Όχι σχολείο του φόβου — Σχολείο της ελευθερίας

Άντα Παραφόρου, Μαρία Τσόγκα

Υπάρχουν στιγμές που ένα περιστατικό στο σχολείο γίνεται αφορμή για να κοιτάξουμε πέρα από το ίδιο το περιστατικό. Να κοιτάξουμε το σχολείο που έχουμε οικοδομήσει. Τις συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζονται οι εκπαιδευτικοί. Τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα παιδιά, τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς. Και, κυρίως, ποια θέση έχει τελικά ο παιδαγωγός μέσα σε αυτό το σχολείο.

Το πρόσφατο περιστατικό σε νηπιαγωγείο είναι αποκαλυπτικό ακριβώς γι’ αυτό. Έρχεται να μας αναστατώσει, να μας προβληματίσει και να θέσει όλους μας, εκπαιδευτικούς, γονείς, δημοσιογράφους και κοινωνία προ των ευθυνών μας. Τα γεγονότα, όπως εξελίχθηκαν, συνθέτουν μια αλυσίδα λαθών και υπερβολών που εκτέθηκαν δημόσια, αφήνοντας στο επίκεντρο, τους πιο ευάλωτους θεατές: τα ίδια τα παιδιά.

Ας είμαστε καθαροί: η λεκτική βία απέναντι στα παιδιά δεν μπορεί να αποτελεί παιδαγωγική πρακτική. Η υποχώρηση της παιδαγωγικής ψυχραιμίας και η εκδήλωση λεκτικής βίας μέσα στον σχολικό χώρο παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε σωματική επαφή, συνιστά σοβαρό ατόπημα.

Το παιδί δεν μαθαίνει μέσα στον  φόβο, την απειλή, την προσβολή και την ταπείνωση. Η κριτική παιδαγωγική μας θυμίζει ότι η εκπαίδευση δεν μπορεί να στηρίζεται στη σχέση εξουσίας του «ξέρω – υπακούς», αλλά στη σχέση διαλόγου, εμπιστοσύνης, σεβασμού και χειραφέτησης. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι προστατευτικός και διαπαιδαγωγικός, όταν η παιδαγωγική σχέση υποκαθίσταται από πρακτικές επιβολής, το παιδαγωγικό αυτό συμβόλαιο παραβιάζεται, η εκπαιδευτική διαδικασία απογυμνώνεται από το νόημά της και μετατρέπεται σε άσκηση εξουσίας.

Όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά, που δεν πρέπει να κρυφτεί πίσω από την πρώτη. Η λεκτική βία ενός εκπαιδευτικού δεν νομιμοποιεί ποτέ τη σωματική βία ενός γονέα. Η διαφωνία, η αγανάκτηση, ακόμη και η καταγγελία, έχουν ασφαλώς θέση και χώρο. Η εισβολή όμως στον σχολικό χώρο, η απειλή, η εξύβριση και η άγρια χειροδικία κατά της εκπαιδευτικού δεν έχουν επ’ ουδενί χώρο.

Όταν αυτά συμβαίνουν μπροστά στα μάτια των παιδιών, η βία γίνεται διπλή: στρέφεται απέναντι στον  εκπαιδευτικό και ταυτόχρονα γίνεται ένα επικίνδυνο μάθημα βίας για τα ίδια τα παιδιά. Η οργή του γονέα, όσο δικαιολογημένη κι αν είναι συναισθηματικά απέναντι στην κακομεταχείριση του παιδιού του, ακυρώνεται πλήρως όταν μετατρέπεται σε αυτοδικία. Το μήνυμα που εισπράττουν τα παιδιά εκείνη τη στιγμή είναι το πιο καταστροφικό: ότι τα προβλήματα λύνονται με το ξύλο.

Αυτό όμως που είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το «λαϊκό δικαστήριο» που στήνεται μέσα σε λίγες ώρες στα κανάλια. Ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων γίνεται εύκολα ολόκληρη η πραγματικότητα. Τα τηλεοπτικά παράθυρα μετατρέπονται σε αίθουσες δικαστηρίου, όπου η αναζήτηση της αλήθειας παραμερίζεται για χάρη της τηλεθέασης και του εντυπωσιασμού. Δημοσιογράφοι αναλαμβάνουν ρόλο εισαγγελέα, σχολιαστές μοιράζουν ενοχές και ποινές και η κοινωνία καλείται να αποφασίσει ποιος είναι «ο ένοχος» πριν ολοκληρωθεί οποιαδήποτε θεσμική διαδικασία.

Και μέσα σε αυτή την τηλεοπτική ανθρωποφαγία και τον κοινωνικό αυτοματισμό μπορεί να ακουστούν ακόμη και απόψεις που αντιμετωπίζουν τη βία ως αυτονόητη απάντηση στη βία. Η δημόσια συζήτηση που νομιμοποιεί τη λογική του «θα την πήγαινα μαλλί–τσιμέντο» δεν είναι απλώς χυδαία. Είναι παιδαγωγικά και κοινωνικά επικίνδυνη, συνιστώντας βαθιά διολίσθηση του δημοσίου λόγου, καθώς αναπαράγει αυτό ακριβώς που υποτίθεται ότι θέλουμε να καταπολεμήσουμε: την ιδέα ότι η δύναμη του ισχυρότερου λύνει τις διαφορές. Εμείς λέμε καθαρά ότι δεν αποδεχόμαστε τη δύναμη του ισχυρότερου ως νόμο, αλλά χτίζουμε σχέσεις ισότητας, ενσυναίσθησης και χειραφέτησης.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει όλες κι όλους μας.

Σε ποιο σχολείο ζητάμε από τον εκπαιδευτικό να σταθεί;

Στο σχολείο της αξιολόγησης, της κατηγοριοποίησης, της συνεχούς έκθεσης και της ατομικής ευθύνης; Στο «ευέλικτο» σχολείο όπου όλα πρέπει να χωρέσουν, όλα πρέπει να γίνουν και για όλα τελικά υπεύθυνος εμφανίζεται ο εκπαιδευτικός; Ζητάμε από τον εκπαιδευτικό να είναι παιδαγωγός, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, διαχειριστής κρίσεων, διαμεσολαβητής, μηχανικός, ηλεκτρολόγος, υπεύθυνος για τη διαρροή αερίου, το πέσιμο σοβάδων, υπεύθυνος για τη συμπεριφορά, την επίδοση, τη σχολική διαρροή, τη σχέση με την οικογένεια και την εικόνα της σχολικής μονάδας.

Και όταν κάτι πάει στραβά; Όταν κάτι βγαίνει έξω από τη νόρμα της κανονικότητας της «σοφής» κοινωνίας, βρίσκεται μόνος απέναντι σε όλα. Μόνη και μόνος απέναντι στις απαιτήσεις του συστήματος. Μόνη και μόνος απέναντι στην κοινωνική πίεση. Μόνη και μόνος απέναντι στην τηλεοπτική διαπόμπευση. Μόνη και μόνος απέναντι στην επιθετικότητα. Μόνη και μόνος ακόμη και απέναντι στον φόβο ότι κάθε παιδαγωγική αστοχία μπορεί να μετατραπεί σε δημόσιο διασυρμό.

Ο εκπαιδευτικός λογοδοτεί; Λογοδοτεί. Αλλά οφείλει να λογοδοτεί θεσμικά, παιδαγωγικά και συλλογικά — όχι στα τηλεοπτικά δικαστήρια και στα τηλεοπτικά πάνελ.

Η στάση της διοίκησης δεν μπορεί να είναι αλά καρτ. Η διοίκηση δεν πρέπει να λειτουργεί εκδικητικά απέναντι στον εκπαιδευτικό, όπως συμβαίνει την τελευταία εξαετία με τα χιλιάδες πειθαρχικά και τις διώξεις. Η διοίκηση οφείλει να προστατεύει τους εκπαιδευτικούς, να καταδικάζει τη βία απέναντί τους, να προστατεύει και να θωρακίζει το κύρος τους.

Το δημόσιο σχολείο δεν έχει ανάγκη και δεν χρειάζεται συγκάλυψη και ατιμωρησία. Πρέπει όμως να μπει ένα φρένο στην ανθρωποφαγία και στο δημόσιο λιντσάρισμα.

Ο εκπαιδευτικός δεν ζητάει υπεράσπιση. Η κριτική παιδαγωγική άλλωστε δεν υπερασπίζεται τον εκπαιδευτικό επειδή είναι εκπαιδευτικός. Υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια όλων μέσα στη σχολική κοινότητα. Υπερασπίζεται το παιδί από την ταπείνωση. Υπερασπίζεται τον εκπαιδευτικό από τη βία. Υπερασπίζεται τον γονέα από την αυθαιρεσία. Και κυρίως υπερασπίζεται το σχολείο από τη μετατροπή του σε χώρο φόβου.

Τα παιδιά δεν χρειάζονται «τιμωρούς» γονείς ούτε εξοργισμένους εκπαιδευτικούς. Χρειάζονται ενήλικες που μπορούν να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, να σέβονται τους θεσμούς και να λύνουν τις διαφωνίες με δικαιοσύνη, ενσυναίσθηση και ψυχραιμία. Γιατί σχολείο δημοκρατίας δεν μπορεί να χτιστεί με φόβο.

Και ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένας εκπαιδευτικός φώναξε, αν ένας γονιός εξοργίστηκε ή ποιος θα κερδίσει το επόμενο τηλεοπτικό debate.

Το ερώτημα είναι: Τι σχολείο θέλουμε;

Ένα σχολείο κατηγοριοποίησης, ελέγχου, ατομικής ευθύνης και φόβου; Ή ένα σχολείο όπου παιδιά, εκπαιδευτικοί και γονείς μπορούν να διαφωνούν, να κάνουν λάθη, να αναστοχάζονται, να λογοδοτούν και να ξανασυναντιούνται χωρίς βία και χωρίς φόβο;

Ο παιδαγωγός δεν χρειάζεται ούτε να είναι αυθεντία ούτε να γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος. Χρειάζεται να είναι παιδαγωγός. Και για να μπορεί να παιδαγωγεί, πρέπει πρώτα η ίδια η κοινωνία να προστατεύει την αξιοπρέπεια και την ασφάλεια του σχολείου. Η δύναμη του ισχυρότερου δεν λύνει τις διαφορές· αναπαράγει την εξουσία κι εμείς, στο σχολείο της χειραφέτησης, οφείλουμε να μαθαίνουμε να την αμφισβητούμε.

Δεν θέλουμε σχολεία που φοβίζουν και σωπαίνουν,

ούτε παιδιά που σκύβουν, ούτε δασκάλους που λυγίζουν.

Με διάλογο, συλλογικότητα και αξιοπρέπεια θα σταθούμε:

το σχολείο που ονειρευόμαστε, μαζί θα το οικοδομήσουμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *