Η «ΒΕΛΟΥΔΙΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ» ΠΟΥ ΑΚΥΡΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΕ, ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ.

Τα στελέχη εκπαίδευσης και οι «επικίνδυνες» αρμοδιότητες των συλλόγων διδασκόντων

του Δημήτρη Πολυχρονιάδη *

Είναι ιδιαίτερα αξιοπερίεργος ο τρόπος που διαχειρίζονται τα ΜΜΕ και οι κυρίαρχοι κύκλοι στην εκπαίδευση και την κοινωνία το πρόσφατα ανακοινωθέν από το ΣτΕ αποτέλεσμα της δικαστικής προσφυγής ενάντια στο νόμο 4327/2015 του Υπουργείου Παιδείας περί επιλογής στελεχών εκπαίδευσης (είναι ο πρώτος νόμος από το 1974 και μετά, για την επιλογή στελεχών, που κρίνεται αντισυνταγματικός).

Η περιβόητη αντισυνταγματικότητα του νόμου και οι δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας ότι θα σεβαστεί την απόφαση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου και θα νομοθετήσει ανάλογα, πυροδότησαν έναν τεράστιο και εν πολλοίς ατελέσφορο κύκλο συζητήσεων γύρω από τον τρόπο επιλογής και τη λειτουργία των στελεχών εκπαίδευσης στο σχολείο και στη δημόσια εκπαίδευση του καιρού μας. Σε αυτό τον κύκλο συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, έχει τη δική του σημασία το είδος της πολεμικής που άσκησαν με πλήθος ανώνυμων σχολίων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στελέχη ή επίδοξα υποψήφια στελέχη εκπαίδευσης. Το σημειώνουμε αυτό για να κατανοήσουμε βαθύτερα ποιοι φιλοδοξούν να μας αξιολογήσουν και ποιες είναι οι πραγματικές προθέσεις τους. Αντιγράφουμε (και προσυπογράφουμε) απόσπασμα από σχετικό άρθρο του συναδέλφου Γιάννη Γκούμα[1]:

[ποια είναι] «Η άποψη που έχουν για τους συναδέλφους όσοι  διαφωνούν με τον α ή β  τρόπο εμπλοκής των Συλλόγων Καθηγητών στην ανάδειξη των Διευθυντών. Οι καθηγητές λοιπόν είναι μειωμένης δυνατότητας κρίσης, κινούνται καθαρά από ιδιοτελή κριτήρια, κοιτάζουν πώς θα λουφάρουν, είναι κλικαδόροι, ευτελώς συναλλασσόμενοι (εκτός φυσικά από αυτούς) και άλλα πολλά μαργαριτάρια.

Αντιληφθείτε λοιπόν συνάδελφοι πως μια ομάδα επίδοξων  διευθυντών έρχεται να διοικήσει το σχολείο, με τι απόψεις και τι μας περιμένει. Και τέλος, αν αυτή είναι η άποψη τους για τους συναδέλφους – καθηγητές μπορείτε να φανταστείτε τι περιμένει τους μαθητές των σχολείων που επιθυμούν να διοικήσουν». 

Δυστυχώς λοιπόν, οι περισσότερες, αν όχι όλες, από αυτές τις συζητήσεις και αντιπαραθέσεις γύρω από το ζήτημα δεν επικεντρώνουν ή ακόμα χειρότερα παραγράφουν εντελώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο κλήθηκαν και θα κληθούν να υπηρετήσουν το δημόσιο σχολείο τα στελέχη αυτά της εκπαίδευσης ανεξάρτητα με τον τρόπο τον οποίο έχουν επιλεγεί, με άλλα λόγια ποιο σχολείο και ποια εκπαίδευση υπηρέτησαν και υπηρετούν όλα αυτά τα χρόνια τα στελέχη εκπαίδευσης ως Δ/ντές σχολικών μονάδων, Δ/ντές Δ/νσεων Εκπαίδευσης, Περιφερειακοί Δ/ντές Εκπ/σης και Σχολικοί Σύμβουλοι;

Δεν είναι μακριά η εποχή που το εκπαιδευτικό – λαϊκό κίνημα πάλεψε ενάντια στην επιβολή της «αξιολόγησης» – χειραγώγησης του Π. Δ. 152/2013 (το οποίο ειρήσθω εν παρόδω βρίσκεται ακόμα σε ισχύ) έχοντας απέναντί του την πλειοψηφία των στελεχών της εκπαίδευσης, τα οποία όχι μόνο διαφοροποιήθηκαν από τις συλλογικές διαδικασίες και αποφάσεις του κλάδου και του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά δημιούργησαν και χωριστές συνδικαλιστικές ενώσεις με το προκάλυμμα της επιστημονικότητας σε επίπεδο σχολικών συμβούλων, Διευθυντών Σχολείων και Διευθυντών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, διεκδικώντας την ουσία και το επιγενόμενο της διαφορετικότητας τους από τους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς – συναδέλφους (;) τους σύμφωνα με τα κελεύσματα και τις επιλογές της νεοφιλελεύθερης/νεοσυντηρητικής αντίληψης για τη Δημόσια Εκπαίδευση, το σχολείο και τη διοίκησή του.

Η πραγματική και ουσιαστική μάχη που δόθηκε από το εκπαιδευτικό – λαϊκό κίνημα ενάντια στην «αξιολόγηση» ήταν και είναι μια μάχη ιδεολογικού χαρακτήρα που αφορούσε και αφορά το DNA του Δημόσιου Σχολείου και την επικείμενη ριζική αλλαγή του με βάση τις επιλογές του νεοφιλελευθερισμού/νεοσυντηρητισμού και της κυρίαρχης ιδεολογίας που προβάλει ως ιδανική λύση τη λειτουργία του αγοραίου «Δημόσιου» σχολείου (του Δημόσιου σχολείου που θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια), γεγονός που απαιτεί  την μετατροπή των στελεχών εκπαίδευσης σε διευθυντικά στελέχη «επιχειρηματικού» προφίλ και αντίληψης και ακόμα περισσότερο αποδυναμωμένους και πλήρως χειραγωγούμενους συλλόγους διδασκόντων στα πλαίσια ενός αυταρχικού/ιεραρχικού πλαισίου λειτουργίας των σχολικών μονάδων.

Αν όλα τα παραπάνω τα συνδέσουμε με μια αδιόρατη κόκκινη κλωστή με τις καταλυτικού χαρακτήρα πολιτικές επιλογές του κυβερνώντος κόμματος (ΣΥΡΙΖΑ) σε ότι αφορά την πορεία της χώρας από τον Ιούλιο του 2015 και εντεύθεν, τότε θα μπορούσαμε εύκολα να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι ο «ορυμαγδός» και οι ατελέσφορες συζητήσεις γύρω από το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου 4327/2015 προοιωνίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μια ακόμα συντηρητικού χαρακτήρα αναδίπλωση του Υπουργείου Παιδείας και της κυβέρνησης σε ότι αφορά τις νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν τον τρόπο επιλογής των στελεχών εκπαίδευσης, επιστρέφοντας στη δοκιμασμένη «κανονικότητα» της επιλογής των στελεχών εκπαίδευσης με ένα σύστημα συνδυασμού μετρήσιμων μορίων και συνέντευξης, ανάλογο ή παραπλήσιο με αυτό που ίσχυε προ του 2015. Η ψηφοφορία του Συλλόγου Διδασκόντων πιθανόν να παραμείνει ως «θετική ή αρνητική» ψήφος με γνωμοδοτικό ή συμπληρωματικό χαρακτήρα. Το σημαντικότερο βέβαια είναι ότι, είτε με τον προηγούμενο είτε με τον επόμενο τρόπο επιλογής, το ουσιαστικότερο, που είναι ο ρόλος των στελεχών εκπαίδευσης, μένει ανέγγιχτο.

Δίκαια θα αναρωτηθεί κανείς όμως: και η «βελούδινη επανάσταση» σύμφωνα με την οποία αναβαθμιζόταν ο ρόλος του συλλόγου διδασκόντων και είχε βαρύνουσα σημασία η απόφασή του για την  επιλογή του Δ/ντή της σχολικής μονάδας και μέσω των εκλεγμένων Δ/ντών Σχολικών μονάδων αντίστοιχα και για την εκλογή Δ/ντών Διευθύνσεων Εκπ/σης, τι ακριβώς θα απογίνει;

Πώς αλήθεια μπορεί να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι ακόμα και με τον τρόπο επιλογής του νόμου 4327/2015 (ψηφοφορία) το 80% των στελεχών εκπαίδευσης παρέμεινε στη θέση του και με την ψήφο των εκπαιδευτικών; Με άλλα λόγια οι ίδιοι άνθρωποι που είχαν κριθεί να γίνουν διευθυντές των σχολείων με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο επιλογής το 2011, έγιναν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, και πάλι Διευθυντές το 2015. Κι όμως όλα δικαιολογούνται και εξηγούνται αν κάποιος βασιστεί στην αδυσώπητη καθημερινότητα των σχολείων και στον τρόπο που έχει επικρατήσει ή επιβληθεί να εργάζεται ένας εκπαιδευτικός της τάξης.

Η καθημερινότητα του μαχόμενου εκπαιδευτικού της τάξης σήμερα ολισθαίνει αδιάλειπτα στην ολοκληρωτική και ολοσχερή απομόνωσή του από τις συλλογικές διαδικασίες και την αναζήτηση συλλογικών τρόπων δράσης και αντίδρασης. Η ιδιωτικότητα και η προσπάθεια ανεύρεσης ατομικών λύσεων ή η ανάθεση σε άλλους ακόμα και για προβλήματα που θα μπορούσαν να λυθούν συλλογικά αποτελεί την κυρίαρχη επιλογή. Στο πλαίσιο αυτό, οι όποιες από τα πάνω επιλογές που φαινομενικά δημιουργούν το πλαίσιο «άνθισης» μιας άλλου είδους συλλογικής αντίληψης και δράσης γύρω από το οποιοδήποτε ζήτημα είναι απόλυτα καταδικασμένες να οδηγηθούν σε αποτελέσματα όπως αυτά που έφερε ο νόμος 4327/2015 (κατά 80% εξελέγησαν οι ίδιοι Διευθυντές από τους συλλόγους διδασκόντων), πόσο μάλλον όταν η «βελούδινη» αυτή «επανάσταση» δεν συνάδει καθόλου με τα μνημόνια που υπέγραψε η κυβέρνηση  (ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ), τα οποία αφορούν και την εκπαίδευση και πρέπει να εφαρμοστούν στο άμεσο μέλλον. Ακόμα χειρότερα για τους κυρίαρχους κύκλους στην εκπαίδευση και στην κοινωνία, η παραμονή οποιουδήποτε ψήγματος αποφασιστικής συμμετοχικής συλλογικής λειτουργίας του συλλόγου των διδασκόντων είναι εξαιρετικά επικίνδυνη σε ότι αφορά τη διαμόρφωση συνειδήσεων και κουλτούρας στους εκπαιδευτικούς της μαχόμενης εκπαίδευσης τέτοιας που δεν θα μπορεί αύριο εύκολα να αποδεχθεί την όποια ιεραρχικού και κανονιστικού τύπου «αξιολόγηση» προετοιμάζεται να νομοθετήσει και να εφαρμόσει η κυβέρνηση (ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ) και το ΥΠΠΕΘ.

Επίσης θα τολμούσαμε να προσθέσουμε: αλίμονο στις επαναστάσεις που για να εδραιωθούν και να τελεσφορήσουν έχουν ανάγκη την έγκριση ή μη του κάθε ΣτΕ και όχι την ενεργό παρουσία και υπεράσπισή τους από τα φυσικά υποκείμενα του εκπαιδευτικού – λαϊκού κινήματος.

Άρα οι όποιοι πανηγυρισμοί διαφόρων για το ζήτημα της κήρυξης ως αντισυνταγματικού του νόμου 4327/2015 μάλλον ευνοούν αυτή τη στιγμή την κυβέρνηση και το Υπουργείο Παιδείας (τους οποίους πανηγυρισμούς κυβέρνηση και ΥΠΠΕΘ επικροτούν και επιζητούν κιόλας) ενόψει της ακόμα περισσότερο συντηρητικής στροφής που ετοιμάζεται να ακολουθήσει ταυτιζόμενη απόλυτα με τις πολιτικές των προκάτοχών της κυβερνήσεων στο θέμα της επιλογής των στελεχών και της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών.

Το θέμα όμως παραμένει και έχει να κάνει με το τι ακριβώς διεκδικεί και παλεύει το εκπαιδευτικό – λαϊκό κίνημα για το σχολείο που θέλουμε και έχει ανάγκη σήμερα ο κόσμος της εργασίας, αλλά και για τον τρόπο που το σχολείο αυτό θα διοικείται.

Οι καταστάσεις που όλοι/όλες έχουμε ζήσει στην εκπαίδευση τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα σε ότι αφορά τη διοίκησή της από ένα όλο και πιο κλειστό κύκλο στελεχών που ανακυκλώνονται στις θέσεις στελεχών εκπαίδευσης (ξεκινώντας από Δ/ντές Σχολείων, συνεχίζοντας ως Σχολικοί Σύμβουλοι και Δ/ντές Διευθύνσεων ή Περιφερειακοί Δ/ντές διαιωνίζοντας την παρουσία και τη χρησιμότητα του ρόλου τους μακριά από τις σχολικές τάξεις, λες και η διδασκαλία στην τάξη αποτελεί όνειδος για την πλειοψηφία αυτών των κυρίων/κυριών που σε αρκετές περιπτώσεις εξαργυρώνουν τις συνδικαλιστικές ή κομματικές τους υπηρεσίες στις εκάστοτε κυβερνήσεις με την κατάληψη θέσεων στελεχών εκπαίδευσης μέσω των «αδιάβλητων» και απόλυτα συνταγματικών νόμων για τις επιλογές στελεχών εκπαίδευσης της περιόδου 1974 – 2015 έχοντας μέγιστο μερίδιο ευθύνης για τα όποια κακώς κείμενα στο χώρο της Δημόσιας Εκπαίδευσης παρατηρούνται) συμβάλει στην υπηρέτηση και την εδραίωση ενός σχολείου που θα γίνεται όλο και περισσότερο ιδιωτικό σε βάρος του Δημόσιου και Δωρεάν χαρακτήρα του,  θα απαξιώνει και θα φαλκιδεύει – αναιρεί τα μορφωτικά και εργασιακά δικαιώματα των εκπαιδευτικών και των μαθητών απογειώνοντας τους ταξικούς φραγμούς στη μόρφωση των παιδιών.

Σήμερα περισσότερο από ποτέ χρειαζόμαστε ένα νέο μορφωτικό/κοινωνικό σχέδιο για το δημόσιο σχολείο – αναπόσπαστο τμήμα μιας συνολικότερης στρατηγικής ριζικής κοινωνικής και εκπαιδευτικής χειραφέτησης. Φυσικά στο πλαίσιο αυτό χρειάζεται και η ριζική αναθεώρηση της επικρατούσας αντίληψης για τη λειτουργία και τη διοίκηση των σχολείων και της εκπαίδευσης. Κάποια επιμέρους στοιχεία αυτής της πρότασης αλλά και διεκδικήσεις άμεσης προτεραιότητας μπορούν να είναι :

  • Σύλλογος Διδασκόντων με αναβαθμισμένο διοικητικό και παιδαγωγικό ρόλο και πλήρη ευθύνη για την εσωτερική διαδικασία προγραμματισμού, σχεδιασμού, αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου. Με συχνές, τακτικές συνεδριάσεις όπου συλλογικά συζητούνται και αντιμετωπίζονται όλα τα παιδαγωγικά ζητήματα. Με προγραμματισμό / αποτίμηση του διδακτικού έργου σε τοπικά/κεντρικά αιρετά συλλογικά όργανα.
  • Κατάργηση του θεσμού των σχολικών συμβούλων και αντικατάστασή τους από πολυπρόσωπες δομές στήριξης των εκπαιδευτικών στελεχωμένες από εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό (σχολικούς ψυχολόγους, ειδικούς παιδαγωγούς, λογοθεραπευτές κλπ.)
  • Κατάργηση των Περιφερειακών Δ/νσεων Π. & Δ. Εκπ/σης (ριζική μείωση του αριθμού των στελεχών εκπαίδευσης που το μόνο που προσφέρουν τις περισσότερες φορές είναι η εδραίωση και η εξυπηρέτηση αντιεκπαιδευτικών – αντιλαϊκών πολιτικών και όχι η στήριξη του Δημόσιου Σχολείου και των εκπαιδευτικών που το υπηρετούν).
  • Δημοκρατική/συλλογική διοίκηση της σχολικής μονάδας (με απόλυτα δημόσια οικονομική στήριξη από την πολιτεία) με ανώτερα και μόνα αποφασιστικά όργανα τον Σύλλογο Διδασκόντων και το Σχολικό Συμβούλιο. Με διευθυντή/συντονιστή, αιρετό και ανακλητό συνάδελφο που θα έχει διδακτικά καθήκοντα και τις ίδιες μισθολογικές απολαβές με όλους τους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς και ανώτατο όριο θητείας. Λειτουργία γραμματειακής υποστήριξης σε όλα τα δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία.
  • Ριζική αλλαγή της δομής της δημόσιας εκπαίδευσης με ενιαίο δεκατετράχρονο εκπαιδευτικό σχεδιασμό, θεσμοθέτηση της δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής και του ενιαίου δωδεκάχρονου δημόσιου δωρεάν σχολείου. Ίδρυση νηπιαγωγείων, διορισμοί νηπιαγωγών. Διορισμοί δασκάλων και εκπαιδευτικών ειδικοτήτων (ελαχιστοποίηση της χρήσης αναπληρωτών εκπαιδευτικών) σταθερή και μόνιμη εργασία για όλους τους εκπαιδευτικούς του Δημόσιου Σχολείου.  Κρατικό πιστοποιητικό, γλωσσομάθειας για Αγγλικά – δεύτερη ξένη γλώσσα και πληροφορική με την αποφοίτηση από κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης αρχίζοντας από το Δημοτικό. 
  • Αύξηση των δαπανών για την παιδεία στο 15% του ΓΚΠ. Δημιουργία ενός αποτελεσματικού δικτύου υποστηρικτικών θεσμών μέσα στο δημόσιο σχολείο για τους μαθητές που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Στήριξη της λειτουργίας των ΚΕΔΔΥ. Ενίσχυση της ειδικής αγωγής. Εξοπλισμός όλων των σχολείων με εργαστήρια πληροφορικής, δημιουργία μεγάλης βιβλιοθήκης σε κάθε σχολικό συγκρότημα. 
  • Νέα αναλυτικά προγράμματα και βιβλία που να αντιστοιχούν στο στόχο της γενικής μόρφωσης και της ανάπτυξης της κριτικής σκέψης όλου του μαθητικού πληθυσμού. Μείωση της ύλης σε όλο το εύρος της εκπαίδευσης, κατάργηση των εξεταστικών φραγμών.
  • Να οργανωθούν συσσίτια στα σχολεία από κρατικούς και δημόσιους φορείς (όχι ιδιώτες και φιλανθρωπίες), ώστε να καλυφθούν οι πιο άμεσες ανάγκες μαθητών και οικογενειών που βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο. Να υπάρξει μέριμνα για τα παιδιά που δεν έχουν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
  • Μεγάλο μέρος της κοινωνίας μετά το ξέσπασμα της κρίσης αδυνατεί να καλύψει την επαφή των παιδιών με ένα φάσμα μορφωτικών και αθλητικών δραστηριοτήτων, τώρα που καταρρέει όλος ο προηγούμενος τρόπος ζωής.Το σχολείο είναι συχνά ο μόνος δημόσιος χώρος με ελεύθερους χώρους και υποδομές σε ένα πυκνοκατοικημένο αστικό ιστό. Πρέπει να διεκδικήσουμε την αξιοποίηση του σε μια λογική αντιπαράθεσης με τις πολιτικές εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης. Άρα πρέπει να διεκδικήσουμε τη δυνατότητα του σχολείου να στεγάσει σε μια ζώνη ελεύθερων δραστηριοτήτων με μόνιμο προσωπικό (εκπαιδευτικοί, φύλακες, κλπ.) όλες εκείνες τις αθλητικές, πολιτιστικές δραστηριότητες που οι γονείς αδυνατούν πια να προσφέρουν στα παιδιά τους.
  • Αναδιαμόρφωση του προγράμματος σπουδών, περιεχομένου και στόχων της μόρφωσης των εκπαιδευτικών στα παιδαγωγικά τμήματα, τμήματα νηπιαγωγών και τις καθηγητικές σχολές. Επιμόρφωση/μετεκπαίδευση όλων των εκπαιδευτικών σε αντίστοιχη κατεύθυνση με απαλλαγή από τα διδακτικά καθήκοντα. 

Οι μάχες που έχουμε μπροστά μας να δώσουμε θα είναι καθοριστικές για το μέλλον του δημόσιου σχολείου και το μέλλον μας ως εργαζόμενων σε αυτό, οι μικρές και μεγάλες ανατροπές απέναντι στην εκκωφαντική κυριαρχία των αρχών του νεοφιλελευθερισμού/νεοσυντηρητισμού δεν περνούν μέσα από «βελούδινες» επαναστάσεις, επικίνδυνες αναθέσεις και ιταμούς συμβιβασμούς, αλλά από αγώνες συνεπείς και σταθερούς που θα διεκδικούν συγκεκριμένα αιτήματα για το περιεχόμενο του σχολείου που θέλουμε και θα έχουν συγκεκριμένους κάθε φορά στόχους. Όσο επιμένουμε να αγνοούμε όλα τα παραπάνω τόσο περισσότερο θα δικαιώνονται οι αντιλήψεις και οι πρακτικές αυτών που θέλουν το Δημόσιο σχολείο να μεταλλαχθεί σε ιδιωτικό και να γίνει το σχολείο για «λίγους και εκλεκτούς». Ας τους διαψεύσουμε λοιπόν!!!!!

*Ο Δημήτρης Πολυχρονιάδης είναι εκπαιδευτικός της Π. Ε. (Δάσκαλος του 1ουΔημ. Σχ. Αμαρουσίου), Πρόεδρος του Δ. Σ. του Συλλόγου Εκπ/κών Π. Ε. Αμαρουσίου, πρώην μέλος του Δ. Σ. της Δ. Ο. Ε. – εκπρόσωπος των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ – ΚΙΝΗΣΕΩΝ – ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΩΝ Π. Ε.

[1] Γιάννης Γκούμας, Σχετικά με τις εξελίξεις στο θέμα των Διευθυντών Σχολικών Μονάδων. Ανακτήθηκε από εδώ


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *