ΣΧΟΛΕΙΟ ΦΙΛΗ: Τίνος είναι βρε γυναίκα το παιδί;

Πέτρος Μενδώνης

Με τη φράση «σχολείο Φίλη» παραπέμπουμε συνήθως στη διαμόρφωση του δημοτικού σχολείου στη βάση των υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν το Μάιο του 2016 και διαμορφώνουν το ωρολόγιο πρόγραμμα των δημοτικών σχολείων και νηπιαγωγείων.

Το «σχολείο Φίλη» δεν ανήκει προσωπικά στον υπουργό. Οι αλλαγές που έφεραν οι αποφάσεις του,  έχουν τη σφραγίδα του, αλλά οι τελικές επιλογές του δεν έγιναν σε πολιτικό και ιδεολογικό κενό. Ο «Φίλης» είναι σύνθεση πολλαπλών δυνάμεων και αδυναμιών. Όχι όλων των δυνάμεων και όλων των αδυναμιών. Μερικές από αυτές τις παραμέρισε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου. Στη διαμόρφωση άλλων συνέβαλε. Δεν είναι ουδέτερος επιδιαιτητής. Ούτε όμως και όλοι οι υπόλοιποι είμαστε απλοί θεατές και κριτές των αλλαγών. Συμβάλαμε κι εμείς με τους τρόπους μας. Αν μας ενδιαφέρει το σχολείο σήμερα, καλύτερα: αν θέλουμε να συμβάλλουμε στη διαμόρφωσή του σημερινού σχολείου, τότε μας ενδιαφέρει να γνωρίζουμε ποιες δυνάμεις το διαμορφώνουν και πως συμμετέχουμε κι εμείς στην όλη διαδικασία. Ακολουθούν λίγες σκέψεις στην κατεύθυνση αυτή.

  1. Καταρχήν το «σχολείο Φίλη» είναι σχολείο του ελληνικού λαού, που καλώς ή κακώς αποφάσισε μνημόνιο στις 20 Σεπτέμβρη του 2015. Με αυτό το δεδομένο το ελληνικό δημόσιο σχολείο θα συνεχίσει να υποχρηματοδοτείται και να μπαλώνει μερικές από τις τρύπες του μέσα από τα προγράμματα ΕΣΠΑ, με όλα τα κουσούρια που αυτά έχουν (ελαστική εργασία, προσωρινότητα, κλπ.). Η υποχρηματοδότηση και τα ΕΣΠΑ πλήττουν κυρίως το ηθικό των εν ενεργεία εκπαιδευτικών, αφού η εργασία τους αμείβεται λίγο, γίνεται αντικείμενο συνεχόμενων ακατανόητων αλλαγών, που υποτάσσονται στη λογική της λιτότητας  δεν εμπλουτίζεται με επιμορφωτικές διαδικασίες κλπ.

Εδώ αξίζει να διευκρινίσουμε ότι μια επιλογή εγκατάλειψης των μνημονίων και του ευρώ, θα επέτρεπε στον ελληνικό λαό να συζητήσει για το τι πρέπει να κάνει το δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια να το στελεχώσει άριστα. Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι εισαγόμενο είδος και μια πολιτική υποτίμησης θα επέτρεπε όλους τους χρήσιμους διορισμούς τους, με τους συνεπαγόμενους βέβαια περιορισμούς στην αγοραστική δύναμη των μισθών. Ένα δημοκρατικά προσδιορισμένο και καλά στελεχωμένο σχολείο, ίσως δεν είναι επαρκής λόγος για την έξοδο από το ευρώ, είναι όμως ένα από τα απαραίτητα στοιχεία για να κάνουμε συγκρίσεις και επιλογές.

  • Το «σχολείο Φίλη» είναι επίσης σχολείο του εκπαιδευτικού κινήματος, που πέτυχε τους στόχους του ενιαίου προγράμματος και της κατάργησης της εκπαιδευτικά ατελέσφορης 7ης ώρας. Για όσους κάνουν ότι ξέχασαν, ας πούμε ότι μέχρι τον Ιούνιο του ’15 υπήρχαν συνομήλικά γειτονόπουλα που είχαν μέχρι και 40% διαφορά στον εβδομαδιαίο χρόνο διδασκαλίας, μόνο και μόνο επειδή κάποια από αυτά είχαν διεύθυνση που οδηγούσε σε μεγάλο σχολείο και τα άλλα διεύθυνση που οδηγούσε σε μικρό.  Ας θυμηθούμε επίσης ότι η 7η ώρα διαρκούσε 22% λιγότερο από τις άλλες και σε συνδυασμό με την κούραση των παιδιών από τον ξέφρενο ρυθμό του προγράμματος (7 διδακτικές ώρες και 55 λεπτά διαλειμμάτων) σε 5 ώρες και 50 λεπτά  πραγματικού χρόνου) ήταν αγγαρεία ή χρόνος χαλάρωσης.

Τα παραπάνω βέβαια επιτεύχθηκαν γιατί μπορούσαν να ταιριάξουν με το μνημόνιο και τη λιτότητα. Η κυριαρχία της λιτότητας είναι αδιαμφισβήτητη. Οι επιμέρους νίκες του εκπαιδευτικού κινήματος δεν αμφισβητούν την πρωτοκαθεδρία της, αλλιώς θα βλέπαμε και άλλες, π.χ. τον επέκταση της μονιμότητας σε βάρος της ελαστικής δουλειάς. Όπου όμως τα αιτήματα του εκπαιδευτικού κινήματος σημαίνουν το σπάσιμο της λιτότητας, οι νίκες είναι μάλλον ανύπαρκτες ή περιορισμένες. Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το τέρας της λιτότητας και των απολύσεων θα μπορούσε να τραφεί καθαρά με μια απλή αύξηση του διδακτικού ωραρίου των εκπαιδευτικών, που θα επέτρεπε τη συνέχιση της πολυτυπίας και της αγγαρείας. Αντ’ αυτού το εκπαιδευτικό κίνημα πέτυχε  το ενιαίο πρόγραμμα και την κατάργηση της 7ηςώρας.

  • Το σχολείο Φίλη είναι επίσης σχολείο της κατίσχυσης του πολιτικού τακτικισμού έναντι κάθε παιδαγωγικής αντίληψης.  Ο τακτικισμός αυτός χαρακτηρίζει την πολιτική του υπουργείου, της αντιπολίτευσης και του εκπαιδευτικού κινήματος στις γενικές του γραμμές.

Η επιλογή του ενιαίου προγράμματος δημιουργούσε από την αρχή ένα ερώτημα: ποιο πρόγραμμα; Στο ερώτημα αυτό δεν δόθηκε κάποια απάντηση στηριγμένη σε κάποια ρητή παιδαγωγική αντίληψη για το τι είναι και τι θέλουμε από το δημοτικό σχολείο. Καμία τέτοια κουβέντα δεν έγινε. Κανείς δεν τοποθετήθηκε στο θέμα. Οι επιλογές του υπουργείου υποτάχθηκαν (πέρα από το μνημόνιο) σε ένα και μόνο κριτήριο: το πολιτικό κόστος. Τι ακούγεται ωραίο στα αυτιά των ψηφοφόρων; δηλαδή ποια παιδαγωγική ιδεολογία κυριαρχεί;  ποια ομάδα πίεσης μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα; Αυτά ήταν τα ερωτήματα που έκριναν την στάση της πολιτικής ηγεσίας. Ζητήματα όπως εκείνα της σχολικής γνώσης, της ταξινόμησης της σε διδακτικά αντικείμενα, της ισορροπίας μεταξύ παιδαγωγικής σχέσης και διδακτικού αντικειμένου, της θέσης των επιμέρους αντικειμένων στο καθημερινή σχολική πραγματικότητα, της γυμνασιοποίησης, της συγκρότησης ισχυρών σχολικών κοινοτήτων και της  παρουσίας εκπαιδευτικών που μεταφέρονται από σχολείο σε σχολείο εξαιτίας της ειδίκευσης τους έμειναν εν τέλει έξω απ’ ό,τι έκρινε τις αποφάσεις του υπουργείου.

Αντί όλων αυτών η πολιτική ηγεσία του υπουργείου φρόντισε καμία ομάδα πίεσης να μη νιώσει ριγμένη έναντι κάποιας άλλης και η κυρίαρχη παιδαγωγική αντίληψη του «πλούσιου προγράμματος» να υπηρετηθεί. Για το σκοπό αυτό αφενός συντήρησε τους παλιούς ορισμούς της σχολικής γνώσης και την ταξινόμησή της στα  διδακτικά αντικείμενα του ΕΑΕΠ και τροποποίησε  ελάχιστα την κατανομή του σχολικού χρόνου μεταξύ αυτών των αντικειμένων, έτσι ώστε να χωρέσουν όλα στο 30ωρο[1].   Αφετέρου, ο κύριος όγκος των εκπαιδευτικών της αισθητικής αγωγής, των δασκάλων ειδικής[2] και των νηπιαγωγών έχει ήδη επαναπροσληφθεί. Συνεπώς οι πιο δραστήριες ομάδες πίεσης  ικανοποιήθηκαν. Από την άλλη, οι συνεννοήσεις με τον Πανελλήνιο Σύλλογο Αναπληρωτών Δασκάλων  συνεχίζονται και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα υπάρξουν εκρήξεις από εκείνη τη μεριά. Ποιοι μένουν;  Οι ξενόγλωσσοι, οι γυμναστές, οι νηπιαγωγοί της ειδικής και λίγοι πληροφορικάριοι. Αντιμετωπίσιμα  προβλήματα για το υπουργείο.

Εκτός όμως από το υπουργείο, παρόμοια στάση είχε και το εκπαιδευτικό κίνημα. Όπως ήταν αναμενόμενο αντί της όποιας παιδαγωγικής λογικής πρόταξε  την υπεράσπιση της εργασίας των συναδέλφων. Το αυτονόητο αίτημα ήταν να μην απολυθεί κανείς συνάδελφος αναπληρωτής. Ελάχιστες ήταν οι πλευρές που διατύπωσαν κάποια εκπαιδευτική λογική, αλλά κι αυτές είχαν μηδενική αξία, αφού ήταν αποπαίδια ρηχού συντεχνιασμού: «Εγώ! Εγώ! Εγώ το κάνω καλύτερα. Βάλε τους δασκάλους γραμματειακή υποστήριξη ή όπου αλλού θέλεις. Βγάλε τους από τις τάξεις! Ειδικότητες στα δημοτικά σχολεία!», φώναζαν οι επιστημονικοί (;) φορείς θεατρολόγων και εικαστικών την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2016. Συνεχίζουν και το φθινόπωρο.  Μια τέτοια  ρητορική δεν συγκροτεί   αντίληψη για το σχολείο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι διαμορφώνει λιγότερο την καθημερινή σχολική πραγματικότητα.

Από την άλλη πλευρά, οι δάσκαλοι στερούνταν «επιστημονικών ενώσεων» και η Ομοσπονδία στην οποία κυριαρχούν, η ΔΟΕ, ανέλαβε ρόλο κυανόκρανου, μηδενίζοντας τον εκπαιδευτικό της λόγο: «κανείς συνάδελφος αναπληρωτής χωρίς δουλειά. Όλοι χρειαζόμαστε στο δημόσιο σχολείο» κ.λπ.  Παρόμοια στάση κράτησαν και οι περισσότεροι πρωτοβάθμιοι σύλλογοι, ενώ κάποιοι προτίμησαν να υποστηρίξουν το αίτημα να αποχωρήσουν οι δάσκαλοι από μια σειρά μαθημάτων, παραχωρώντας τα αποκλειστικά σε συνάδελφους ειδικοτήτων, ακολουθώντας πιστά το πνεύμα των ΕΑΕΠ[3].  Η στάση αυτή της μειοψηφίας των πρωτοβάθμιων συλλόγων δεν δημιούργησε κάποια κινηματική δράση στα σχολεία, έδωσε όμως τη δυνατότητα στις πιο συντεχνιακές φωνές των ειδικοτήτων να δυναμώσουν, διεκδικώντας ως και δικαστικά τίτλους ιδιοκτησίας συγκεκριμένων διδακτικών αντικειμένων.

Η υπεροχή του  τακτικισμού έναντι της όποιας παιδαγωγικής/εκπαιδευτικής αντίληψης αναδεικνύεται και στη φωνή της αντιπολίτευσης, κανένα κόμμα της οποίας δεν διατύπωσε κάποια αντίληψη για το τι θα έπρεπε να κάνει και πως θα το καταφέρει το δημοτικό σχολείο, αλλά περιορίστηκε να φωνάζει ότι καταργείται το ολοήμερο σχολείο, για να διαψευστεί (σε γενικές γραμμές) με την έναρξη της σχολικής χρονιάς.

Ανακεφαλαιώνοντας, το «σχολείο Φίλη» είναι σχολείο της αριστερής διαχείρισης του μνημονίου και της λιτότητας. Συντηρεί και διαχειρίζεται τις παλαιότερες βασικές επιλογές για το δημοτικό σχολείο, μειώνει το απαραίτητο προσωπικό για τον βασικό κορμό (πρωινή λειτουργία + ολοήμερο) , αποκαθιστά τον ενιαίο χαρακτήρα του προγράμματος σε όλα τα σχολεία, καταργεί την άγονη 7η ώρα, ισορροπεί τις συντεχνιακές διεκδικήσεις και παραγνωρίζει τις παιδαγωγικές συνέπειες των ισορροπιών αυτών.  Το «σχολείο Φίλη» είναι τέλος σχολείο της αδυναμίας της αριστεράς να  σκεφτεί εκπαιδευτικά. Να συνθέσει λογική και διεκδικήσεις για το δημοτικό σχολείο. Κι αυτή η αδυναμία δεν είναι μονάχα αδυναμία της μνημονιακής αριστεράς. Ούτε καν μόνο της αριστεράς. Άλλωστε για τις επαναστατικές αριστερές εκδοχές πάντα προηγούνταν η επανάσταση και το σχολείο πάντα μπορούσε να περιμένει. Οι δυνάμεις αυτές είναι τουλάχιστον συνεπείς με τους εαυτούς τους. Οι υπόλοιποι;

Η αδυναμία να σκεφτούμε το δημοτικό σχολείο αφορά στους πάντες και συνδέεται με το μνημονιακό καθεστώς. Πώς να σκεφτείς το σχολείο, όταν από αξιολόγηση σε αξιολόγηση οι θεσμοί (τρόικα τους λέγαμε) μπορεί να επιβάλλουν νέες περικοπές; Πού να σταθείς μετά από 7 χρόνια οικονομικής κρίσης;

Παρόλα αυτά, το μνημόνιο δεν είναι ούτε μια εξολοκλήρου προδιαγεγραμμένη πορεία ούτε αιώνιο ή τουλάχιστον γι’ αυτό παλεύουμε.  Συνεπώς, η περσυνή πρωτοβουλία της ΔΟΕ για το σχολείο (που ζούμε και ονειρευόμαστε) καλό θα ήταν να συνεχιστεί. Μπορούμε να αναστοχαστούμε και να εμπλουτίσουμε ό,τι κατατέθηκε. Να δημιουργήσουμε ρεύματα ιδεών και διεκδικήσεων για το δημοτικό σχολείο. Στα μέτρα αυτών των ιδεών να κρίνουμε τη μνημονιακή διαχείριση και να ξεπερνάμε τις συντεχνιακές αντιλήψεις, απ’ όπου κι αν προέρχονται. Στα μέτρα αυτών των ιδεών να αναδεικνύουμε τη στενότητα των μνημονίων και τις καταστροφικές τους επιπτώσεις. Η εγκατάλειψη του δημοτικού σχολείου στη διαχείριση και τις ισορροπίες αντιμαχόμενων συντεχνιών ευνοεί μονάχα τους εχθρούς του δημόσιου σχολείου, τους οπαδούς των κουπονιών και της γονεϊκής επιλογής.


[1] Για το 30ωρο ισχύουν αυτά που είπαμε προηγουμένως: μνημονιακό μεν, προτιμότερο δε από το 35ωρο, δεδομένων των λοιπών συνθηκών.

[2] Για να είμαστε δίκαιοι, εδώ, στην περίπτωση των δασκάλων ειδικής αγωγής, μπορεί να υπήρξε κάτι περισσότερο από υπολογισμούς πολιτικού κόστους. Ίσως ήταν πολιτική απόφαση η έγκαιρη στελέχωση των σχολείων ειδικής αγωγής.

[3] Θα είχε κάποιο ενδιαφέρον να ψάξει κανείς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συλλόγων αυτών. Είναι σύλλογοι στους οποίους κυριαρχούν το ΠΑΜΕ ή οι Παρεμβάσεις. Δεν είναι όμως όλοι οι σύλλογοι όπου κυριαρχούν οι Παρεμβάσεις ούτε το ΠΑΜΕ προβάλει το σχετικό αίτημα σε όλους τους συλλόγους, αν και κεντρικά το υποστηρίζει ανοιχτά και ξεκάθαρα. Με δεδομένα τα χαρακτηριστικά των παρατάξεων αυτών, η στάση τους (υπέρ του αποκλεισμού των δασκάλων από τη διδασκαλία διδακτικών αντικειμένων τα οποία δίδασκαν στην πλειοψηφία των σχολείων μέχρι τον Ιούνιο του ‘15 ), μπορεί να οφείλεται στην ταύτιση των ειδικοτήτων αυτών με τις ελαστικές μορφές εργασίας και των δασκάλων με τη μονιμότητα. Αν και η δεύτερη ταύτιση είναι τελείως λαθεμένη (ας ρωτήσουν τους 5.000 αναπληρωτές δασκάλους της προηγούμενης σχολικής χρονιάς και τα 1.000 μέλη του ΠΑΣΑΔ), δείχνει  απροθυμία εκ μέρους των δυνάμεων αυτών να συνδυάσουν τις εργατικές διεκδικήσεις για μισθό με διεκδικήσεις για το σχολείο και το περιεχόμενο της δουλειάς των εκπαιδευτικών. Νέα ήθη ή παροδικό λάθος; Θα δείξει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *