «λείπει ο θεσμικά προσδιορισμένος χρόνος για τη συστηματική συνεργασία και τον διάλογο μεταξύ των εκπαιδευτικών» (Αυγητίδου, 2021, σ. 42). Με την ραγδαία αύξηση, μάλιστα, της γραφειοκρατίας (και σ’ αυτό ευθύνεται πολύ η αξιολόγηση), οι σύλλογοι διδασκόντων καταλήγουν συχνά να αναλώνονται σε παιδαγωγικά ανούσια ζητήματα.

Το δεύτερο εμπόδιο αφορά την ισοτιμία μεταξύ των μελών. Με μια σειρά διατάξεων τα τελευταία χρόνια, με την καθοδήγηση του ΟΟΣΑ, έχει αποδυναμωθεί ο σύλλογος διδασκόντων και έχει ισχυροποιηθεί ο ρόλος του διευθυντή, ενώ έχει προαναγγελθεί και περαιτέρω ισχυροποίησή του, με τη γνωστή φράση του τότε Υπουργού Παιδείας: «Διευθυντής με δέλτα κεφαλαίο» (βλ. Μαριόλης, 2025). Ένα παράδειγμα που αξίζει να κρατήσουμε για το μέλλον είναι η θεσμοθέτηση των μεντόρων και ενδοσχολικών συντονιστών, που, σύμφωνα με τον νόμο, ορίζονται από τον διευθυντή και αναφέρονται μόνο σε αυτόν, χωρίς πουθενά να εμπλέκεται ο σύλλογος διδασκόντων. Δηλαδή, θεσμοθετείται μια ιεραρχική πυραμίδα μέσα στο σχολείο. Το γεγονός αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία, καθώς στην τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ προτείνεται η εμπλοκή των μεντόρων και ενδοσχολικών συντονιστών στην αξιολόγηση.

Το τρίτο εμπόδιο στη λειτουργία του συλλόγου διδασκόντων είναι ο τρόπος που επιδρά η αξιολόγηση στην ελευθερία σκέψης και έκφρασης. Εφόσον ο διευθυντής αποκτά επιπλέον τον ρόλο του αξιολογητή και όσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά σταδιακά η αξιολόγηση στη ζωή του εκπαιδευτικού, τόσο περισσότερο θα υπάρχουν διευθυντές που θα χρησιμοποιούν αυτό τον ρόλο για να επιβάλλουν τις απόψεις τους και τόσο περισσότερο, επίσης, θα υπάρχουν εκπαιδευτικοί που θα διστάζουν να υποστηρίξουν διαφορετική άποψη και, πολύ περισσότερο, να αναφερθούν σε προβλήματα στη λειτουργία του σχολείου. Είναι σημαντικό εδώ ότι με τις ελλείψεις που υπάρχουν στα σχολεία, οι σύλλογοι διδασκόντων έχουν και την παιδαγωγική ευθύνη να αναδεικνύουν αυτά τα προβλήματα και να επιδιώκουν την επίλυσή τους. Όμως, όσο προχωρά η αξιολόγηση, τόσο περισσότερο αναμένεται να έχουμε συλλόγους διδασκόντων που θα απέχουν από αυτό τον ρόλο και θα προτιμούν να σιωπούν.

Ευνοιοκρατία και κατάχρηση εξουσίας

Ένας άλλος λόγος αντίθεσης στην αξιολόγηση είναι η ευνοιοκρατία. Ο κόσμος ακούει για αξιολόγηση και τη συνδέει με άλλες εύηχες λέξεις, όπως αξιοκρατία και αριστεία. Όμως, όταν θεωρείται καθήκον των βουλευτών να μεσολαβούν παρασκηνιακά για ψηφοφόρους τους, όταν τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί ραγδαία ο αριθμός των μετακλητών υπαλλήλων, όταν έρχονται στη δημοσιότητα περιστατικά για την παράτυπη τοποθέτηση προσώπων, όπως του κ. Λαζαρίδη, σε δημόσιες θέσεις, όταν, παρά τα αιτήματα των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών, οι αποσπάσεις σε φορείς που εποπτεύονται από το Υπουργείο Παιδείας εξακολουθούν να γίνονται χωρίς σαφώς μοριοδοτούμενα κριτήρια, όταν πρόσφατα είχαμε και ψήφιση διάταξης για την επιλεκτική μετάταξη όσων συμπλήρωσαν 5ετία απόσπασης σε τέτοιους φορείς, τότε είναι εύλογο να υπάρχει ανησυχία ότι η αξιολόγηση θα λειτουργήσει ως ένα νέο εργαλείο ενίσχυσης των πελατειακών σχέσεων. Η άμεση παρέμβαση για μια ευνοϊκή αξιολόγηση, η ανάληψη μιας καλύτερης τάξης, ώστε να είναι ευκολότερη η καλή αξιολόγηση, η μετακίνηση σε ένα σχολείο όπου ο αξιολογητής είναι πιο ευνοϊκός, αλλά και το πολιτικό φιλτράρισμα υποψήφιων διευθυντών μέσω της αξιολόγησης, όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι τα νέα πεδία μεσολάβησης. Και όσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά σταδιακά η αξιολόγηση για τη ζωή του εκπαιδευτικού, τόσο εντονότερο αναμένεται να είναι αυτό το φαινόμενο.

Συγχρόνως, η αξιολόγηση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εκδικητική μεταχείριση εκπαιδευτικών. Ενδεικτική είναι η επιστολή εκπαιδευτικού (Alfavita, 2025), που υπηρετούσε για 15 έτη σε Πειραματικό σχολείο, όπου, ως γνωστόν, αρνητική αξιολόγηση οδηγεί σε αποπομπή από το σχολείο. Η εκπαιδευτικός υποστήριξε ότι η αξιολογική έκθεση για τη διδασκαλία της ήταν αναληθής και ότι «Τίποτα δεν προστατεύει τον εκπαιδευτικό κατά την διάρκεια της παρακολούθησης μίας διδασκαλίας» (παρ. 21). Συνέδεσε μάλιστα την αρνητική αξιολόγηση με αναφορές που είχε υποβάλει δυο χρόνια νωρίτερα στη Διοικούσα Επιτροπή των Προτύπων και Πειραματικών, όπου κατήγγειλε εργασιακό μπούλιγκ στο σχολείο. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, οι αναφορές αυτές αντιμετωπίστηκαν με αδιαφορία, ενώ και οι ενστάσεις που κατέθεσε για την αξιολόγηση δεν είχαν θετικό αποτέλεσμα. Τελικά, η εκπαιδευτικός έχασε τη θέση της στο σχολείο.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να δούμε μια έρευνα προερχόμενη από τις ΗΠΑ, όπου ακόμα και τα δημόσια σχολεία καλούνται να λειτουργήσουν με όρους ιδιωτικής επιχείρησης και η αξιολόγηση έχει καθοριστικό ρόλο για τη ζωή του εκπαιδευτικού. Στην έρευνα (Blase, 1988) ζητήθηκε από 902 εκπαιδευτικούς να απαντήσουν σε ανοιχτές ερωτήσεις, αναφέροντας και αναλύοντας ένα φαινόμενο πολιτικής μέσα στο σχολείο. Με αυτό τον όρο, ο ερευνητής εννοούσε τις σχέσεις εξουσίας, ισχύος και επιρροής μέσα σε έναν οργανισμό. Οι 348 ανέφεραν αυθόρμητα την ευνοιοκρατία, που προκαλείται κυρίως από τους διευθυντές σχολείων, τη σχολική επιτροπή (school board) και τον ανώτερο επόπτη σε επίπεδο περιοχής (superintendent) και η οποία παρατηρείται, μεταξύ άλλων, στην αξιολόγηση, την προαγωγή, την πρόσληψη και την απόλυση εκπαιδευτικών. Χαρακτηριστικά, οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι γίνονται συνεντεύξεις για πρόσληψη, ενώ οι αποφάσεις είναι ειλημμένες από πριν και ότι γίνονται εξαιρετικά ευνοϊκές αξιολογήσεις όσων είναι προσκείμενοι στον διευθυντή, σε αντίθεση με άλλους που αξιολογούνται πολύ αρνητικά. Ως προς τα κίνητρα, αναφέρεται η επιθυμία των διευθυντών όχι απλώς να ευνοήσουν φίλους, αλλά και για λόγους ατομικού τους συμφέροντος να ικανοποιήσουν επιθυμίες και άδικες απαιτήσεις είτε ανωτέρων τους είτε γονέων με ισχύ και επιρροή. Επιπλέον, οι συμμετέχοντες στην έρευνα ανέφεραν ως εμπλεκόμενους στην ευνοιοκρατία και συναδέλφους τους εκπαιδευτικούς. Χαρακτηριστικά, αναφέρεται ότι πολλοί διευθυντές απαιτούν αδιαμφισβήτητη υπακοή και οι εκπαιδευτικοί όχι μόνο δεν τολμούν να εκφράσουν διαφωνίες, αλλά υποστηρίζουν κιόλας τον διευθυντή, ώστε να γίνουν αρεστοί. Ως προς τα κίνητρα, αναφέρεται η επιθυμία αυτών των εκπαιδευτικών να έχουν, μεταξύ άλλων, καλή αξιολόγηση, προαγωγή και εργασιακή ασφάλεια, δηλαδή να μην απολυθούν. Και προφανώς, η αξιολόγηση είναι αυτή που επηρεάζει σημαντικά και τα υπόλοιπα.

Από άλλες έρευνες σχετικά με την κατάχρηση εξουσίας εις βάρος εκπαιδευτικών (Blase & Blase, 2003· Blase, Blase, & Du, 2008), προκύπτει ότι η ευνοϊκή μεταχείριση, συμπεριλαμβανομένης της ευνοϊκής αξιολόγησης ημετέρων, και η κατάφωρα άδικη αρνητική αξιολόγηση αποτελούν συχνές και με σημαντικές επιπτώσεις μορφές κατάχρησης εξουσίας. Προέκυψε, ακόμα, ότι οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται ότι δεν μπορούν να βρουν το δίκιο τους ή, αν αντιδράσουν, θα λειτουργήσει εις βάρος τους.

Η συνολική πολιτική αξιολόγησης και ιδιωτικοποίησης

Πηγή ανησυχιών ως προς την αξιολόγηση είναι και το γεγονός ότι εντάσσεται σε ένα ευρύτερο αξιολογικό πλαίσιο, που αναπτύσσεται σταδιακά και συνδέεται διεθνώς με μια ατζέντα που προωθεί την άμεση και έμμεση ιδιωτικοποίηση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος. Όπως έχει πει η Άννα Τραϊανού, κατά τη συζήτηση σε εκδήλωση της ΔΟΕ (2021): «η αξιολόγηση είναι ένα κομμάτι του πακέτου που οδηγεί στις ιδιωτικοποιήσεις, στη σχολική αυτονομία, στην αποσύνθεση της δημόσιας και δημοκρατικής εκπαίδευσης» (σ. 91). Για την Ελλάδα, συνδυαστικά, οι εκθέσεις του ΟΟΣΑ του 2011 και του 2018 προτείνουν τρεις πυλώνες αξιολόγησης, στενά συνδεδεμένους μεταξύ τους, και αρμοδιότητα στους διευθυντές σχολείων για την επιλογή, πρόσληψη, αξιολόγηση ή ακόμα και απόλυση του προσωπικού, σημειώνοντας ότι η ΑΔΙΠΠΔΕ και το ΙΕΠ προωθούν μια βήμα προς βήμα πολιτική για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των εκπαιδευτικών, πριν εφαρμόσουν ένα πιο εξελιγμένο σύστημα αξιολόγησης (Αναστασιάδης, 2025). Το 2021, με τον νόμο 4823, θεσμοθετήθηκαν οι τρεις πυλώνες αξιολόγησης: η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος, η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου κάθε σχολείου και η ατομική αξιολόγηση εκάστου εκπαιδευτικού. Οι κυβερνητικές εξαγγελίες του τελευταίου χρόνου προετοιμάζουν την εργαλειοποίηση της αξιολόγησης για την άρση της μονιμότητας.  

Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος γίνεται με τις λεγόμενες «Εθνικές εξετάσεις διαγνωστικού χαρακτήρα», που η ίδια η τότε υπουργός και η υφυπουργός βάφτισαν «ελληνική Pisa» (Αναστασιάδης, 2025). Παρότι κάθε χρόνο αποφασίζεται η πραγματοποίηση των εξετάσεων δειγματοληπτικά, οι διατυπώσεις του νόμου και οι δηλώσεις του τέως υπουργού, Κ. Πιερρακάκη, για σταδιακή εξαγωγή συμπερασμάτων σε επίπεδο σχολικής μονάδας (Alfavita, 2024) δείχνουν ότι πρόθεση είναι να χρησιμοποιούνται μελλοντικά οι εξετάσεις για την αξιολόγηση του σχολείου. Όπως τεκμηριώνεται αναλυτικά σε δύο άρθρα (Αναστασιάδης, 2025, 2026), η αποκαλούμενη «ελληνική Pisa» είναι, από επιστημονικής άποψης, ένα σαθρό οικοδόμημα. Δεν χρειάζεται να μπω εδώ σε λεπτομέρειες για τα σοβαρότατα μεθοδολογικά σφάλματα και τα αυθαίρετα συμπεράσματα που εξάγονται από τους αρμόδιους. Αρκεί να κρατήσουμε δύο στοιχεία: το ένα, ότι είναι από μόνος του προβληματικός ο στόχος να αξιολογηθεί η επίτευξη ενός ολόκληρου προγράμματος σπουδών και να διαγνωστούν σε βάθος οι δυσκολίες των μαθητών με μία εξέταση. Και το άλλο, ότι η αλλαγή των συμμετεχόντων σχολείων την ημέρα των εξετάσεων, η μεταφορά των εξετάσεων από σχολείο σε σχολείο και ο εξαναγκασμός των μαθητών να συμμετάσχουν, ακόμα και κλαίγοντας, όπως καταγγέλλεται, όλα αυτά δεν είναι πρακτικές συμβατές με τον χαρακτηρισμό «έγκυρη επιστημονική έρευνα», τον οποίο αυτάρεσκα χρησιμοποιούν οι αρμόδιοι. Σε κάθε περίπτωση, η κριτική μελέτη των τελικών εκθέσεων για τις εξετάσεις αποκαλύπτει την υποκρισία της αξιολόγησης: ενώ υποτίθεται ότι αξιολογούν ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα, οι αρμόδιοι, που μάλιστα είναι στελέχη της ΑΔΙΠΠΔΕ και του ΙΕΠ, δεν φαίνεται να έχουν την παραμικρή διάθεση να αξιολογήσουν με ειλικρίνεια το έργο τους, διαπιστώνοντας τα σοβαρότητα σφάλματα και προβλήματα στην όλη διαδικασία, από το σχεδιασμό ως την υλοποίηση. Και τελικά, μπορούμε να αναρωτηθούμε: είδε κανείς γονιός, μαθητής ή εκπαιδευτικός την παραμικρή βελτίωση στην παρεχόμενη εκπαίδευση χάρη σε αυτές τις εξετάσεις, για τις οποίες μάλιστα δαπανώνται κατά μέσο όρο περίπου 120.000 ευρώ τον χρόνο;

Όσον αφορά τον άλλο πυλώνα, αυτόν της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, όπως εφαρμόζεται, οδηγεί σε ανταγωνισμό μεταξύ των σχολείων και σε αύξηση της γραφειοκρατίας, η οποία στερεί χρόνο από τις ουσιώδεις ανάγκες. Η παιδαγωγική συχνά εκφυλίζεται σε υλοποίηση αποσπασματικών δράσεων, ενώ οι εκπαιδευτικοί μετατρέπονται σε κυνηγούς τεκμηρίων, σε φωτογράφους, για χάρη της αξιολόγησης. Δεν προβλέπεται η καταγραφή των ελλείψεων σε προσωπικό, εξοπλισμό και υποδομές με σκοπό την κάλυψή τους από το κράτος, ενώ τα σχολεία συχνά εξωθούνται στην αναζήτηση δωρητών και χορηγών. Πού θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε; Στην περιοχή μου ένα σχολείο υλοποίησε μια δράση, η οποία πράγματι είχε καλό κοινωνικό σκοπό. Όμως, είχε και λειτουργικά έξοδα, που καλύφθηκαν με χορηγία. Χορηγός ήταν ένα φιλολογικό φροντιστήριο μέσης εκπαίδευσης. Μάλιστα, κυκλοφόρησε αφίσα, που περιλαμβάνει και την κάρτα του φροντιστηρίου, ως διαφήμιση για τη χορηγία. Δηλαδή, σε μια δράση δημόσιου σχολείου διαφημίζεται μια ιδιωτική δομή εκπαίδευσης.

Ένα άλλο σχολείο ανήρτησε στον ιστότοπό του την έκθεση εσωτερικής αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου. [2] Σε αυτήν αναφέρεται ότι «Η αποτελεσματική διοίκηση είναι απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία των σχολείων. (…) Σε οργανισμούς που εστιάζουν στην εξυπηρέτηση πελατών, η καλή διοίκηση διασφαλίζει ότι οι πελάτες λαμβάνουν ποιοτικές υπηρεσίες και προϊόντα που ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους.». Παρακάτω, επισημαίνεται ότι υπάρχει «επένδυση στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών (…) ενισχύοντας τη φήμη του σχολείου και προσελκύοντας μαθητές και γονείς.». Και παρακάτω ότι «η συμμετοχή των εκπαιδευτικών σε εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα προσφέρει πλήθος οφελών», όπως ότι «μπορεί να βελτιώσει την εικόνα του σχολείου στην τοπική κοινότητα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο» και να «προσελκύσει νέους μαθητές και εκπαιδευτικούς». Στο τέλος, η διευθύντρια γράφει σε Α΄ πρόσωπο: «αν η κουλτούρα του σχολείου υιοθετούνταν από όλους τους συμμετέχοντες, θεωρώ πως θα υπήρχαν θετικότερα αποτελέσματα». Είναι προφανές ότι η κουλτούρα αυτή είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ σχολείων για την προσέλκυση αφενός εκπαιδευτικών και αφετέρου γονέων και μαθητών, οι οποίοι γίνονται αντιληπτοί ως πελάτες που πρέπει να μένουν ικανοποιημένοι. Οι πρακτικές αυτές ξεκάθαρα εντάσσονται σε αυτό που αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως κρυφή ιδιωτικοποίηση της δημόσιας εκπαίδευσης (Ball & Youdell, 2008). Ο κίνδυνος για τη δημόσια εκπαίδευση, αν ενσταλαχτεί στους εκπαιδευτικούς αυτή η κουλτούρα, είναι υπαρκτός, ιδίως μάλιστα αν ληφθεί υπόψη ότι στον στρατηγικό σχεδιασμό του υπουργείου (ΥΠΑΙΘΑ, 2026) περιλαμβάνεται ο στόχος η αξιολόγηση να «στηρίζεται στη συγκριτική ανάλυση των σχολικών μονάδων» (σ. 159).

Σημειώσεις

[1] Το κείμενο βασίστηκε σε ομιλία μου σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Κεφαλονιάς και Ιθάκης στις 25/4/2026, με θέμα «Αξιολόγηση: Παραδοχές, αντιπαραθέσεις, στοχεύσεις – Η εκπαιδευτική πραγματικότητα» και ομιλητές επίσης τους Περικλή Παυλίδη, καθηγητή στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ, και Δημήτρη Μαριόλη, δάσκαλο, Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου και συγγραφέα του βιβλίου «Ο ιέραξ είναι εδώ».

[2] Προτιμήθηκε εδώ να μην αναφερθούν τα στοιχεία των σχολείων. Τα τεκμήρια είναι διαθέσιμα για κάθε ενδιαφερόμενο κατόπιν αιτήματος.

Αναφορές

Alfavita. (2024, Μάιος 22). Πιερρακάκης για ελληνική PISA: “Έχει ανοίξει ο δρόμος για μεγάλες αλλαγές. Οι λίγοι δεν θα εμποδίσουν τους πολλούς”https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/447816_pierrakakis-gia-elliniki-pisa-ehei-anoixei-o-dromos-gia-megales-allages-oi-ligoi

Alfavita. (2025, Μάιος 5). Αξιολόγηση εκπαιδευτικών στην πράξη: Οι χειρότερες προβλέψεις… επαληθεύτηκαν! https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/476720_axiologisi-ekpaideytikon-stin-praxi-oi-heiroteres-problepseis-epalitheytikan

Αναστασιάδης, Μ. (2025). Μια κριτική αποτίμηση των πρώτων Εθνικών Εξετάσεων Διαγνωστικού Χαρακτήρα για τη ΣΤ΄ Δημοτικού. Κριτική Εκπαίδευση, 6, 6–55.

Αναστασιάδης, Μ. (2026). Εξετάσεις Διαγνωστικού Χαρακτήρα στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο: ένας επιστημονικά διάτρητος θεσμός [άρθρο που υποβλήθηκε προς δημοσίευση].

Αυγητίδου, Σ. (2021, Νοέμβριος 8). Αξιολόγηση και βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου: μια αυτονόητη σχέση; [Απομαγνητοφώνηση ομιλίας]. Εκπαιδευτικό έργο και επιχειρούμενη αξιολόγηση: επιστημονικές προσεγγίσεις. Διαδικτυακή επιστημονική εκδήλωση της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας. https://doe.gr/άξονας-1-δημοτικά/

Ball, S. & Youdell, D. (2008). Hidden privatisation in public education. Brussels: Education International.

Blase, J. (1988). The politics of favoritism: a qualitative analysis of the teachers’ perspective. Educational Administration Quarterly, 24(2), 152–177.

Blase, J. & Blase, J. (2003). The phenomenology of principal mistreatment: teachers’ perspectives. Journal of Educational Administration, 41(4), 367–422.

Blase, J., Blase, J., & Du, F. (2008). The mistreated teacher: a national study. Journal of Educational Administration, 46(3), 263–301.

ΔΟΕ. (2021, Νοέμβριος 8). Εκπαιδευτικό έργο και επιχειρούμενη αξιολόγηση: επιστημονικές προσεγγίσεις [Απομαγνητοφώνηση συζήτησης]. https://doe.gr/άξονας-1-δημοτικά/

Κάτσικας, Χ. (2026, Απρίλιος 30). Αξιολόγηση με κόστος: τα οδοιπορικά των επιθεωρητών και τα ερωτήματα για την εκπαίδευσηhttps://www.alfavita.gr/ekpaideysi/514806_axiologisi-me-kostos-ta-odoiporika-ton-epitheoriton-kai-ta-erotimata-gia-tin

Μαριόλης, Δ. (2025, Ιανουάριος 11). Διευθυντές με δ μικρό ή Δ κεφαλαίοhttps://www.e-lesxi.gr/διευθυντές-με-δ-μικρό-ή-δ-κεφαλαίο/

ΥΠΑΙΘΑ. (2026). Στρατηγικό σχέδιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για το 2025-2029https://www.minedu.gov.gr/ypapegan/anakoinoseis/64699-08-04-26-stratigikos-sxediasmos-tomea-paideias

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *