Τέλειωσε άραγε κάτι το ’73;

Χρήστος Κανδηλώρος

Οποιαδήποτε ομοιότητα με καταστάσεις ή πρόσωπα είναι εντελώς συμπτωματική και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα;

Α.

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύεται ανήμερα της επετείου της 25ης Μαρτίου, λίγους μήνες πριν την εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973, από έναν σημαντικό «αστό» παιδαγωγό, φιλόσοφο και πολιτικό που σύσσωμη η συντηρητική παράταξη, η αποστασία και η κατοπινή της χούντα λοιδόρησε καταργώντας το μεταρρυθμιστικό του έργο ενώ είχε προταθεί, από μερίδα του κλήρου, ακόμα και ο αφορισμός του. Βλέπε alfavita :  Όταν ζητούσαν αφορισμό του Παπανούτσου: Η δημοτική και το κυνήγι από τη Χούντα .                                                                                                             

Μέσα από την διαχρονικότητα της ιστορικής αντιπαράθεσης «Τυραγνία, Αδι­κία» «Ελευθερία, Δικαιοσύνη», ο Παπανούτσος ψάχνει έστω μια χαραμάδα απ’ όπου θα εκφράσει τον πόνο για όσα συμβαίνουν γύρω του.

    1821 Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ

                                                                                             Ε. Π. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΥ

Οι ρήτορες των πανηγυρικών τής ημέρας θά καταπονήσουν πάλι τή γλώσσα τους, γιά νά τιμήσουν την επέτειο τής Εθνικής Παλιγγενεσίας.

Τό Εικοσιένα — θά μάς πουν — δεν είναι πιά, ή δεν είναι μόνο, μιά σειρά πολεμικών γεγονότων που είχαν, ύστερ’ άπό πολλές διακυμάνσεις, αίσιο πολιτικό αποτέλεσμα. “Εχει ήδη περάσει στη σφαίρα τών συμβόλων καί γιά τη συνείδηση τού “Εθνους ενσαρκώνει μιάν υψηλή ιδέα. Άπό κείνες πού όταν τίς στερηθούν οί λαοί πεθαίνουν άπό ηθικήν ασφυξία.

Αυτή την ιδέα την εξήγησαν οι πολέμαρχοι του Αγώ­να μέ την απλή γλώσσα τους, τη διακήρυξαν μέσα στό σύνταγμα της νέας πολιτείας οί νομοθέτες μας, την τρα­γούδησαν οί ποιητές μας.

 Ξεσηκώθηκαν — έτσι δήλωσαν όλοι — επειδή δέν μπορούσαν νά υποφέρουν πιά «τήν Τυραγνία καί τήν Αδικία» πού περισσότερο άπό τήν πείνα καί τή γύμνια εξανδραποδίζουν τόν άνθρωπο. “Επληξαν τόν Τούρκο, γιατί αυτός είχε βάλει στόν τράχηλό τους τό διπλό ζυγό τής καταισχύνης : «τήν Τυραγνία καί τήν Αδι­κία». Ελευθερία ζήτησαν καί Δικαιοσύνη· όχι τή μιά μόνο, άλλά καί τίς δυό μαζί, τή μιά διά τής άλ­λης, έπειδή τά δεινά τής βάναυσης ύποτέλειας τέσσερων αιώνων τούς είχαν διδάξει ότι οί δύο έννοιες είναι αλληλένδετες, συναντώνται καί αδελφώνονται μέσα στην ιδέα τής Ίσοπολιτείας, όπως τό τονίζει ό αρχαίος σοφός :

«Εμείς καί οί δικοί μας, αφού όλοι γεννηθήκαμε αδέλ­φια άπό μιά μητέρα, δέν ανεχόμαστε ούτε δούλος ούτε κύρι­ος νά είναι ό ένας τού άλλου. Αυτή η κατά φύσιν ίσογονία μάς επιβάλλει νά ζητούμε ισονομία κατά νόμον, καί σ’ ένα μόνο νά δίνομε τό προβάδισμα, σ’ εκείνον πού διακρίνεται γιά τήν άρετή καί τή φρόνησή του» (Πλάτων).

Θά μάς πούν άκόμα οί ρήτορες τής ημέρας ότι τό Εί­κοσιένα συμβολίζει καί ένα άλλο ζευγάρι εννοιών : τή Λε­βεντιά καί τήν Αυτοθυσία. Άστραψε καί πάλι τότε ή ελ­ληνική  Λεβεντιά καί αγιάστηκε μέ τόν πόνο τής Θυσίας. Παράδειγμα : οί νέες Θερμοπύλες  — τό Μεσολόγγι. Γιά τόν γενναίο, όταν κλείνονται όλοι οί άλλοι δρόμοι, μιά υπάρχει πλέον έντιμη διέξοδος : τό ολοκαύτωμα. Εκεί οδη­γεί ή άγρυπνη συνείδηση τού χρέους.

«Τιμή σ’ εκείνους όπου στη ζωή των όρισαν καί φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ποτέ άπό τό χρέος μή κινούντες» (Καβάφης).—-

Όλα αυτά ορθά καί λαμπρά. Άλλά τό μάθημα δέν πρέπει νά τελειώνει εδώ. Ας μάς επιτραπεί νά τό συμ­πληρώσομε.

Σύμβολα σάν τό Είκοσιενα δέν είναι μόνο φορείς εν­νοιών, άλλά κάτι περισσότερο, κάτι παραπάνω : κανόνες ζωής, μέτρα γιά νά μετριούνται οί πράξεις. Τό αισθανό­μαστε άραγε καί έτσι ; Είμαστε αποφασισμένοι νά τιμή­σομε καί αυτή τή διάστασή του ; Τότε πρέπει νά σταθού­με μέ ευλάβεια μπροστά στίς εικόνες των Πατέρων πού τό σφράγισαν μέ τό αίμα τους, καί νά παρουσιάσομε μέ ειλι­κρίνεια τούς λογαριασμούς μας γιά τό πώς άξιοποιήσαμε τίς θυσίες τους, πώς έκτελέσαμε τή διαθήκη τους. Χτί­σαμε τήν έλεύθερη καί δίκαιη πατρίδα πού εκείνοι όραματίσθηκαν ; Μετατρέψαμε τήν ίσογονία κατά φύσιν σέ ισονομία κατά νόμον ; Δώσαμε στόν αδύνατο τή δύναμη τού νόμου γιά νά στέκεται απέναντι στόν δυνατό μέ α­μείωτη τήν υπερηφάνεια του ; Σεβαστήκαμε τό δικαίωμα τού πολίτη νά λογαριάζεται πάντα καί μόνο σάν άνθρω­πος ;  Τί πραγματοποιήσαμε ; Τί παρανοήσαμε ; Τί κα­ταπατήσαμε  άπό τίς υποθήκες τους; “Ολα νά τά πούμε : τίς μωρίες τής έπιπολαιότητάς μας, τίς παραλείψεις τής άμελείας μας, τίς δολιότητες τής πονηριάς μας.

Νά εξομολογηθούμε μέ παρρησία τά λάθη μας. Γιατί

— «όταν λέγονται τά λάθη μας, τότε κάνουν λιγότερα οί μεταγενέστεροι καί γινόμαστε κι εμείς έθνος» (Μακρυγιάννης).

Αυτός θά ήταν ό καλύτερος έορτασμός τής 25ης Μαρ­τίου. Ό τιμιότερος καί ό πιό αποτελεσματικός. Τί νά τούς κάνομε τους πανηγυρικούς ;

Τό τί πιστεύει κανείς, τό διαβάζομε ίσως στά λό­για του.

Τό τί αξίζει όμως, κρίνεται άπό τίς πράξεις του.

                                                                 (Εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 25-3- 1973)

                                            Β.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας περιγράφει πώς ασχολήθηκε με την ιστορία και την συγγραφή  του βιβλίου του «Το  ’21 και η αλήθεια»

«Μ’ αρωτάτε πώς αποφάσισα σ’ αυτή την προχωρημένη ηλικία ν’ ασχοληθώ με την ιστορία. Πράγματι, μέχρι το Φλεβάρη του 1971 αυτό το πώς ούτε το υποπτευόμουν σαν κρυμμένο κάτω από της συνείδησής μου τους χτύπους, εποίει το κορόιδο το άτιμο!  Όμως κανείς δεν ξέρει τη στιγμή που η μοίρα του αλλάζει. Από καιρούς και ζαμάνια, σχεδόν από τα χρόνια της εφηβικής ηλικίας μου, μου μπαίναν οι βαριές υποψίες, ότι η “επίσημη” ιστορία ήταν ιστορία «κοκκινοσκουφίστικη» μάλλον παρά η αληθινή ιστορία, κι έμεινε το πράγμα αυτού, ενώ ήξερα ακόμα ότι ούτε η πανούκλα ούτε η ανεμοβλογιά έκαναν τόσο κακό στην ανθρωπότητα όσο οι ιστορικοί και η ιστορία.

»Χρειάστηκε να καώ απ’ τα ” Κατά συνθήκη ψεύδη” του Μαξ Νορντάου (από τα «παιδία τιμής», από τις “σεβάσμιες δέσποινες”, από τα “υπεράνω υπονοίας” και τας  “σεμνάς εορτάς “) ή τας “λευκάνσεις” (ή αναλώσεις) της ζωής «εις την υπηρεσίαν της πατρίδος», μετά των “πρώτων τη κοινωνία φερόντων”, για να μπω στο νόημα οποίοι ευφημισμοί πάσης βαγαποντιάς ήταν αυτά, και, οποία ταπεινή υπηρέτρια των κατεστημένων η ιστορία.

Έτσι έφτασα (που να μην έσωνα) έως τον Γενάρη του 1971- με το γιόρτασμα, λέει των εκατόν πενήντα χρόνων του 1821. Και τότε ήταν κι αν ήταν… Η ντόπια ιστορικάντζα οργίασε και το ψέμα, η αγυρτεία και η άγνοια στήσαν χορό μες στις πλατείες. Το επιστημονικό φράκο και η Ακαδημαϊκή ζακέτα συναγωνίστηκαν τους καρεκλάτους “δεκάρικους” στην “παπουτσωμενόγατη” άγνοια και το μινχάουζο ψέμα. Της κακομοίρας γινότανε… Έτσι μου αρρώστησα και πάρα λίγο να πεθάνω.

(Περιοδικό «Τετράδιο» Αύγουστος 1974 και ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 20-21 Μαρτίου 2021)

                                                 Για τη μεταγραφή

                                                                            Χρήστος Κανδηλώρος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *