Τα Τάγματα Ασφαλείας: οι μονάδες εφόδου του γερμανικού στρατού στην Κατοχή

Μιχάλης Λυμπεράτος

Η Βέρμαχτ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελούσε έναν πολυεθνικό φασιστικό στρατό. Οι καθεαυτό Γερμανοί στρατιώτες έβλεπαν σταθερά όλο και περισσότερους ξένους να φορούν γερμανικές στολές, αφού οι Ναζί θεωρούσαν την νέα «νέα τάξη πραγμάτων» ως ένα παγκόσμιο μόρφωμα. Έτσι, ο στρατός, για παράδειγμα, που εισέβαλε στην Σοβιετική Ένωση αποτελούνταν και από 600.000 Κροάτες, Ρουμάνους, Ιταλούς, Σλοβάκους, Φιλανδούς, Δανούς, Λετονούς, Ούγγρους, Ισπανούς, ακόμα και Αλβανούς μουσουλμάνους με φέσια και ιμάμηδες για την καθημερινή τους προσευχή. Όσο δε η Βέρμαχτ υποσκελιζόταν και αριθμητικά από το στρατό των Συμμάχων, λόγω των αθρόων αμερικανικών ενισχύσεων, τόσο δεχόταν στους κόλπους της «συμμάχους». Χωρίς να αμφισβητείται η κρατούσα κλίμακα φυλετικής υπεροχής, χιλιάδες οπλίτες από «κατώτερους» λαούς ενσωματώθηκαν στην Βέρμαχτ, ακόμα και αν προέρχονταν από τους «σλάβους» ή τους «Τούρκους» της πρώην Σοβιετικής Ένωσης: Αρμένιοι, Αζέροι, Καυκάσιοι, Γεωργιανοί, Τάταροι, Κοζάκοι, Τουρκμένιοι κλπ. Το δέλεαρ που τους δόθηκε ήταν η ικανοποίηση των «μακραίωνων» εθνικιστικών τους πόθων που ακύρωσε η ρύθμιση στην συνύπαρξη των εθνοτήτων που επέβαλε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι «ξένοι» εντάχθηκαν και στα προοριζόμενα ως προσωπική σωματοφυλακή του Χίτλερ επίλεκτα Waffen SS που, ενώ στην αρχή του πολέμου περιελάμβαναν μόνο Γερμανούς με σωματική διάπλαση άνω του 1,70 και με οξύτητα όρασης, εντάχθηκαν σε τελικά σε αυτά μετά τα 1942 7000 Αλβανοί, 18.000 Βέλγοι και Βαλλόνοι, μία ταξιαρχία Βουλγάρων, 2 ταξιαρχίες Κροατών, 6000 Δανοί, 20.000 Εσθονοί, 3.000 Φιλανδοί, 20.000 Γάλλοι, 20.000 Ούγγροι, 4.500 Ινδοί, 15.000 Ιταλοί, 80.000 Λετονοί, 25.000 Ολλανδοί, 6.000 Νορβηγοί, 50.000 Ρουμάνοι, 1.500 περίπου Ισπανοί, 300.000 προερχόμενοι από τις Σοβιετικές Δημοκρατίες, 1000 Σουηδοί και σημαντικός αριθμός Ελβετών μαζί με 27.886 Σέρβους.

Οι μη Γερμανοί αρχικά ενσωματώθηκαν στον γερμανικό στρατό ως «βοηθητικοί» (οι Hiwis-οι «πρόθυμοι να βοηθήσουν»). Όταν, όμως, διαπιστώθηκε ότι επεδείκνυαν ένα ακραίο εθνικιστικό και αντικομμουνιστικό μίσος, τους παραχωρήθηκε επιτελικός ρόλος ως δυνάμεις ειδικών καθηκόντων και μονάδες εφόδου. Συνήθως έκαναν τις «βρώμικες» δουλειές (πχ σφαγές αιχμαλώτων και αμάχων) ή ήταν οι αναλώσιμοι στους στρατιωτικούς αντιπερισπασμούς. Γρήγορα, η δύναμη τους πολλαπλασιάστηκε, αποτελώντας το 1/3 του γερμανικού στρατού, ώστε στα 1943 από τις 38 μεραρχίες των Waffen-SS οι 20 να αποτελούνται από μη Γερμανούς. Πολλοί από αυτούς στάλθηκαν σε κατεχόμενες χώρες, όπως στην Ελλάδα, όπου ο ΕΛΑΣ βρέθηκε αντιμέτωπους με χιλιάδες Ρουμάνους, Ρώσους, Κροάτες, Ούγγρους κ.λπ. ακόμα και Ρώσους εξωμότες.

Ειδικά η Ελλάδα συνιστούσε μια μελανή σελίδα για την γερμανική προπαγάνδα γιατί ήταν η μόνη χώρα της Ευρώπης που δεν παρείχε ταξιαρχίες στην Βέρμαχτ. Η προσπάθεια του στρατηγού Μπάκου και της κυβέρνησης Τσολάκογλου που καταβλήθηκε ώστε να δημιουργήσουν μια Κυανόλευκη Ταξιαρχία προσέκρουσε στην ανατίναξη των γραφείων της φασιστικής ΕΣΠΟ στην Πατησίων, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1942, την «τρομοκρατία» που ασκούσε ο ΕΛΑΣ και αργότερα η ΟΠΛΑ στους επίδοξους Έλληνες στρατιώτες του Ράιχ. Εντούτοις, οι Γερμανοί αναζητούσαν μια δεύτερη ευκαιρία, ιδίως από την στιγμή που μετά τα μέσα του 1943 ο ναζιστικός στρατός σε πανευρωπαϊκό επίπεδο αντιμετώπιζε έλλειψη ανδρών.

Ειδικά μετά την συμμαχική νίκη στο Ελ Αλαμέιν, τον Οκτώβριο του 1942, και την αποβίβαση συμμαχικών στρατευμάτων, τον επόμενο μήνα, σε διάφορα σημεία των ακτών της Αλγερίας και του Μαρόκου, οι Γερμανοί βρέθηκαν μπροστά στο φάσμα μιας συμμαχικής αντεπίθεσης από τα νώτα τους, στο «μαλακό τους υπογάστριο», δηλαδή την νότια Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Επιπλέον, συνεπεία και της μεγάλης έκτασης των σαμποτάζ της ελληνικής Αντίστασης, οι Γερμανοί έπρεπε να αποκαταστήσουν, πάση θυσία, τις ροές πρώτων υλών από το ελληνικό έδαφος προς τα γερμανικά εργοστάσια.

Η οχύρωση, όμως, ιδιαίτερα της Ελλάδας, απαιτούσε νέες δυνάμεις, τις οποίες οι Γερμανοί δεν μπορούσαν καν να συντηρήσουν, ακόμα και αν καταλήστευαν ανηλεώς την χώρα. Άλλωστε, η παγίδευση της Έκτης Στρατιάς της Βέρμαχτ στο Στάλιγκραντ και η τελική παράδοση της, τον Φεβρουάριο του 1943, καθιστούσε αδύνατη την μεταφορά καθεαυτό γερμανικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Όταν, μάλιστα, από τον Μάιο του 1943 συνθηκολόγησε ο γερμανικός στρατός που βρισκόταν στην Τυνησία, το μόνο θετικό στοιχείο για την Βέρμαχτ ήταν οι πληροφορίες ότι οι ασφυκτικές πιέσεις του Στάλιν στους Συμμάχους να ανοίξουν δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη προσέκρουαν στην μύχια επιδίωξη του Τσώρτσιλ να φθείρει τον στρατό της Σοβιετικής Ένωσης.

Ειδικά όταν το καλοκαίρι του 1943 γενικεύτηκαν οι συγκρούσεις με τον ΕΛΑΣ λόγω της εντολής του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής να παραπλανηθούν οι Γερμανοί σε σχέση με την επικείμενη συμμαχική απόβαση στην Σικελία (σχέδιο Animals), η μόνη λύση για την Βέρμαχτ ήταν να αναζητήσει επικουρικές δυνάμεις στην ίδια την Ελλάδα. Ήταν, ωστόσο, κάτι ιδιαίτερα σύνθετο γιατί είχε τρωθεί το κύρος του ανίκητου γερμανικού στρατού και οι Έλληνες ακροδεξιοί στην πλειονότητα τους ήταν ιστορικά υπό την επιρροή της Μεγάλης Βρετανίας. Το πρόσκομμα αυτό μπορούσε, όμως, να καμφθεί αφού με ρητή εντολή του ίδιου του Χίτλερ, τον Δεκέμβριο του 1943, είχε αντικατασταθεί η φιλολογία της «νέας τάξης πραγμάτων», με έναν άκρατο αντικομμουνισμό που υπαινισσόταν μια επικείμενη συνεργασία της Γερμανίας με τη Δύση κατά της Σοβιετικής Ένωσης.

Σε εφαρμογή του σχεδίου αυτού, ειδικά μετά την ιταλική συνθηκολόγηση, τον Σεπτέμβριο του 1943, οι Γερμανοί, αφού έπνιξαν μαζικά στη θάλασσα τους Ιταλούς στρατιώτες, προχώρησαν άμεσα στον εξοπλισμό και την μαζικοποίηση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Για την συγκρότηση τους αξιοποιήθηκε η υπάρχουσα Χωροφυλακή, οι άνδρες τις οποίας είχαν μαζικά μετατεθεί στις μεγάλες πόλεις, οι «άνευ θητείας χωροφύλακες» που είχαν ήδη συγκροτήσει 19 τμήματα εθελοντών, αλλά και η εντολή της κυβέρνησης Λογοθετόπουλου να ανοίξει τις φυλακές και να στρατολογήσει τους πρώην καταδίκους.

Όταν η αρχική απόπειρα ενεργοποίησης των παλιών Σωμάτων Ασφαλείας φάνηκε να αποτυγχάνει, (η απεργία στις 23 Ιουνίου του 1943 των αστυνομικών έδειξε ότι και εκεί ασκούσε έλεγχο το ΕΑΜ) επιστρατεύθηκαν κάποιοι απόστρατοι αξιωματικοί, με επικεφαλής τους στρατηγούς Πάγκαλο και Γονατά, που επικαλέστηκαν και την ανάγκη προστασίας της χώρας από την μοναρχία, προσφέροντας άλλοθι σε αρκετούς αξιωματικούς, που αναζητούσαν την επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία, όντας αποταγμένοι στα 1933 και 1935 μετά τα αποτυχημένα βενιζελικά πραξικοπήματα. Με αυτούς συντάχθηκαν αξιωματικοί του ΕΔΕΣ Αθήνας, τους οποίους ακόμα και ο Ζέρβας είχε αποκηρύξει, καθώς και μέλη οργανώσεων που είχαν έρθει σε σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ ή είχαν διαλυθεί από αυτόν και αναζητήσει άσυλο σε γερμανικά στρατιωτικά σώματα, όπως οι 200 άνδρες της ΕΚΚΑ που κατέφυγαν στην Πάτρα μετά την διάλυση της ΕΚΚΑ από τον ΕΛΑΣ, τον Απρίλιο του 1944.

Οι όλες επαφές με την γερμανική διοίκηση έγιναν από τον  Ιωάννη Βουλπιώτη, ελληνο-γερμανό «επενδυτή» στην Θεσσαλονίκη, με τη συνδρομή του πρώην στρατιωτικού ακολούθου της Γερμανίας στην Αθήνα Κρίστιαν φον Κλεμ και του Αρχηγού των Ες-Ες στην Ελλάδα Βάλτερ Σίμανα, ο οποίος είχε αποδώσει επιτελικό ρόλο στα Τάγματα στα πλαίσια του σχεδίου «Χάος», δηλαδή του κλίματος σύγχυσης και καταστροφών που θα συνόδευε την γερμανική υποχώρηση από την Αθήνα. Η γερμανική στρατιωτική ηγεσία με απόφαση της, στις 19 Οκτωβρίου 1943, υπήγαγε οργανωτικά τα Τάγματα στον γερμανικό στρατό, οι άντρες των οποίων έδωσαν όρκο ότι θα υπακούν απόλυτα τον Αδόλφο Χίτλερ και τους γερμανικούς στρατιωτικούς νόμους και τους εξόπλισε με μεγάλο τμήμα του οπλισμού που είχαν κατάσχει από τους Ιταλούς μετά την συνθηκολόγηση τους. Τον ρόλο του έπαιξε και ο στρατηγός Κ. Βεντήρης, επικεφαλής του στρατού της Μέσης Ανατολής, που προωθούσε την ίδια περίοδο ένα σχέδιο συγκρότησης Συνταγμάτων Εθνικιστών στην κατεχόμενη Αθήνα.

Ωστόσο, η απροθυμία κατάταξης σε αυτά εξακολουθούσε. Και ήταν τότε που επενέβησαν οι Βρετανοί, μέσω κρυφών συνεννοήσεων μεταξύ ακροδεξιών παραγόντων, του δημάρχου Αθήνας Γεωργάτου, του πρώην αρχιεπισκόπου Χρύσανθου και του βρετανού αξιωματικού του Ντοτ Στότ[1], ώστε να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η συγκρότηση των Ταγμάτων είχε την βρετανική έγκριση. Τον Ιανουάριο του 1944 η πίεση από την κυβέρνηση Ράλλη αυξήθηκε προς τους εν ενεργεία αξιωματικούς, οι οποίοι κλήθηκαν να καταταγούν υποχρεωτικά στα Τάγματα Ασφαλείας με κυρώσεις, τη διακοπή χορήγησης κουπονιών διατροφής, την αποστράτευση ή την απώλεια του δικαιώματος σύνταξης.

Τελικά κατέστη δυνατό να συγκροτηθούν 4 Τάγματα στην Αθήνα με δυναμικό 300 οπλίτες και 20 αξιωματικούς έκαστο. Η βασική εκπαίδευση δινόταν από την Μονάδα του Άγνωστου Στρατιώτη, και στη συνέχεια τα Τάγματα έφευγαν για την ύπαιθρο, κυρίως της δυτική Ελλάδα, την Εύβοια και την Πελοπόννησο. Σε κάθε Τάγμα υπήρχε ως επικεφαλής ένας Γερμανός αξιωματικός. Τα Τάγματα αυτά συγκρότησαν δύο Συντάγματα, ένα των Αθηνών και ένα της Πελοποννήσου με επικεφαλής τον υποστράτηγο Βασίλειο Ντερτιλή, πατέρα του δολοφόνου στο Πολυτεχνείο Νικόλαου. Πέρα αυτών, σε ανάλογους σχηματισμούς εντάχθηκαν και άτακτες δυνάμεις που ασκούσαν τοπικές εξουσίες, ιδίως στη Μακεδονία ή μειονοτικά σώματα τοπικής εξουσίας (Τσάμηδες, Σλαβομακεδόνες, Πόντιοι, Βλάχοι), ή ομάδες πλήρως ενταγμένες στον γερμανικό στρατό, όπως το τάγμα του Γεωργίου Πούλου, καθώς και στρατιωτικοποιημένα φασιστικά κόμματα (ΕΚΕ, ΕΣΠΟ, ΟΕΔΕ, ΕΕΕ, ΕΑΣΑΔ κ.α). Συστατικό ρόλο στην συγκρότηση των Ταγμάτων έπαιξαν και το Ι και ΙΙΙ Αστυνομικά Τάγματα Εθελοντών και η Ειδική Υπηρεσία Ασφαλείας, που διοικούσε ο Λάμπου, όσο και το Μηχανοκίνητο Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων του Μπουραντά. Παράλληλα, στην Πελοπόννησο ιδρύθηκαν και ειδικά Τάγματα, ως  «Πρότυπα Τάγματα Χωροφυλακής», υπό τον έλεγχο του Υπουργείου Εσωτερικών.

Τα Τάγματα πραγματοποιούσαν εφόδους για να συλλάβουν και να απαγχονίσουν εαμικούς, εκδίωκαν μη εγκεκριμένους ασθενείς από νοσοκομεία, επέδραμαν σε σπίτια, λεηλατώντας τα, ξυλοκοπούσαν πολίτες και βίαζαν γυναίκες, έκαιγαν οικίες και μαγαζιά σε εφαρμογή συμβολαίων θανάτου, ενώ είχαν μετατρέψει τοπικές φυλακές και ορφανοτροφεία (Χατζηκώστα, Φυλακές Χαϊδαρίου κ.α), σε ειδικούς τόπους βασανιστηρίων και εκτελέσεων. Από τον Ιούνιο του 1944 στα πλαίσια της γερμανικής πολιτικής της υποδαύλισης (storpolitic) – που προϋπέθετε ότι θα προκληθούν με τέτοια ένταση οι κομμουνιστές, ώστε να συγκρουστούν τυφλά με τα Τάγματα Ασφαλείας και τις εθνικιστικές οργανώσεις ώστε να υποκινηθεί υπέρ τους μια αντίδραση της «σιωπηλής πλειοψηφίας» της ελληνικής κοινωνίας – οι Γερμανοί διέταξαν τα Τάγματα Ασφαλείας να επιδείξουν μια πρωτοφανή αγριότητα. Επιπλέον, ο Χ. Νουμπάχερ, εντεταλμένος του Ράιχ στα Βαλκάνια, πίστευε ότι η δράση των Ελλήνων εθνικιστών και οι προκλήσεις τους θα προκαλούσε τριβές στις σχέσεις μεταξύ Βρετανίας και Σοβιετικής Ένωσης, που από καιρό, μέσω του ίδιου του Στάλιν, διαμαρτύρονταν για την απροθυμία των Βρετανών να αποκηρύξουν τα Τάγματα Ασφαλείας. Έτσι, ιδιαίτερα στις παραμονές της Απελευθέρωσης, τα Τάγματα οργάνωναν και εκτελούσαν όλα τα μπλόκα στην Αθήνα και συνόδευαν τα SS στις μαζικές επιδρομές τους στις συνοικίες της Αθήνας, συνήθως αφήνοντας στους Γερμανούς ρόλο παρατηρητή. Συγκέντρωναν τους ομήρους και μεθόδευαν στην διοχέτευση τους σε συρμούς που κατευθύνονταν σε γερμανικά εργοστάσια, πυροβολούσαν αδιακρίτως συγκεντρώσεις ανθρώπων, ακόμα και περαστικών, φρουρούσαν τα πτώματα όσων κρεμούσαν οι Γερμανοί έτσι ώστε να μην τα απομακρύνουν οι συγγενείς και να παραμένουν σε δημόσια θέα για εκφοβισμό, αλλά και βοήθησαν στον εντοπισμό, τη σύλληψη και την μεταφορά Εβραίων στα γερμανικά στρατόπεδα. Οργάνωσαν δίκτυα μαύρης αγοράς και υφαρπαγής περιουσιών αλλά και λαθρεμπορίου στην Αθήνα. Πρωτίστως, όμως, ανέλαβαν να αποτελέσουν την οπισθοφυλακή των υποχωρούντων Γερμανών στην Απελευθέρωση με ειδικό εξοπλισμό που τους παραχώρησε η Βέρμαχτ.

Όπως ήταν φυσικό κέρδισαν γρήγορα το ενδιαφέρον των Βρετανών που αναζητούσαν διακαώς αντίβαρο στον ΕΛΑΣ. Για αυτό καθυστέρησαν να τα αποκηρύξουν (το έκαναν μόνο ως δέλεαρ για να συμμετάσχει το ΕΑΜ στη Συμφωνία της Καζέρτας) και επέβαλαν την αναίμακτη παράδοση τους στην βρετανική διοίκηση. Μόνο αυτοδικίες έξαλλων πολιτών, όπως στον Μελιγαλά, τους απέδωσαν κάποια τιμωρία. Έτσι, κατέληξαν στο στρατόπεδο στο Γουδί, παρέμειναν εκεί οπλισμένοι και σε στρατιωτική ετοιμότητα, για να χρησιμοποιηθούν με βρετανικές στολές στη μάχη των Δεκεμβριανών.

Ήταν αναμενόμενο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας να αξιοποιηθούν στη συγκρότηση του παρακράτους που επέβαλε την «λευκή τρομοκρατία», να διακριθούν στον Εθνικό Στρατό ή στα βοηθητικά του σώματα (ΜΑΥ, ΜΑΔ) στον εμφύλιο και να αναλάβουν τις εκτελέσεις και τους αποκεφαλισμούς των αιχμαλώτων του ΔΣΕ. Στη συνέχεια μορφοποιήθηκαν ως ημιστρατιωτικά σώματα στην ύπαιθρο, τα περιβόητα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ ). Θα αφομοιωθούν σταδιακά και στον στρατό, όπου και θα αποτελέσουν το δυναμικό της Χούντας. Στην μεταπολίτευση έγινε απόπειρα ανασύνταξης τους, βάζοντας βόμβες σε κινηματογράφους («Έλλη», «Ρεξ) και αριστερά κομματικά γραφεία (1978). Πρόσφατα ενέπνευσαν τα Τάγματα Εφόδου της «Χρυσής Αυγής».


Σημειώσεις
  1. Υποσημείωση: Στις αρχές Νοεμβρίου 1943 παρουσιάστηκε στην Αθήνα ένας Βρετανός λοχαγός, ονόματι Ντον Στοτ, που με την στολή του ήρθε σε επαφή με όλους τους εθνικιστές της Αθήνας (με την παρουσία αντιπροσώπου της κατοχικής κυβέρνησης). Αυτός υπέγραψε ένα συμφωνητικό συνεργασίας των Ελλήνων Ακροδεξιών (ανάμεσα τους και ο προδοτικός ΕΔΕΣ Αθήνας) με το  Βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Μια εβδομάδα μετά μέσω του κατοχικού δημάρχου Γεωργάτου ήρθε σε επαφή με τον  Γερμανό φρούραρχο της Αθήνας Λοος. Οι κινήσεις του Στοτ έγιναν γνωστές και για να μην εκτεθεί η Βρετανία, ανακλήθηκε από την υπηρεσία του, την SOE Ελλάδας (η οργάνωση που ανέλαβε να βοηθήσει στην ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος στην Ελλάδα και ήταν αρχικά αριστερή αλλά μετά “εκκαθαρίστηκε”) και επέστρεψε στο Κάιρο, όπου η ιστορία έμεινε επτασφράγιστο μυστικό, αν και έλαβε μετάλλιο επ’ ανδραγαθία από τον βρετανικό Στρατό. Ωστόσο, του απαγόρευσαν να επιστρέψει στη κατεχόμενη χώρα. Την ίδια περίοδο ο στρατηγός Βεντήρης στη Μέση Ανατολή προετοίμαζε το σχέδιο συγκρότησης εθνικιστικών ένοπλων οργανώσεων στην Ελλάδα και προσπαθούσε να προσεταιριστεί και τους επικεφαλής των Ταγμάτων. Ήταν τότε που ο Χίτλερ έκανε ανοίγματα στους Βρετανούς για την συγκρότηση ενός αντισοβιετικού μετώπου, το οποίο τέθηκε ως πρώτη προτεραιότητα από τους Ναζί ξανά από την εποχή της Δουνκέρκης. Ακόμη και σήμερα δεν έχουν αποχαρακτηριστεί τα βρετανικά αρχεία επί του θέματος. Πάντως, μετά τις κινήσεις Στοτ, παρατηρήθηκε αύξηση της προσέλευσης  στελεχών στα Τάγματα.

  2. Στην κεντρική φωτογραφία ο Ράλλης (δεξιά) και ο Τσολάκογλου (με την σημαία) ορκίζουν ταγματασφαλίτες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *