ΤΙ ΗΤΑΝ ΤΟ ΠΑΙΔΙ;

αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα klab

του Vincent Bevins στο Τhe Νew Ιnquiry, 17 Ιανουαρίου 2018

Μετάφραση/επιμέλεια Λίνα Θεοδώρου

Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι ζούμε σε καιρούς έξαρσης μια συλλογικά βιωμένης νοσταλγίας για το παρελθόν, μια τάση που γίνεται εμφανής σε έργα μυθοπλασίας, αλλά και στις μουσικές υποκουλτούρες που βρίσκονται σε αναγέννηση. Ωστόσο, λιγότερο εμφανής είναι μια άλλη τάση, που συνυπάρχει σε ένα βαθμό στα παραπάνω έργα μυθοπλασίας, και είναι η τοποθέτηση σε κεντρικό ρόλο των αφηγημάτων χαρακτήρες που είναι παιδιά[1] Βέβαια, σε όλο τον 20ο αιώνα η επιστράτευση παιδιών ως κεντρικών ηρώων, έχει αποτελέσει μια συνήθη τακτική καλλιτεχνών, ιδίως όταν πρόκειται να ανιχνευθούν κοινωνικές μετατοπίσεις και αλλαγές που συντελούνται στις σχέσεις υποκειμένου-κοινωνίας. Έτσι και η σημερινή εκλεκτική σύνδεση των δύο λόγων εμφανίζει ενδιαφέρον, υπό το φως, μάλιστα, των ραγδαίων μεταλλάξεων των κοινωνικών και εργασιακών σχέσεων που ορίζουν τη συνθήκη της ύπαρξης των – ευρεία εννοία – νέων. Σε μια απόπειρα ψηλάφησης του σημαίνοντος “παιδί”, παρουσιάζουμε την κάτωθι συνέντευξη του Paul Rekret στον Vincent Bevins για το Τhe Νew Ιnquiry
λ.θ.

Στο Down With Childhood[2], το οποίο κυκλοφόρησε το Σεπτέμβρη, ο πολιτικός επιστήμονας Paul Rekret οδηγεί τον αναγνώστη σε μια συναρπαστική περιήγηση στην πρόσφατη ιστορία της ποπ μουσικής και της πολιτικής. Για τον Rekret, η «παιδική ηλικία» όπως την κατανοούμε σήμερα αναδύθηκε με τον καπιταλισμό του 20ου αιώνα, ιδίως μετά την αφαίρεση των νέων από την αγορά ως το προβαλλόμενο/προβλεπόμενο αντίστροφο μίας καθημερινής εργάσιμης μέρας. Αλλά καθώς η διάκριση μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου καταρρέει, συμπαρασύρει και την έννοια της παιδικής ηλικίας. Η συνέντευξη παρουσιάζεται μετά από επιμέλεια και συμπύκνωση για λόγους σαφήνειας.

Ποιες ερωτήσεις επιχειρείτε να απαντήσετε σχετικά με την παιδική ηλικία; Επισημαίνετε τους τρόπους με τους οποίους η μεταβαλλόμενη δημόσια κατανόηση της παιδικής ηλικίας υπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς στην κοινωνία μας. Επιπλέον επισημαίνετε αυτά, που μπορούν να μας πουν για την κοινωνία μας, οι μετατοπίσεις των εμφανίσεων της παιδικής ηλικίας στην ποπ μουσική .

Τα παιδιά διαδραματίζουν ένα συναισθηματικό ρόλο: H απόλαυση αντλείται από αυτά, πράγμα που συνήθως θεμελιώνεται στην νοσταλγία για αυτό που κανείς θυμάται τρυφερά ως μία καλύτερη εποχή στης δικής του ζωής. Η Shulamith Firestone, από την οποία απέσπασα τον τίτλο του βιβλίου, λέει ότι είναι φυσικό. Δεδομένου ότι η ζωή στον καπιταλισμό είναι μάλλον αγγαρεία, η φαντασίωση μιας περιόδου σχετικής απόλαυσης και παρηγοριάς δρα θεραπευτικά. Επιπλέον, τα παιδιά επενδύονται με ελπίδες για το μέλλον, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να φυλάσσονται προσεκτικά, να εκπαιδεύονται και να ελέγχονται.

Αλλά ήθελα επίσης να κατανοήσω αυτά τα συναισθήματα στα ιστορικά τους συγκείμενα. Και αποδεικνύεται ότι έχουν αλλάξει εκ βάθρων μέσα στον χρόνο, σε σχέση με τις ιδιαίτερες ανάγκες των αγορών κεφαλαίου και εργασίας. Το ποιος μετράει ως παιδί και ποιας μεταχείρισης οφείλει να τύχει, έχει μετατοπιστεί αρκετά δραματικά από την ανάδυση του καπιταλισμού.

Και, όπως αποδεικνύεται, η ποπ μουσική έχει αποτελέσει ένα αρκετά καλό δείκτη των μεταβαλλόμενων εμπειριών της παιδικής ηλικίας, ενώ επιπλέον η μεταβαλλόμενοι τρόποι με τους οποίους η παιδική ηλικία αναπαρίσταται στην ποπ, μας λέει πολλά πράγματα για τη μουσική.

Ακόμη πιο σημαντικά, αμφότερες η ποπ μουσική και η παιδική ηλικία κατανοούνται και βιώνονται, τουλάχιστον σε ιστορικό επίπεδο, μέσω του διαχωρισμού τους από τη μισθωτή εργασία. Συναναστρεφόμαστε τόσο με την ποπ μουσική όσο και με την παιδική ηλικία μέσω του ελεύθερου χρόνου και του παιχνιδιού. Υπό την έννοια αυτή τουλάχιστον, είναι έντονα αλληλένδετες.

Η ποπ μουσική είναι στην ουσία πόσο, 70 χρόνων; Ξεκίνησε το 1950 στις ΗΠΑ; Τι συνέβαινε με την πραγματική ανθρώπινη δραστηριότητα εκείνη την περίοδο;

Λοιπόν, υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους θα μπορούσαμε να ορίσουμε τη λαϊκή μουσική, απλώς ως μουσική που είναι λαοφιλής, για αρχή, και δεν προσποιούμαι ότι προσφέρω μια ολιστική ιστορία. Ωστόσο το ιδιαίτερο νήμα, το οποίο εγώ ακολουθώ, ξεκινά με τις ιστορίες των τραγουδιών της δουλειάς και εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η εκβιομηχάνιση απέβαλε τα παραδοσιακά τραγούδια από την εργασία. Οι μηχανές ήταν απλούστατα πολύ θορυβώδεις για να τραγουδήσει κανείς κατά τη λειτουργία τους, και τα αφεντικά των εργοστασίων συχνά απαγόρευαν το τραγούδι ως μέσω πειθάρχησης των εργατών. Στο σημείο αυτό, η μουσική γίνεται κάτι που ο καθένας καταναλώνει στον ελεύθερο χρόνο του, ή, λίγο αργότερα, το επαγγελματικό τραγούδι εκπέμπεται από το ράδιο ή την τηλεόραση τα απογεύματα και τα σαββατοκύριακα. Υπό την έννοια αυτή, η ιστορία της ποπ μουσικής βρίσκεται στην απομόνωσή της από την εργασία. Ποπ είναι η μη-εργασία.

Πράγμα που μας φέρνει στην εξιδανικευμένη εικόνα της μεταπολεμικής πυρηνικής οικογένειας. Στο σημείο αυτό, ένα σαφές πλέγμα ορίων είχε από καιρό αναδυθεί, οριοθετώντας τον κόσμο της εργασίας και της μη-εργασίας, με τον τελευταίο να περιλαμβάνει την μουσική. Προφανώς τα όρια αυτά είναι εν μέρει μια ψευδαίσθηση: το σχολείο αποτελεί κυρίως μια μονότονη δουλειά, η οικιακή εργασία είναι μοναχική και σκληρή, και επιπλέον αποτελεί μια αναντίρρητα έμφυλα και βαθιά φυλετικά δομημένη ιδέα. Εντούτοις, ο σκοπός είναι να τοποθετήσω την ποπ εντός μας μακρύτερης ιστορίας όπου η μουσική, το παιχνίδι, και κατ’ ουσίαν, οι γυναίκες και τα παιδιά, είναι κυρίως αποκλεισμένα από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας και συνδέονται, εν μέρει, με τον κόσμο τους ελεύθερου χρόνου.

Υπαινιχθήκατε μερικές φορές ότι αφού τα παιδιά αφαιρέθηκαν από την αγορά εργασίας (σχετικά πρόσφατα), η ιδέα μας για την παιδική ηλικία συχνά λειτούργησε σαν ένα είδος αντίστροφης ειδώλου της σύγχρονης ζωής του εργαζομένου. Πως δημιουργήσαμε την ιδέας της παιδικής ηλικίας;

Η ιδέα της παιδικής ηλικίας, όπως την γνωρίζουμε, ανάγεται στην πρώιμη νεωτερικότητα, καθώς η αναδυόμενη αστική τάξη άντλησε από την ιδέα της αθωότητας, εν μέρει ως ένα τρόπο για να απελευθερωθεί από την αυθεντία των μεσαιωνικών προκαταλήψεων και της φεουδαρχικής ιεραρχίας και επιπλέον προσδένοντας τις νεωτερικές έννοιες της προόδου στην ανθρώπινη βιογραφία.

Αν φανταστείς τα παιδιά σαν ένα είδος λευκού πίνακα, τότε οι ηθικές τους ποιότητες δεν εκλαμβάνονται ως έμφυτες αλλά ως προϊόν ανάπτυξης. Πράγμα που καταλήγει στο γεγονός ότι ορθολογικοί άνθρωποι πρέπει να είναι ελεύθεροι να λάβουν τις δικές τους αποφάσεις και επίσης ότι η ανθρωπότητα ως σύνολο είναι ο παράγων και το αποτέλεσμα της προόδου. Τα παιδιά γίνονται μια ζώσα, δρώσα, αναπαράσταση της ιστορίας σε μικρογραφία.

Αλλά η έννοια της αθωότητας, μιας ιδιότητας των παιδιών καθώς και των υποτελών στις αποικίες, νομιμοποίησε τη συνέχιση της εξουσίας επί αυτών και την προσεκτική διαχείριση της ανάπτυξής τους.

Η ιδέα της αθωότητας δεν επεκτάθηκε στην ουσία στα παιδιά της εργατικής τάξης. Εξαναγκάστηκαν να εργασθούν, πράγμα που θεωρήθηκε ως μέσω πειθάρχησής τους, και ενστάλαξης των αστικών αξιών σε αυτά. Όπως και σήμερα, τον 18ο αιώνα τα παιδιά της εργατικής τάξης τα οποία αλήτευαν στους δρόμους όλη μέρα αντιμετωπίστηκαν με βαθιά ανησυχία και φόβο. Μόλις στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, για μια σειρά λόγων (η εναντίωση των ανδρών στην συμπίεση των μεροκάματων που προκαλούσαν τα παιδιά, ο φόβος ότι τα εργαζόμενα παιδιά μπορεί να αποκτήσουν αυτονομία, η ανάγκη για καλύτερα εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό), η παιδική εργασία απαγορεύτηκε δια νόμου, στις περισσότερες μορφές μισθωτής εργασίας, ενώ η εκπαίδευση καθίσταται υποχρεωτική. Είναι σε αυτό το σημείου, όπου η κοινωνιολόγος Viviana Zelizer, υποστηρίζει ότι τα παιδιά έγιναν οικονομικώς άχρηστα. Οι νέοι γίνονται ένα οικονομικό βάρος, αλλά το μέλλον που υπόσχονται μπορεί να προσφέρει στους γονείς μια πηγή νοήματος για το βάσανο που υφίστανται.

Έτσι πιστεύω ότι, στην ουσία, μόλις στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα η παιδική ηλικία όπως την ξέρουμε γενικεύεται. Επίσης πιστεύω ότι αυτό το ιδεώδες είναι σε κρίση για άλλη μια φορά σήμερα.

Τι σχέση έχει όλο αυτό με την καθαρά Βικτωριανή ιδέα της παιδικής ηλικίας, όπως αναφέρετε στο βιβλίο, η οποία έγινε τόσο δημοφιλής στη ροκ του 1960; Από που προήλθε αυτό;

Στην ουσία πιστεύω ότι είναι περισσότερο Εδουαρδιανή η εικόνα της παιδικής ηλικίας, η οποία επικρατεί στην εικονοπλασία της ψυχεδέλειας, penny-farthings, πανηγύρια, τσίρκο, όλα τα πράγματα με προεξέχοντα ρόλο στην εποχή των Beatles του Sgt. Pepper’s, για παράδειγμα. Νομίζω ότι η αντικουλτούρα του 60’ επιστράτευσε μια βαθιά ρομαντική εικόνα της παιδικής ηλικίας ως κομμάτι του ευρύτερου αιτήματος για κοινωνική ανανέωση και αλλαγή. Αυτή η ιστορία της εικονοπλασίας του παλαιού τσίρκου ταίριαξε στα 60’ άψογα. Εξέφρασε το παιχνιδιάρικο θαύμα, τη διασκέδαση, και την αισθησιακή μέθη με τον κόσμο την οποία η μουσική όφειλε να επικοινωνήσει. Αυτά αποτελούν παλιά μοτίβα της ανανέωσης ή της εξέγερσης, όσο αφορά τα παιδιά, όπου κανείς τα βρίσκει σε ποικίλες μορφές στην μακρά ιστορία της ρομαντικής παράδοσης που ξεκινά από τον Ρουσσώ και φτάνει ως τον Βάλτερ Μπένγιαμιν. Τα παιδιά επερωτούν ακατάπαυστα, η γνώση τους είναι απτή, και υπό αυτή την έννοια έχουν μια λυτρωτική διάσταση.

Αυτό δεν ταίριαξε καλά μόνο με την πολιτισμική πολιτική της εποχής αλλά επίσης αντικατοπτρίσθηκε έντονα και στη μουσική. Η ψυχεδελική ροκ απαίτησε μια μέθεξη του κοινού, τα τραγούδια ήταν μάλλον σαν περιπλανώμενοι αυτοσχεδιασμοί παρά δομημένες, συνεκτικές ποπ μελωδίες, και προκαλούσε αυτό το υπνωτιστικό συναίσθημα με το οποίο συνεχίζουμε να συσχετίζουμε την ψυχεδέλεια. Αυτό αποτέλεσε κομμάτι ενός ευρύτερου αξιακού συστήματος του αυτό-μετασχηματισμού και της ανακάλυψης του εαυτού. Η παιδική ηλικία το εξέφρασε ιδιαιτέρως επιτυχημένα.

Λέτε ότι σε κάποιες φάσεις, νεαρά παιδιά επιστρατεύθηκαν για την «λαθραία» εισαγωγή της μαύρη μουσικής στο ευρύ κοινό. Ποια αντίληψη για την παιδική ηλικία το κατέστησε εφικτό; Και πως;

Ναι, οι Jackson 5 είναι το πιο επιφανές παράδειγμα. Ο Berry Gordy αρκετά κυνικά, κατά τα φαινόμενα, θέλησε να χρησιμοποιήσει τον Michael ως μέσο για να φτάσει στα «λευκά σαλόνια» η Motown Records, η οποία συχνά συσχετίστηκε με το Μαύρο ακτιβισμό. Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Αν θυμάμαι σωστά, το “Pass the Dutchie” ήταν το πρώτο Νο1 ρέγκε σινγκλ στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Και δούλεψε γιατί βλέπουμε τα παιδιά ως αθώα και ευάλωτα, και ως παθητικά. Δε βιώνονται ως απειλή.

Τούτου λεχθέντος, ένα διαρκές μοτίβο στην ιστορία της παιδικής ηλικίας έχει αποτελέσει το άγχος περί του πότε ακριβώς τα παιδιά δεν είναι πλέον παιδιά και πότε έχουν γίνει εμπρόθετοι δρώντες, υπεύθυνοι για τις δικές τους πράξεις, και συνεπώς, δεν είναι πλέον αθώα. Ή ακόμη ευρύτερα, ποιος ακριβώς μετράει για παιδί; Τη στιγμή που πλέον δε μπορούν ή δεν επιθυμούν να είναι παθητικά και ευάλωτα, τα παιδιά γίνονται αντικείμενο κάθε είδους καταπίεσης, από σωφρονιστήρια μέχρι φυλακές ανηλίκων, με διορίες στις εξόδους τους και νομοθετικές διατάξεις για την καταπολέμηση των συμμοριών. Μπορεί να καταλήξει εξωφρενικό. Θυμάσαι το sonic mosquito[3] το οποίο είχαν εγκαταστήσει στις πόρτες των μαγαζιών στο Λονδίνο για να αποτρέπουν τα παιδιά από να αλητεύουν εδώ και εκεί; Στο σταθμό Turnpike Lane, έπαιζε κλασσική μουσική από τα μεγάφωνα για την αποτροπή της αλητείας και αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Τι είδους πεπλανημένη αντίληψη για τους νέους ανθρώπους πρέπει να έχεις για να σκεφτείς ότι το να παίξεις Μπαχ θα τους τρέψει σε φυγή;

Προφανώς, αυτή η έκθεση της παιδικής ηλικίας είναι έντονα διαχωρισμένη βάσει της τάξης και της φυλής. Παιδιά είτε φτωχά είτε από την εργατική τάξη, μη λευκοί νέοι άνθρωποι, είναι αναφανδόν πιθανότερο να εκληφθούν ως απειλή, ως ανώριμοι, ή ως ενήλικες που χρήζουν σωφρονιστικής πειθάρχησης και εκπαίδευσης, αλλά επηρεάζει όλα τα παιδιά.

Υπογραμμίζετε το πόσο μας αρέσει να αναπαράγουμε την αφήγηση της δημόσιας κατάρρευση των παιδιών –σταρ καθώς η αθωότητά τους χάνετε. Το ξυρισμένο κεφάλι της Μπρίτνεϊ[4] είναι το πλέον αξέχαστο παράδειγμα. Ποιο σκοπό εξυπηρετεί η υπογράμμιση της αφήγησης αυτής; Ποιος κερδίζει;

Εικάζω ότι αυτού του τύπου η κατάρρευση σχετίζεται με μια δημοκρατική ανάγκη να βλέπουμε τους διάσημους να αποτυγχάνουν. Ωστόσο στην περίπτωση των παιδιών, διαθέτει ένα πιο συγκεκριμένο σύνολο παραγόντων. Αφενός τα παιδιά-σταρ είναι πολύ δελεαστικά. Επιτελούν δημόσια, και ως εκ τούτου αναπαράγουν, το ιδεώδες της αθωότητας που η κοινωνία λατρεύει. Αλλά κατανοούμε σε ένα επίπεδο ότι αυτά τα παιδιά είναι παράγοντες δράσης, δηλαδή, ότι εργάζονται και ότι η αθωότητα την οποία προβάλλουν επηρεάζεται. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά που εργάζονται στο θέαμα καθιστούν επιπλέον μια απειλή στο ιδεώδες μας για την αθωότητα. Όταν εν τέλει τα βλέπουμε σε φωτογραφίες μεθυσμένα, μαστουρωμένα, να ξυρίζουν το κεφάλι τους, ή οτιδήποτε άλλο, πιστεύω ότι λειτουργεί για το κοινό σαν ένα είδος επιβεβαίωσης ότι διέπραξαν μια ύβρη απέναντι στην αθωότητα. Κατ’ αυτό τον τρόπο συνεχίζουμε να καταναλώνουμε την σκηνοθετημένη ευαλωτότητα των παιδιών-σταρ ενώ ηθικά επιβεβαιωνόμαστε με τις εικόνες τις κατάρρευσής τους. Στην ουσία τα θέλουμε μονά-ζυγά δικά μας.

Γράφετε, ότι για τα νεοφιλελεύθερα υποκείμενα, δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου. Πως αυτή η ισοπέδωση επηρεάζει τη δημόσια αναπαράσταση του παιδιού στη σύγχρονη μουσική;

Αυτό είναι το βασικό μου επιχείρημα: αν η παιδική ηλικία, όπως την ξέρουμε, αναδύθηκε εκεί όπου τα παιδιά ήταν διαχωρισμένα από την μισθωτή εργασία και διαπνέονται από όλες αυτές τις συναισθηματικές ποιότητες, στις οποίες αναφέρθηκα, τότε η σύγχρονη εποχή της καπιταλιστικής κρίσης υποδηλώνει επιπλέον μια βαθιά κρίση της παιδικής ηλικίας. Δεν είναι δυσδιάκριτη μόνο η εργασία από το παιχνίδι, αλλά και οι δείκτες της παιδικής και της ενήλικης ζωής αυξανόμενα περιπλέκονται. Η σταθερή εργασία, σε τελευταία ανάλυση ίσως ο μόνος δείκτης της ενήλικης ζωής, γίνεται όλο και πιο ακατόρθωτη για ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού. Στο μεταξύ, απαιτείται από εμάς η δια βίου εκπαίδευση και ανάπτυξη εντός της εξάρτησής μας από εργασίες σε επισφαλής συνθήκες. Φαίνεται πως όπως οι καπιταλιστικές εργασιακές σχέσεις περνάνε μια φάση θεμελιώδους μετάλλαξης από τις αρχές του 1980, το ίδιο συμβαίνει και στο ιδεώδες της παιδικής ηλικίας, η οποία γίνεται ολοένα και δυσκολότερα ψηλαφίσιμη.

Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει σε μεγάλο τμήμα της δημοφιλούς μουσικής τις τελευταίες δεκαετίας. Νομίζω είναι ιδιαίτερα διάχυτο σε αυτό που έγινε γνωστό ως «toytown techno», με rave μελωδίες από τις αρχές ως τα μέσα της δεκαετίας του 90’ που άντλησαν κυρίως samples από διαφημίσεις δημοσίων υπηρεσιών και τηλεοπτικά παιδικά σόου της δεκαετίας του 1970. Πράγμα που αποτυπώνει ένα είδος κοροϊδευτικό χλευασμό του ιδεώδους της παιδικής ηλικίας από μια γενιά αυξανόμενα εγκαταλελειμμένη από το κοινωνικό κράτος. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σε τμήμα της hard rock. Σκέφτομαι το τραγούδι των Metallica “Enter Sandman.”. Αναρωτιέμαι αν το θεμέλιο για αυτά τα μοτίβα της παθολογικής παιδικής ηλικίας, της κακομεταχείρισης, της αυτοκτονίας, της κατάθλιψης, είναι τα ίδια σε μεγάλο τμήμα της grunge της ίδιας περιόδου.

Είναι ακόμη πιο απερίφραστο σε μεγάλο τμήμα του χιπ-χοπ, αν και στην ραπ ο τόνος είναι πολύ πιο συγκρουσιακός. Ανακύπτει συχνά ένας παιχνιδιάρικος χλευασμός του ιδεώδους της παιδικής ηλικίας, ιδίως όταν τα παιδιά τραγουδούν το ρεφραίν σε κομμάτια όπως το“I’m a Thug” και “Hard Knock Life” του Trick Daddy, το “Lemonade” του Gucci Mane και αμέτρητα άλλα.

Τα παιδιά υπάρχουν;

Αν εννοείται το εάν υπάρχει μια περίοδο στην βιολογικό και γνωστικό μετασχηματισμό μας που σχετιζόμαστε με την «παιδικότητα»; Τότε σίγουρα, ναι προφανώς. Ωστόσο, με το ρίσκο ενός αφόρητου κλισέ, θα έλεγα ότι είναι επίσης και μια κατασκευή. Πότε σταματάει η παιδική ηλικία; Γιατί είμαστε διαχωρισμένοι από αυτή; Γιατί δε μπορούμε και εμείς να παίξουμε, να εξερευνήσουμε και να φανταστούμε; Όχι απλώς το ιδεώδες της παιδικής ηλικίας μας αποκλείει όλους τους υπόλοιπους από τα χαρακτηριστικά της, αλλά επιπλέον αυτή η διάκριση μας καθιστά πλήρεις και αυτόνομους. Αυτό μου φαίνεται ιδιαιτέρως προβληματικό. Δεν υπαινίσσεται απλώς ότι είμαστε ανεξάρτητοι και απαιτεί να μην είμαστε ευάλωτοι ή να παίζουμε μόνο σε περιορισμένες χρονικές περιόδους και μέρη, αλλά επίσης νομιμοποιεί την απόλυτη εξουσία πάνω σε όλους τους ανθρώπους που θεωρούνται παιδιά.

Η πιο επιδραστική ανάλυση της παιδικής ηλικίας είναι του Philippe Ariès. Η ανάλυσή του ότι φαίνεται να μην υπάρχουν σημαντικοί δείκτες διαφοροποίησης των παιδιών στη μεσαιωνική κοινωνία είναι διάσημη. Υπήρχαν μόνο, όπως περίφημα είπε «ενήλικες σε μικρογραφία». Ο Ariès έγραψε παρόλα αυτά στις αρχές του 1960, και πολλοί ιστορικοί από τότε έχουν περιπλέξει αυτή τη θέση. Ωστόσο πιστεύω ότι το κεντρικό επιχείρημα ακόμη στέκει, το οποίο είναι ότι η παιδική ηλικία ήταν ένα φάσμα, εντός του οποίου κανείς ήταν περίπου ευάλωτος, περίπου σε θέση να αναλάβει κάποια καθήκοντα. Αλλά δεν ήταν αυτή η εξολοκλήρου διαχωρισμένη σφαίρα ζωής, όπως γίνεται αντιληπτή σήμερα. Δεν απαιτούσε ιδιαίτερη ένδυση, λογοτεχνία, μια καθόλα ξεχωριστή πολιτιστική κατηγορία. Αυτές είναι πολύ πιο σύγχρονες εφευρέσεις.

Εν πάση περιπτώσει, πιστεύω ότι η παιδική ηλικία όπως την ξέρουμε είναι ένα γνώρισμα του καπιταλισμού. Προφανώς, υπάρχουν φάσεις στη ζωή μας που είμαστε περίπου ευάλωτοι, ωστόσο δεν ανάγονται κατ’ ανάγκη στην ηλικία, και δεν πρέπει να νομιμοποιούν μια αδιαμφησβήτητη εξουσία πάνω μας, ανεξαρτήτως ηλικίας.

Θα μπορούσαμε να μαντέψουμε πως η διάκριση ενήλικας/παιδί μπορεί να αλλάξει ή να καταρρεύσει σε μια διαφορετική μετακαπιταλιστική ή μετα-νεοφιλελεύθερο σύστημα, ακόμη και σε έναν ουτοπικό κόσμο;

Ο ουτοπικός ορίζοντας εμπρός στον οποίο τοποθετείται το βιβλίο, είναι ένας ορίζοντας όπου η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν καθορίζεται από τον εξαναγκασμό να βγάλεις χρήματα για να επιβιώσεις. Έτσι, ένας τρόπος να το σκεφτεί κανείς είναι ένας κόσμος όπου η εργασία και το παιχνίδια δεν είναι διαχωρισμένες. Θα ήταν επιπλέον ένας κόσμος όπου η διάκριση μεταξύ παιδιών και ενηλίκων δε θα έβγαζε νόημα. Στην ουσία, δεν ξέρω πως θα έμοιαζε αυτός ο κόσμος, αλλά τουλάχιστον ξέρω ότι θα συνεπαγόταν πως το παιχνίδι θα δε ήταν μια δραστηριότητα αφιερωμένη στους νέους ή απομονωμένη από κάθε άλλη δραστηριότητα.

Παρατηρώ το δίπολο ενήλικας/παιδί να ισοπεδώνεται στην σύγχρονη περίοδο, αλλά για ειδεχθείς λόγους που έχουν αναφορά στην κατάρρευση των κερδών και στα μειούμενα ποσοστά απασχόλησης. Παρά ταύτα, θέλω να εξετάσω αυτή την κρίση για να δω τι μπορούμε να μάθουμε αναφορικά με την ενδεχομενικότητα των κατηγοριών αυτών.

Ωστόσο πρέπει επίσης να προσθέσω ότι καθώς η κρίση συνεχίζεται και υπάρχουν ολοένα και λιγότεροι κοινωνικοί πόροι για τη φροντίδα των παιδιών, μπορεί κανείς να δει μια αυξανόμενα ισχυρή επίθεση απέναντί τους. Γίνεται απόπειρα να αποκλείσουμε νέους από την κατηγορία «παιδί», δικάζοντάς τους ως ενήλικες, για παράδειγμα, και κάνοντας το, εκτοπίζουμε το ιδεώδες της αθωότητας, ακόμη μακρύτερα από την πραγματικότητα. Είναι πράγματα εξαιρετικά δύσκολο να είναι κανείς παιδί σήμερα.

[1] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι σειρές Stranger Things, Dark, Derry Girls, αλλά και έργα της θεματικής Bildungsroman, όπως η ταινία Mooonlight και το βιβλίο Η καρδερίνα

[2] Εκδόσεις Repeater, 2017, 120 σελίδες

[3] ΣτΜ. Ηλεκτρονική συσκευή παραγωγής ήχων υψηλής συχνότητας, που μπορούν να ακούσουν μόνο νεαρά άτομα. Περισσότερα εδώ.

[4] ΣτΜ Γνωστή Αμερικάνα τραγουδίστρια/περφόρμερ Britney Spears

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *