Πειραματικά Σχολεία, Πρότυπα σχολεία και αξιολόγηση

Η εκπαιδευτική πολιτική του ΥΠΑΙΘ, εντάσσει και τα Πειραματικά και τα Πρότυπα στην αριστοκρατική αντίληψη των μαθητικών ελίτ, της κατηγοριοποίησης σχολείων, μαθητών και εκπαιδευτικών και της αξιολόγησης. Η Πειραματική Παιδαγωγική μέσα σε αυτό το πλαίσιο υποβαθμίζεται και απαξιώνεται, αποτελεί περισσότερο πρόσχημα παρά ουσιαστική διαδικασία.

Δημήτρης Μαριόλης, Παυλίνα Νικολοπούλου

Το παρόν σχόλιο γράφτηκε με αφορμή:

(α) Το γεγονός ότι υπήρξαν Πειραματικά σχολεία και στην Πρωτοβάθμια και στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, όπου οι Σύλλογοι Διδασκόντων συμμετείχαν στην απεργία – αποχή και επομένως, εφόσον δεν είχαν απαρτία, δεν θα εφαρμόσουν τον ν. 4692/2020 και τη σχετική Υ.Α. για την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων. Το γεγονός αποτελεί εξέλιξη, ομολογουμένως ιδιαίτερα δυσάρεστη για τους παροικούντες στο ΥΠΑΙΘ και στο ΙΕΠ. Την ίδια στιγμή και σε άλλα Πειραματικά σχολεία, καταγράφονται μειοψηφίες συναδέλφων που συμμετείχαν στην απεργία-αποχή υπογράφοντας τη σχετική δήλωση των ΔΟΕ-ΟΛΜΕ-ΠΟΣΕΠΕΕΑ.

(β) Την εγκύκλιο 23716/Δ6/1-3-2021 με θέμα «πρόσκληση ενδιαφέροντος για τον χαρακτηρισμό σχολικών μονάδων ως πρότυπων ή πειραματικών».

Τα ερωτήματα που μας απασχολούν εδώ είναι δύο:

(α) Είναι σύννομη και παιδαγωγικά συνακόλουθη με τη λειτουργία των Πειραματικών σχολείων η συμμετοχή στην απεργία-αποχή από τις αξιολογικές διαδικασίες του ν.4692 και της σχετικής Υ.Α. στα συγκεκριμένα σχολεία;

(β) Η πρόσκληση που η εγκύκλιος απευθύνει στις σχολικές μονάδες, λαμβάνει υπόψη της τις διαφορές ανάμεσα στα Πρότυπα και τα Πειραματικά σχολεία; Τα οποία, εξ ορισμού, δεν ταυτίζονται ούτε ως προς την σύνθεση του μαθητικού και διδακτικού δυναμικού τους, ούτε ως προς τον σκοπό που υπηρετούν στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος, ούτε ως προς τις παιδαγωγικές παραδοχές που κάνουν αναγκαία ή όχι την ύπαρξή τους. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι τα Πειραματικά σχολεία έχουν ως κύριο σκοπό τους την έρευνα και την παραγωγή επιστημονικής παιδαγωγικής γνώσης, με την αξιοποίηση των μεθόδων της Πειραματικής Παιδαγωγικής, ενώ τα Πρότυπα σχολεία λειτουργούν σε ένα πλαίσιο εκπαιδευτικής πολιτικής που επαγγέλλεται μια αριστοκρατική αντίληψη προώθησης της αριστείας σε επιλεγμένα σχολεία που προορίζονται για τη μαθητική ελίτ. Υπηρετεί η παραπάνω πρόσκληση αυτή τη διάκριση;

Για να διαμορφώσουμε μια πιο ολοκληρωμένη άποψη, έχει μια σημασία να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή στην ίδρυση και τη στοχοθεσία των Πειραματικών Σχολείων, τουλάχιστον το πρώτο διάστημα λειτουργίας τους.

Τα Πειραματικά σχολεία ιδρύθηκαν στην χώρα στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου επιστημονικού ρεύματος, του παιδολογικού παραδείγματος, για να υπηρετήσουν την παραγωγή επιστημονικής παιδαγωγικής γνώσης, σύμφωνα με τις μεθόδους των θετικών επιστημών.

Ιδρύονται το 1929, σύμφωνα με το Ν. 4376, «Περί ιδρύσεως Πειραματικών σχολείων εν τοις Πανεπιστημίου Αθηνών και Θεσσαλονίκης», 13 Αυγούστου 1929, επί υπουργού Παιδείας Κ. Γονικά[1] και πρυτανείας Γ. Ματθαιόπουλου. Είναι χαρακτηριστικό της λειτουργίας που κλήθηκαν να υπηρετήσουν, ότι στο κτίριο του Πειραματικού Σχολείου της Αθήνας στην οδό Σκουφά θα εγκατασταθεί και το εργαστήριο της Πειραματικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το σχολείο ιδρύθηκε «προς θεραπείαν της Παιδαγωγικής Επιστήμης» και αποτέλεσε κέντρο επιστημονικής Παιδαγωγικής έρευνας εφαρμογής και δοκιμασίας των εκάστοτε προτεινόμενων από την έδρα, μεθόδων αγωγής και διδασκαλίας.

Ο κάτοχος της έδρας της Παιδαγωγικής την εποχή αυτή Νικόλαος Εξαρχόπουλος αναφέρει: «Ούτε Ακαδημίαι, ούτε Πανεπιστήμια, ούτε Φροντιστήρια, ούτε θεωρητικαί μελέται και σπουδαί των περί τα παιδαγωγικά ασχολουμένων θεωρούνται σήμερον τα προσφορώτερα μέσα ερεύνης και προόδου της Παιδαγωγικής, αλλ’ επιστημονικά εργαστήρια ευρισκόμενα εν αμέσω συνδέσμω προς σχολεία.».[2]

Υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα της ύπαρξης Πειραματικών Σχολείων, τονίζει ότι για την πραγματοποίηση παιδαγωγικών πειραματικών ερευνών δεν αρκούν μόνο η γνώση και η πιστή εφαρμογή των επιστημονικών μεθόδων και πρακτικών, ούτε η ύπαρξη εξειδικευμένου προσωπικού εκπαιδευμένου στη χρήση πειραματικών μεθόδων. Απαιτείται κυρίως να έχει ο ερευνητής στη διάθεση του μεγάλο αριθμό παιδιών διαφόρων ηλικιών, φύλου, κοινωνικού και οικογενειακού περιβάλλοντος και ιδιοσυστασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, ούτως ώστε να έχει τη δυνατότητα, υποβάλλοντας τα σε συχνές παρατηρήσεις, μετρήσεις και ασκήσεις, να παρακολουθεί την εξέλιξή τους άμεσα και σε βάθος χρόνου. Τέτοιες έρευνες είναι δυνατές μόνο σε αυτά τα κέντρα επιστημονικής Παιδαγωγικής έρευνας που είναι συνδεδεμένα με Πειραματικά σχολεία. Υπενθυμίζει ότι το σχολείο προσαρτήθηκε στο εργαστήριο πειραματικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά από επίμονες και μακρόχρονες προσπάθειες του ιδίου και ότι η έδρα της Παιδαγωγικής έχει πλέον τη δυνατότητα πραγματοποίησης ερευνών οι οποίες ακόμα και σε χώρες όπου η Παιδαγωγική γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη θεωρούνται δύσκολα πραγματοποιήσιμες.[3]

Το Πειραματικό Σχολείο διατελούσε υπό την άμεση εποπτεία του τακτικού καθηγητή της Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και αποτελείτο από ένα μονοτάξιο δημοτικό σχολείο, ένα εξατάξιο δημοτικό σχολείο και ένα εξατάξιο Γυμνάσιο.[4]

Κατά συνέπεια το σχολείο δεν ιδρύθηκε ως πρότυπο. Δεν ιδρύθηκε ως ένα σχολείο των ελίτ. Κάθε άλλο μάλιστα .

Στα Δημοσιεύματα του Πειραματικού Σχολείου, του επίσημου περιοδικού που εξέδιδε το σχολείο, τα οποία απηχούν αναμφίβολα τις απόψεις του επόπτη του,[5] ο Εξαρχόπουλος αναφέρει τρεις σκοπούς που υπηρετεί η ίδρυση του Πειραματικού σχολείου:

α) Την ορθή διαπαιδαγώγηση των παιδιών που φοιτούν σε αυτό.

β) Την Παιδαγωγική, διδακτική, ψυχολογική, πρακτική εξάσκηση φοιτητών, πτυχιούχων και μετεκπαιδευόμενων δημοδιδασκάλων, οι οποίοι στο σχολείο και στο εργαστήριο πειραματικής Παιδαγωγικής καλούνται να παρακολουθήσουν και να εφαρμόσουν στην πράξη όσα στη θεωρία διδάχθηκαν.

γ) Την έρευνα. Το Πειραματικό Σχολείο θα αποτελέσει κέντρο επιστημονικής παιδολογικής και Παιδαγωγικής έρευνας, όπου με τη βοήθεια πειραματικών μεθόδων και άμεσης εφαρμογής τους, θα ελέγχονται οι εκάστοτε νέες παιδαγωγικές θεωρίες για τις μεθόδους και τα μέσα αγωγής και της διδασκαλίας.

Μετά την αποτυχία του παιδολογικού παραδείγματος, το Πειραματικό Σχολείο της Αθήνας προσπάθησε να διατηρήσει τον πειραματικό χαρακτήρα του υιοθετώντας τις μεθόδους των κοινωνικών επιστημών για την διερεύνηση της παιδαγωγικής πράξης.

Σε κάθε περίπτωση οι πειραματικές μέθοδοι προϋποθέτουν:

  1. Τυχαίο δείγμα μαθητών αντιπροσωπευτικό του μέσου όρου του μαθητικού πληθυσμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σε μία εποχή- αμέσως μετά την λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου -που η διάκριση σε σχολεία αρρένων και θηλέων αφορούσε το σύνολο των σχολείων της επικράτειας και γνώριζε γενικότερης αποδοχής, ο διευθυντής του Πειραματικού Ν. Μελανίτης είχε επανειλημμένα εισηγηθεί την προσάρτηση ενός γυμνασίου θηλέων στο ΠΣΠΑ και ενός νηπιαγωγείου για να αντιπροσωπεύονται και τα δύο φύλα τόσο στη νηπιακή όσο και στην παιδική και εφηβική ηλικία στις έρευνες που πραγματοποιούνταν στο σχολείο, ωστόσο το αίτημα έμενε ανικανοποίητο λόγω έλλειψης πόρων.
  2. Τυχαίο δείγμα διδασκόντων αντιπροσωπευτικό επίσης του μέσου όρου των ελλήνων δασκάλων. Στην περίπτωση που χρειάζονται εξιδεικευμένες γνώσεις για την υλοποίηση των προς πειραματική διερεύνηση μεθόδων και πρακτικών τότε αυτές προσφέρονται στους δασκάλους με επιμορφώσεις.
  3. Η αξιολόγηση στα Πειραματικά σχολεία αφορά στην επιτυχία ή όχι των πειραματικών μεθόδων σε σχέση με τις εφαρμοζόμενες στα υπόλοιπα σχολεία της επικράτειας και όχι τους εκπαιδευτικούς ή τους μαθητές.
  4. Διαβάζοντας τα άρθρα που δημοσιεύονται στα Δημοσιεύματα του Πειραματικού Σχολείου της Αθήνας, μπορεί να παρακολουθήσει κανείς τις αξιολογήσεις των εκτεταμένων πειραματισμών που υλοποιούνταν στο σχολείο σε προηγούμενες δεκαετίες. Σε όλα αυτά τα άρθρα διαπιστώνει ότι εκείνο που αξιολογείται με βάση προκαθορισμένα κριτήρια και στόχους, είναι η προς διερεύνηση παιδαγωγική καινοτομία και όχι οι μαθητές ή οι εκπαιδευτικοί.
  5. Το πρόγραμμα των μαθημάτων του σχολείου ήταν το ίδιο με των υπόλοιπων σχολείων της επικράτειας, ο σύλλογος διδασκόντων του Π.Σ.Π.Α. όμως, αν το απαιτούσε η ερευνητική εργασία του σχολείου, είχε το δικαίωμα με την έγκριση του επόπτη, να μεταβάλει το ωρολόγιο πρόγραμμα, τη διδακτέα ύλη κάθε μαθήματος, την μέθοδο διδασκαλίας και τον τρόπο των εξετάσεων. Έτσι από την εποχή του Ν. Εξαρχόπουλου το πειραματικό είχε εφαρμόσει την ενιαία διδασκαλία στις πρώτες τάξεις του δημοτικού του.[6]
  6. Στα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από την ίδρυσή του μέχρι και μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Πειραματικό είχε καθιερωθεί και είχε κερδίσει την αναγνώριση της αθηναϊκής κοινωνίας, όπως επιθυμούσε ο ιδρυτής του. Έτσι, ενώ όταν άνοιξε τις πόρτες του δυσκολευόταν να βρει μαθητές αφού οι γονείς δεν επιθυμούσαν να εγγράψουν το παιδί τους σε αυτό, στην μεταπολεμική εποχή αδυνατούσε να ικανοποιήσει την πληθώρα των αιτήσεων εγγραφής, οι οποίες ήταν δεκαπλάσιες από την δυναμικότητα του σχολείου. Σύμφωνα με τον διευθυντή του Ν. Μελανίτη από το 1951, για την αποφυγή διαμαρτυριών από όσους αποκλείονταν, η επιλογή των παιδιών που θα φοιτούσαν στην Α΄Δημοτικού στο ΠΣΠΑ κατ’ έτος, γίνονταν ανάλογα με τις ανάγκες των ερευνητικών του προγραμμάτων και με κριτήρια που ικανοποιούσαν τον πειραματικό προσανατολισμό του σχολείου και μεταβάλλονταν κάθε φορά που ξεκινούσε μία νέα έρευνα.[7]

Τις παραπάνω θέσεις και πρακτικές υποστήριζε όχι ο Γληνός ή ο Δελμούζος, αλλά ο Εξαρχόπουλος, δηλαδή, ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του συντηρητικού παιδαγωγικού ρεύματος της εποχής. Ήταν όμως ταυτόχρονα και ένας από τους παιδαγωγούς που αγωνίστηκε να θεμελιώσει την Παιδαγωγική ως επιστήμη, χρησιμοποιώντας τις αναλυτικές μεθόδους και γι’ αυτό όσο κι αν κολακεύονταν από την επιτυχία του Πειραματικού Σχολείου της Αθήνας επιθυμούσε να τηρούνται οι βασικές επιστημονικές προϋποθέσεις που ήταν απαραίτητες για την παραγωγή μιας έγκυρης παιδαγωγικής γνώσης σε αυτό.

Η αποτυχία του παιδολογικού ρεύματος να θεμελιώσει μια επιστημονική παιδαγωγική Θεωρία οδήγησε σε μία σταδιακή εγκατάλειψη των μεθόδων που πρέσβευε και χρησιμοποιούσε και η αλλαγή αυτή αφορούσε και συμπαρέσυρε και τα πειραματικά σχολεία ο χαρακτήρας των οποίων σταδιακά άρχισε να αλλάζει.

Βεβαίως παράλληλα με το παιδολογικό κίνημα αναπτυσσόταν και η Πειραματική Παιδαγωγική η οποία ξεπερνώντας τον αφελή εμπειρισμό, στηρίχθηκε στον Κριτικό Ορθολογισμό, διαμορφώθηκε σε εμπειρική επιστήμη, και αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις κύριες κατευθύνσεις της Παιδαγωγικής επιστήμης[8].

Ωστόσο, τα πειραματικά σχολεία δεν μπόρεσαν, κατά τη γνώμη μας, να διατηρήσουν τον προσανατολισμό τους στην εμπειρική έρευνα και να αποτελέσουν κέντρα παιδαγωγικών ερευνών, γεγονός που αποτελεί αρνητική εξέλιξη για την ανάπτυξη της παιδαγωγικής επιστήμης στη χώρα. Η σταδιακή καθιέρωση τους αλλά και η ταυτόχρονη μετεξέλιξή τους ως Πρότυπα (είτε με τη θεσμική έννοια είτε επί της ουσίας) αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πτυχή της λειτουργίας τους με την οποία θα είχε μια αξία να ασχοληθεί εκτενέστερα η ιστορική έρευνα. Γεγονός παραμένει ότι σε ότι αφορά την σύνθεση και την λειτουργία τους προτάσσονται πλέον οι ανάγκες για την δημιουργία ενός σχολείου «επιλέκτων» έναντι των αναγκών της επιστημονικής διερεύνησης της παιδαγωγικής πράξης.

Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει, ότι τα Πειραματικά σχολεία εδώ και μια δεκαετία βρίσκονται σε καθεστώς αξιολόγησης που αφορά και στην επιλογή του διδακτικού προσωπικού τους. Το γεγονός ότι σε όλα τα Πειραματικά Σχολεία πάνω από τις ειδικές συνεδριάσεις των Συλλόγων Διδασκόντων έπεφτε η σκιά της επερχόμενης συνέντευξης στα πλαίσια ενός νέου κύκλου επιλογής διδακτικού προσωπικού – γεγονός αδιαμφισβήτητο τόσο για τους επικριτές όσο και για τους υποστηρικτές του ν.4692 και της σχετικής Υ.Α. για την εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων – απλώς επιβεβαιώνει με τον πιο δραματικό τρόπο τον υποκειμενικό, φρονηματιστικό και πειθαρχικό χαρακτήρα της αξιολόγησης που επιχειρεί να επιβάλλει το Υπουργείο. Να σημειώσουμε ότι όλες οι μέχρι στιγμής διαρροές του ΥΠΑΙΘ στα φιλικά του ΜΜΕ για το νομοσχέδιο που αφορά στην ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών σε όλα τα σχολεία, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων και τη συνέντευξη του αξιολογούμενου.[9]

Το ερώτημα αν θα πρέπει να υπάρχουν σχολεία των ελίτ σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα, αν δηλαδή σκοπός του δημόσιου σχολείου πρέπει να είναι, μεταξύ των άλλων, η επιλογή των «άριστων» μαθητών στους οποίους θα επιφυλάσσει μία ξεχωριστή μεταχείριση από τους λιγότερο (εκ φύσεως άραγε;) ικανούς δεν αποτελεί αντικείμενο μελέτης της παιδαγωγικής επιστήμης. Πρόκειται σαφώς για μια πολιτική επιλογή με εμφανές ταξικό πρόσημο. Ο σκοπός της αγωγής αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής μελέτης αλλά καθορίζεται με κοινωνικά, πολιτικά και όχι επιστημονικά κριτήρια. Η επίκληση της επιστήμης, για την ανάγκη ύπαρξης πρότυπων σχολείων εάν και εφόσον γίνεται, αφορά μία προσπάθεια νομιμοποίησης απόψεων και πρακτικών που κατηγοριοποιούν τους μαθητές στο όνομα ενός –άρρητου συνήθως – κοινωνικού δαρβινισμού που οδηγεί, κατά την άποψη μας, στην αύξηση των ταξικών φραγμών για όσους λόγω κοινωνικής καταγωγής, γεννήθηκαν με προορισμό να ασκήσουν το συμπαθές καθ’ όλα επάγγελμα του υδραυλικού

Εδώ, σημασία έχει να κρατήσουμε ένα βασικό συμπέρασμα: όλα όσα ήταν αυτονόητα για την Πειραματική Παιδαγωγική και τις απαραίτητες συνθήκες και προϋποθέσεις της ερευνητικής εργασίας ενός Πειραματικού Σχολείου, τίθενται σήμερα ανοιχτά υπό αμφισβήτηση κάτω από το βάρος της επέλασης μιας αριστοκρατικής αντίληψης για την εκπαίδευση, που επιδιώκει να δημιουργήσει νησίδες αρίστων περικυκλωμένες από ένα αρχιπέλαγος σχολείων δεύτερης και τρίτης κατηγορίας.

Η έμφαση στη δημιουργία σχολείων αριστείας, συνδέεται με το γενικότερο παγκοσμιοποιημένο πολιτικό περιβάλλον και την τάση για μειωμένη χρηματοδότηση των δημόσιων συστημάτων εκπαίδευσης. Στο διεθνές περιβάλλον προωθείται ο ανταγωνισμός μεταξύ των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων σε σχέση με την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα τους, στην επίτευξη στόχων που θέτουν διεθνείς οργανισμοί. Ωστόσο οι εθνικές κυβερνήσεις δεν χρηματοδοτούν επαρκώς τη δημόσια εκπαίδευση προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας «κοινωνίας της γνώσης». Στη βάση αυτής της πραγματικότητας, διαμορφώνονται δίκτυα εκπαιδευτικής διακυβέρνησης όπου μπορεί να διαπιστώσει κανείς τη συμμετοχή δημόσιων και ιδιωτικών φορέων και την αναζήτηση μορφών ιδιωτικοποίησης των σχολείων και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Τα δίκτυα αυτά επιδιώκουν να έχουν λόγο στη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής, παράλληλα με τις εκλεγμένες κυβερνήσεις. Πρόκειται για μία μετάβαση από την «κυβέρνηση» στη «δια-κυβέρνηση». Στην ελληνική περίπτωση, από εμπειρικές έρευνες προκύπτει ότι σχηματίζονται δίκτυα εκπαιδευτικής διακυβέρνησης, μη θεσμοποιημένα, στα οποία εμπλέκονται ιδιωτικοί και δημόσιοι φορείς που στοχεύουν στην επαναφορά του θεσμού των πρότυπων σχολείων προβάλλοντας την ανάγκη να υπάρξουν «ποιοτικά» σχολεία. «Παρά το γεγονός της ύπαρξης ενός συγκεντρωτικού εκπαιδευτικού συστήματος, τα δίκτυα αυτά εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες του για να προωθήσουν, με όχημα την αριστεία και την ανάγκη αναβάθμισης της Παιδείας, μια ιδιαίτερη μορφή ιδιωτικοποίησης για ένα τμήμα της δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης».[10]

Τα πειραματικά σχολεία ιδρύονται σε μία χρονική στιγμή που τα εκπαιδευτικά συστήματα επεκτείνονται, καθώς τα έθνη κράτη επιθυμούν το σύνολο των πολιτών τους να αποκτήσει βασικές γνώσεις και δεξιότητες και να διαπαιδαγωγηθεί σε κοινές αξίες. Αναζητούν από την παιδαγωγική έρευνα να προτείνει αποτελεσματικές διδακτικές και παιδαγωγικές πρακτικές που θα εφαρμοστούν στο σύνολο των δημόσιων σχολείων της χώρας, τα οποία θα λειτουργούν με τα ίδια αναλυτικά προγράμματα και θα προσφέρουν τις ίδιες βασικές γνώσεις, σε ένα κοινό σχολείο ίδιο για όλους. Η ίδρυσή τους συνδέεται με μία προσπάθεια γενίκευσης της πρωτοβάθμιας, κυρίως εκπαίδευσης. Αντίθετα η ύπαρξη των προτύπων σχολείων συνδέεται με λογικές επιλογής μαθητών που θα εκπαιδεύονται σε διαφορετικά σχολεία από το σύνολο καθώς και σε λογικές αποκλεισμών των «αποτυχόντων» και αναζήτησης άμεσων ή έμμεσων μορφών ιδιωτικοποίησης τμημάτων του δημόσιου εκπαιδευτικού δικτύου.

Πώς είναι δυνατόν λοιπόν, μια σχολική μονάδα να αποφασίσει αν θα λειτουργήσει ως Πειραματικό ή Πρότυπο όταν αυτοί οι δύο τύποι σχολείων απαιτούν τελείως διαφορετική δομή όσον αφορά στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού και του διδακτικού προσωπικού τους και υπηρετούν αντιθετικές λογικές και προσεγγίσεις για τους σκοπούς που πρέπει να υπηρετεί το εκπαιδευτικό σύστημα.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν τώρα, με βάση όλα τα παραπάνω, να προσεγγίσουμε τα δύο αρχικά ερωτήματα που θέσαμε:

(α) Η συμμετοχή στην απεργία-αποχή που έχουν κηρύξει η ΔΟΕ, η ΟΛΜΕ και η ΠΟΣΕΕΠΕΑ είναι σύννομη και αφορά όλους/ες τους/τις συναδέλφους σε όλους ανεξαιρέτως τους τύπους σχολείων.[11] Οι συνάδελφοι/ισσες που υπηρετούν στα Πειραματικά σχολεία, οι οποίοι/ες πρωτοστάτησαν και συμμετείχαν στην απεργία-αποχή, είναι εκείνοι, που (αψηφώντας τους άρρητους αλλά σαφείς εκβιασμούς του θεσμικού πλαισίου επιλογής διδακτικού προσωπικού) υπερασπίστηκαν ακριβώς την ανάγκη πειραματικού προσανατολισμού των σχολείων τους και την Πειραματική Παιδαγωγική η οποία απαιτεί έναν ελάχιστο βαθμό παιδαγωγικής ελευθερίας και δημοκρατίας ώστε να επιτελέσει τους σκοπούς της. Η ανάπτυξη της παιδαγωγικής έρευνας και η παραγωγή επιστημονικής παιδαγωγικής γνώσης δεν μπορεί να συντελείται κάτω από τη βαριά σκιά του νεοεπιθεωρητισμού και της κατηγοριοποίησης σχολείων. Ούτε μπορεί να αφορά σε μια «ελίτ» εκπαιδευτικών και μαθητών, διότι τότε ακυρώνεται ο πειραματικός της χαρακτήρας και τα αποτελέσματα της στερούνται εγκυρότητας και δεν μπορούν να εφαρμοστούν στο σύνολο των σχολείων της χώρας. Αλλά αν είναι έτσι σε τι χρειάζεται ένα πειραματικό σχολείο;

(β) Όσο αφορά στην πρόσκληση προς τις σχολικές μονάδες για να υποβάλλουν αίτημα για τον χαρακτηρισμό τους ως πρότυπα ή πειραματικά σχολεία, η οποία στηρίζεται στην Υ.Α. 22631/Δ6/26-2-2021, έχουμε να παρατηρήσουμε τα παρακάτω:

1. Όπως η ίδια η πρόσκληση αναφέρει, οι δημόσιες σχολικές μονάδες μπορούν «να υποβάλουν αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για το χαρακτηρισμό τους ως α) Π.Σ. ή β) ΠΕΙ.Σ. ή γ) Π.Σ. ή ΠΕΙ.Σ.». Δηλαδή, με βάση τη (γ) περίπτωση, μπορεί μια σχολική μονάδα να αιτηθεί τον χαρακτηρισμό της είτε ως Πειραματικού είτε ως Πρύτυπου Σχολείου και ότι ήθελε προκύψει! Επομένως, με βάση πάντα την εγκύκλιο, ένα σχολείο μπορεί να αιτηθεί, με την ίδια ακριβώς διαδικασία την ένταξή του σε δύο εντελώς διαφορετικά (θεωρητικά τουλάχιστον) καθεστώτα λειτουργίας που (θα όφειλαν να) έχουν διαφορετικές στοχοθεσίες.

2. Τα κριτήρια και για τις τρεις παραπάνω περιπτώσεις είναι ακριβώς τα ίδια. Ένα ακόμα τεκμήριο της πλήρους σύγχυσης στόχων ανάμεσα στα Πειραματικά και τα Πρότυπα σχολεία.

3. Ένα από τα κριτήρια αφορά στις «απολογιστικές εκθέσεις και οι εκθέσεις εξωτερικής αξιολόγησης της σχολικής μονάδας των δύο (2) τελευταίων ετών. Εφόσον δεν υπάρχουν, εκτιμάται τυχόν εμπειρία του σχολείου σχετικά με την εκπόνηση σχεδίων αποτίμησης/αξιολόγησης και ανάπτυξης του εκπαιδευτικού έργου, όπως αυτή αποδεικνύεται, ιδίως, από την συμμετοχή της σχολικής μονάδας σε τυχόν προγράμματα αυτοαξιολόγησης σχολικών μονάδων ή άλλο σχετικό δημοσιευμένο υλικό».

Με δυο λόγια, τα σχολεία που θα μπουν στην παραπάνω διαδικασία, θα αξιολογηθούν άμεσα από τη Δ.Ε.Π.Π.Σ.

Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: η πρόσκληση, όπως άλλωστε και η σχετική Υ.Α. αλλά και η γενικότερη εκπαιδευτική πολιτική του ΥΠΑΙΘ, εντάσσει και τα Πειραματικά και τα Πρότυπα στην αριστοκρατική αντίληψη των μαθητικών ελίτ, της κατηγοριοποίησης σχολείων, μαθητών και εκπαιδευτικών και της αξιολόγησης. Η Πειραματική Παιδαγωγική μέσα σε αυτό το πλαίσιο υποβαθμίζεται και απαξιώνεται, αποτελεί περισσότερο πρόσχημα παρά ουσιαστική διαδικασία. Με αυτήν την έννοια, ακριβώς επειδή, με βάση όσα η ίδια η πρόσκληση ορίζει, ο Σύλλογος Διδασκόντων είναι εκείνος που αποφασίζει να αιτηθεί τον χαρακτηρισμό του σχολείου ως Πειραματικό ή Πρότυπο ή όποιο από τα δύο προκύψει, θεωρούμε ότι είναι μια επιλογή που πρέπει να απορριφθεί συνειδητά και καθολικά από όλες τις σχολικές μονάδες της χώρας.

Αντίστροφα, η προσπάθεια επιβολής της αξιολόγησης του ν.4692/20 και της σχετικής Υ.Α. και στα Πειραματικά Σχολεία θα λειτουργήσει υπονομευτικά για την Πειραματική Παιδαγωγική ενισχύοντας την τάση της μετατροπής τους σε Πρότυπα Σχολεία που λειτουργούν σε ένα ευρύτερο ανταγωνιστικό πλαίσιο κατηγοριοποίησης σχολικών μονάδων. Επομένως, με την επιλογή τους να συμμετέχουν στην απεργία-αποχή της ΔΟΕ, οι εκπαιδευτικοί των Πειραματικών Σχολείων απέδειξαν ότι υπηρετούν επάξια τις καλύτερες παραδόσεις ενός αιώνα Πειραματικής Παιδαγωγικής στη χώρα μας, ότι σέβονται το λειτούργημά τους και δεν υποκύπτουν στους εκβιασμούς του Υπουργείου.

Τελειώνοντας θα θέλαμε να καταθέσουμε κάποιες σκέψεις για μία σύγχρονη παιδαγωγική έρευνα. Η ανάγκη μελέτης της παιδαγωγικής πραγματικότητας δηλαδή η έρευνα του φαινομένου της αγωγής και η διερεύνηση της παιδαγωγικής πράξης, είναι απολύτως απαραίτητη για την σύγχρονη Παιδαγωγική. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε μια συσσώρευση σημαντικής παιδαγωγικής γνώσης η οποία αποκτήθηκε από εμπειρικές έρευνες. Ωστόσο, με εμπειρικές έρευνες αποκλειστικά, είναι δύσκολο να ερευνηθεί το φαινόμενο της αγωγής επειδή σε μία πραγματική κατάσταση όταν ερευνάται μία ή περισσότερες μεταβλητές της αγωγής, δύσκολα οι άλλες παραμένουν σταθερές, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται το φαινόμενο στο σύνολό του. Στη σύγχρονη έρευνα η εξήγηση πρέπει να συμπληρωθεί από την κατανόηση και την ερμηνεία, την μελέτη της προσωπικής σχέσης δασκάλου –μαθητή, της παιδαγωγικής σχέσης δηλαδή, καθώς και με την μελέτη της αλληλεπίδρασης σχολείου κοινωνίας. Κατά συνέπεια οι έρευνες της παιδαγωγικής πραγματικότητας θα πρέπει να συνδυάζουν το εμπειρικό κομμάτι με τις μεθόδους των κοινωνικών επιστημών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Και βέβαια, καθοριστικής σημασίας είναι ο προσανατολισμός και η στοχοθεσία των πειραματικών ερευνών, που, κατά τη γνώμη μας, πρέπει να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που θα υπηρετεί τις παιδαγωγικές ανάγκες και τα μορφωτικά δικαιώματα του μαθητικού πληθυσμού, για το σχολείο των όλων, των ίσων και των διαφορετικών.


  1. Το σχολείο ιδρύθηκε επί βενιζελικής κυβέρνησης και ο Εξαρχόπουλος είχε ευχαριστήσει δημόσια την ηγεσία του Υπουργείου για την βοήθεια της. Ο Αλ. Δελμούζος αναφερόμενος στην ίδρυση του Πειραματικού Σχολείου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης θα γράψει «… Αγωνίζομαι […] να ιδρύσω το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Η ίδρυσή του προβλέπεται από το νόμο που ίδρυσε και το Πειραματικό Αθηνών. Χρόνια είναι που λειτουργεί το τελευταίο. Εφρόντισα προσωπικά- ο νόμος έγινε κατά την τελευταία πρωθυπουργία του Βενιζέλου- να δοθούν όλα τα αναγκαία μέσα στον Εξαρχόπουλο. Εγώ τώρα όλο εμπόδια συναντώ.» Παρατίθεται στο Φούκας Βασίλης, Η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Σπουδές,σπουδαστές και σπουδάστριες κατά την περίοδο του μεσοπολέμου (1926-1940) ,εκδ. Οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη, 2009, σ. 308.

  2. Ν. Εξαρχόπουλος, Γενικαί αρχαί διέπουσαι την εν τω Πειραματικώ Σχολείω τελουμένην εργασίαν,εκδ. οίκος Δημητράκου , Αθήνα,1933, σ.6.

  3. Ν. Εξαρχόπουλος, Επιστημονικαί έρευναι εν τω εργαστηρίω πειραματικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τα 15 πρώτα έτη της λειτουργίας αυτού. 1923-1938, Αθήνα, 1938. σ.8.

  4. Αυτά ήταν τα σχολεία που προσαρτήθηκαν στην έδρα της Παιδαγωγικής και αποτελούσαν το Πειραματικό Σχολείο, σύμφωνα με τον ιδρυτικό του νόμο. Αργότερα το Γυμνάσιο, σύμφωνα με τον απολογισμό του κάνει ο Εξαρχόπουλος για τα 15 χρόνια της λειτουργίας του Εργαστηρίου Πειραματικής Παιδαγωγικής, θα μετατραπεί σε οκτατάξιο.Στο ίδιο, σ.11.

  5. Gligorie Tachkovitch , «Το πειραματικόν σχολείον του Πανεπιστημίου Αθηνών» :Η λειτουργία του Πειραματικού Σχολείου εν Θεωρία και Πράξει, Δημοσιεύματα του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. γ΄, εκ.οίκος Δημητράκου , Αθήνα, 1936, σ. 22-23.

  6. Λεγάκι Αναστασίου, «Η κίνησις εν τω Πειραματικώ Σχολείω» : Η Λειτουργία του Πειραματικού Σχολείου κατά τα έτη 1929-30 και 1930-31, Δημοσιεύματα του πειραματικού σχολείου του Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. 1ος ,εκδ. οίκος Δημητράκου, Αθήνα, 1933. σ.20 και σ.27.

  7. «Τριακόσιοι περίπου γονείς ζητούν εις τας αρχάς εκάστου σχολικού έτους να εγγράψουν τα τέκνα των εις την πρώτην τάξιν του δημοτικού σχολείου, μολονότι γνωρίζουν, ότι το Σχολείον προσλαμβάνει μόνο τριάκοντα έξι, ήτοι τριάκοντα διά το πολυτάξιον και εξ διά το μονοτάξιον. Ένεκα του λόγου τούτου και προς αποφυγήν παραπόνων το Σχολείον κατά την τελευταίαν τριετίαν καθιέρωσε την εξής αρχήν: Κατ’ έτος θέτει ωρισμένον πρόβλημα προς έρευναν και με βάσιν τούτο επιλέγει τους διά τον σκοπόν του καταλλήλους παίδας. Προς επιλογήν δε των παίδων τούτων έχει εκτυπώσει δελτίον μετά πληθύος όρων, οίτινες συμπληρούται υπό του προσωπικού επί τη βάσει των πληροφοριών, τας οποίας δίδουν προς τούτου οι γονείς, και της προσωπικής αυτού περί του παιδός κρίσεως.[…] Μετά ταύτα γίνεται επισταμένη μελέτη εκάστου δελτίου υπό επιτροπής, η οποία έχουσα ως κριτήριον τον τεθέντα σκοπόν επιλέγει τους νέους μαθητάς της πρώτης τάξεως των δύο δημοτικών σχολείων.» Ν. Μελανίτης , « Σκοποί, λειτουργία και δράσις του πειραματικού σχολείου του Πανεπιστημίου Αθηνών», Δημοσιεύματα του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. ΣΤ΄, επιμέλεια Νικ. Γ. Μελανίτου , Αθήνα, 1954, σ.1

  8. Ιωάννης Χριστιάς, Εισαγωγή στην επιστήμης της αγωγής, Αθήνα, Γρηγόρης 2001.

  9. Βλ. ενδεικτικά, το πιο πρόσφατο δημοσίευμα στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος: https://mathe.gr/2021/03/07/pos-tha-ginei-i-axiologisi-170-000-ekpaideftikon-ta-kritiria-kai-i-diadikasia/

  10. Θεοδώρα-Αναστασία Σαμαρά, «Δίκτυα εκπαιδευτικής διακυβέρνησης στα Πρότυπα Σχολεία της Ελλάδας: Η εξέλιξη του θεσμού της αριστείας στην σχολική αξιολόγηση», ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Κόρινθος, 2019., σ. 275-280

  11. Βλ. σχετική γνωμοδότηση της νομικής συμβούλου της ΔΟΕ: http://doe.gr/%ce%b3%ce%bd%cf%89%ce%bc%ce%bf%ce%b4%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-%cf%83%cf%85%ce%bc%ce%b2%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%bf%cf%85-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7-2/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *