ΟΙ Τ.Π.Ε. ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Διερευνώντας τις δυσκολίες συμβίωσής τους. Ζητήματα εκπαιδευτικής πολιτικής ή ζητήματα εκπαιδευτικής πρακτικής. 15 χρόνια μετά.

των Γ. Πολάκη – Γ. Τζωρτζακάκη

Τα τελευταία χρόνια ήταν χρόνια προκλητικής υποχρηματοδότησης, οξυμένων κτιριακών προβλημάτων, χρόνια αμφισβήτησης θεμελιωδών κατακτήσεων δεκαετιών. Ενόψει του ξεκινήματος της επόμενης φάσης επιμόρφωσης Β επιπέδου για την εκπαιδευτική αξιοποίηση των Τ.Π.Ε. και των διαδραστικών πινάκων θεωρούμε ότι το ΙΠΕΜ και η ΔΟΕ δε μπορούν  να μείνουν έξω από τη συζήτηση αυτή. Θα πρέπει να καταθέσουν τις δικές τους απόψεις πως τα χρήματα αυτά θα υποστηρίξουν την καλύτερη λειτουργία του δημόσιου σχολείου, τοποθέτηση που οφείλει να πληροί στοιχειωδώς τα παρακάτω:

  • να αναδεικνύει την εμπειρία των εκπαιδευτικών τόσο από τα μεγαλεπήβολα προγράμματα του παρελθόντος όσο και δική τους καθημερινή πρακτική στην τάξη.
  • να δίνει έμφαση στις ενεργές ικανότητες του εκπαιδευτικού και όχι στα υλικά μέσα.
  • να διεκδικεί τη δημιουργία υποδομών για όλα τα δημόσια σχολεία.

Τα παραπάνω οφείλουν να αποτελέσουν το πλαίσιο για την υποστήριξη της εκπαιδευτικής πράξης.

Σύνοψη: Τι έχει γίνει ως σήμερα

Έχει περάσει πάνω από μια δεκαπενταετία περίπου από τις πρώτες προσπάθειες συστηματικές (π.χ. λογομάθεια) ή μη (πρωτοβουλίες δασκάλων, συλλόγων γονέων και κηδεμόνων) να αξιοποιηθεί εκπαιδευτικά ο Η/Υ. Από τις πρώτες αυτές προσπάθειες περάσαμε σε οργανωμένες πολιτικές εισαγωγής, παροχής Η/Υ σε σχολεία, δημιουργία εργαστηρίων, αλλαγές στο Αναλυτικό Πρόγραμμα (Α.Π). Επίσης διευρύνεται συνεχώς ο αριθμός εκπαιδευτικών και φοιτητών που ασχολούνται συστηματικά με τη διδακτική αξιοποίηση των Τ.Π.Ε. με αποτέλεσμα πληθώρα άρθρων σε περιοδικά, συνέδρια καθώς και τη δημιουργία συναφών επιστημονικών ενώσεων. Έχει συγκεντρωθεί πια η κρίσιμη μάζα τόσο σε επίπεδο υποδομών και ανθρώπινου δυναμικού όσο και σε εμπειρίες εφαρμογής προκειμένου να αποτιμήσουμε τη μέχρι τώρα πορεία.

Ανάγκη συστηματικής αποτίμησης

Θα περίμενε κάποιος ότι είναι η ώρα για μια πρώτη συστηματική αποτίμηση του τι άφησαν αυτές οι προσπάθειες διδακτικής αξιοποίησης των Η/Υ. Η αποτίμηση αυτή πρέπει να γίνει από το ΥΠΕΠΘ αλλά και τους εκπαιδευτικούς που συμμετείχαν στα προγράμματα αυτά (Νησί των Φαιάκων, προγράμματα κοινωνίας της πληροφορίας).

Οι μέχρι τώρα δημοσιευμένες μελέτες τείνουν να παρουσιάζουν μια εξιδανικευμένη εικόνα της χρήσης των ΤΠΕ στη σχολική τάξη. Ερευνούν τους παράγοντες που θα κάνουν τις ΤΠΕ ατμομηχανή για το μετασχηματισμό της μαθησιακής διαδικασίας. Επιδιώκουν να διαμορφώσουν το πλαίσιο της παιδαγωγικής αξιοποίησης της εκάστοτε τεχνολογίας αιχμής (web, web 2.0, OLPC, tablets, mobile applications). Δε φαίνεται να ξεφεύγουν από το γενικότερο σχήμα που περιέγραψε ο Cuban για την εκπαιδευτική τεχνολογία του παρελθόντος:

«Ανά δεκαετία οι ειδικοί εναποθέτουν τις ελπίδες για την αλλαγή της μάθησης και του σχολείου στη νεώτερη κάθε φορά τεχνολογία (σχολικό ραδιόφωνο, κινηματογράφος, βίντεο, εκπαιδευτική τηλεόραση)». (Cuban 1986)

Η αποτυχία υλοποίησης των υψηλών προσδοκιών πιστώνεται στους εκπαιδευτικούς και οι ίδιες προσδοκίες εναποτίθενται στο επόμενο τεχνολογικό κύμα. Απέναντι σε αυτή τη λογική που θέλει τον εκπαιδευτικό εφαρμοστή των οραμάτων που άλλοι έχουν για την εκπαίδευση πρέπει να αναδυθεί μια διαφορετική λογική που ακριβώς θα αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της σχολικής τάξης και των πολλαπλών προβλημάτων που επιφέρει κάθε έξωθεν προσπάθεια μετασχηματισμού της.  

Κρίνεται απολύτως απαραίτητο να αναλάβουν άμεσα ΔΟΕ και ΟΛΜΕ την πρωτοβουλία διοργάνωσης μιας δημόσιας συζήτησης στην οποία οι εκπαιδευτικοί που έχουν εμπειρία αξιοποίησης ΤΠΕ στην πράξη θα μπορέσουν να μοιραστούν τις εμπειρίες τους. Τι έμεινε από τα εργαστήρια του προγράμματος «Νησί των Φαιάκων»; Πόσο επηρέασε η ύπαρξη του εργαστηρίου τη διδασκαλία των υπόλοιπων μαθημάτων; Πόσο η μαζική επιμόρφωση στις δεξιότητες χρήσης του Η/Υ επηρέασε τη διδακτική αξιοποίησή του και προς ποια κατεύθυνση; Πόσο χρήσιμα ήταν τα CD-ROM  που παρήχθησαν στα πλαίσια του προγράμματος των «Σειρήνων»; Θεωρούμε αυτή την καταγραφή ως το ελάχιστο αναγκαίο βήμα, πριν ξεκινήσουν τα νέα μεγαλεπήβολα οράματα απορρόφησης κονδυλίων στο όνομα της «κοινωνίας της πληροφορίας.

Πέρα από την καταγραφή της εμπειρίας χρήσης της τεχνολογίας στην πράξη του ανθρώπινου δυναμικού της εκπαίδευσης, επιτακτική είναι και η μελέτη της εμπειρίας άλλων αναπτυγμένων χωρών που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1980 πολιτικές συστηματικής εισαγωγής των Η/Υ στην εκπαίδευση. Η εξέταση της εμπειρίας άλλων χωρών όπως αυτή αποτυπώνεται στη διεθνή βιβλιογραφία είναι κρίσιμη και θα πρέπει να συνδυαστεί με την εγχώρια εμπειρία. Βασικό ερώτημα είναι το ακόλουθο: 

  • Κάτω από ποιες προϋποθέσεις η χρήση των ΤΠΕ οδηγεί σε μαθησιακές καταστάσεις στις οποίες οι γνώσεις που αποκτούν οι μαθητές παύουν να είναι παθητικές και γίνονται αφετηρία για νέες λειτουργικές ικανότητες;

Το  ΙΠΕΜ ΔΟΕ θα πρέπει να αναλάβει να ερευνήσει τα παρακάτω θέματα:

  1. Μετά την επιμόρφωση Β επιπέδου για ποιες χρήσεις αξιοποιήθηκε ο Η/Υ; Τι εμπόδισε τη χρήση του; Πως χρησιμοποιήθηκε ή όχι η τεχνολογία ως αποτέλεσμα της επιμόρφωσης Β επιπέδου;
  2. Ποια λογισμικά από αυτά που παρήχθησαν στο πλαίσιο των Σειρήνων χρησιμοποιήθηκαν στο σχολείο; 
  3. Τι έμεινε από τα εργαστήρια του προγράμματος «Νησί των Φαιάκων» όταν έφυγε η υποστήριξη; Πως συνδέονται οι καινοτομίες με την τεχνική και διδακτική υποστήριξη; Για ποιους λόγους θέλουν να χρησιμοποιήσουν ή χρησιμοποιούν τους Η/Υ οι εκπαιδευτικοί εάν είχαν λυμένο το ζήτημα των υποδομών και της τεχνικής στήριξης.
  4. Ποια είναι η επιθυμητή μορφή δράσης του μαθητή με Η/Υ; Ποιοι οι άμεσοι στόχοι του εκπαιδευτικού; Ποιοι οι μακροπρόθεσμοι; π.χ. Τι θέλουμε να κάνει μαθησιακά ο μαθητής με την τεχνολογία?
  5. Πώς περιγράφουν ένα επιθυμητό λογισμικό; Τι ζητάνε οι εκπαιδευτικοί από ένα λογισμικό;

Θεωρούμε ότι το ΙΠΕΜ ΔΟΕ θα πρέπει να στηρίξει τους εκπαιδευτικούς που αθόρυβα τόσα χρόνια χρησιμοποιούν τις ΤΠΕ στην εκπαιδευτική τους πράξη καταγράφοντας τις πρακτικές τους και χτίζοντας πάνω σε αυτές.

Η εστίαση της συζήτησης θα πρέπει να μετατοπιστεί από το εργαλείο και τον καλό ή κακό εκπαιδευτικό και να διευρυνθεί σε παραμέτρους που είναι πραγματικά κρίσιμες.

Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα από έναν τεχνοκεντρισμό που θεωρεί το εργαλείο ως ατμομηχανή για νέες μορφές μάθησης και τον εκπαιδευτικό ν’ ακολουθεί ασθμαίνοντας προσαρμόζοντας ανάλογα τις αντιλήψεις του.

Όπως συνιστά η βιβλιογραφία, η απλή παρουσίαση λογισμικών και μοντέλων χρήσης ούτε υιοθετούνται άμεσα από τους εκπαιδευτικούς ούτε μετασχηματίζονται αυτόματα σε νέες διδακτικές πρακτικές. Δυστυχώς η εμπειρία της επιμόρφωσης Β επιπέδου επιβεβαιώνει την παραπάνω θέση που έχει τεκμηριωθεί επαρκώς στη διεθνή βιβλιογραφία.

Η καινοτόμα χρήση των Τ.Π.Ε απαιτεί αλλαγές στους τρόπους οργάνωσης του μαθησιακού υλικού, αλλαγή στους τρόπους δραστηριοποίησης του μαθητή, αλλαγή στη διαδοχή ρουτινών και ενεργειών, παραγωγή νέων τρόπων συλλογικής δράσης των μαθητών, επένδυση αρκετών ωρών χωρίς άμεσο και ορατό διδακτικό όφελος, πτυχές που κατά κανόνα δεν συνιστούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στα επιμορφωτικά σεμινάρια.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, ο Η/Υ ενισχύει τις μορφωτικές πρακτικές που επικρατούν στην τάξη πριν την εισαγωγή του. Αν επικρατεί η μετάδοση απομονωμένων γνώσεων, αυτήν ακριβώς την πρακτική θα ενισχύσει και η ύπαρξή του. Αν τα παιδιά αναπτύσσουν διαδικασίες ανακάλυψης γνώσης διαμέσου σχεδίων εργασίας, αυτές τις διαδικασίες θα ενισχύσει ο Η/Υ, δε θα τις δημιουργήσει. Συνεπώς το μείζον ζήτημα είναι εάν το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα και η υφιστάμενη δομή του (Α.Π. ωρολόγιο πρόγραμμα, εξετάσεων, κατανομής της ύλης ανά βαθμίδα εκπαίδευσης κτλ.) επιτρέπουν τον πειραματισμό και την ανάπτυξη νέων διδακτικών πρακτικών. Εάν η απάντηση είναι αρνητική, η υπάρχουσα ασφυκτική κατάσταση δεν ευνοεί την αναζήτηση νέων πρακτικών. Κατά συνέπεια, το ζήτημα δεν είναι αν ο εκπαιδευτικός θ’ αλλάξει αντιλήψεις και θα γίνει ιεραπόστολος της νέας κοινωνίας των πληροφοριών, αλλά αν οι ίδιοι οι όροι του συστήματος επιτρέπουν στον Η/Υ να γίνει κάτι πέρα από μια ευχάριστη διακοπή της σχολικής ρουτίνας (μετάδοση-αξιολόγηση γνώσης) ή ένα μέσο για εξέταση αποκτημένων γνώσεων και μια πιο ελκυστική εγκυκλοπαίδεια. Αν  όντως το Υπουργείο ενδιαφέρεται για το πώς οι γνώσεις δε θα είναι νεκρές στο κεφάλι του μαθητή, πώς θ’ αναπτύξει ενεργητικές μορφές μάθησης, πρέπει να εξετάσει σοβαρά το ζήτημα της απαλλαγής του προγράμματος σπουδών από την πληθώρα διδακτέας ύλης ιεραρχώντας τη γνώση που έχει τη μεγαλύτερη αξία.  Μόνο με τη γενναία μείωση της ύλης θα δημιουργηθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις για μια διαφορετική σχέση του μαθητή με τη γνώση. Όσο η τεράστια ύλη παραμένει, τόσο η διδακτική διαδικασία θα μοιάζει με το κυνήγι ενός τρένου που οι περισσότεροι μαθητές δε θα προλαβαίνουν να ανέβουν και εξ ορισμού ο Η/Υ θα αδυνατεί να αλλάξει αυτή την κατάσταση όσο φιλότιμες προσπάθειες και εάν καταβάλει ο εκπαιδευτικός.

Δυστυχώς, το λόγο για το πως πρέπει να είναι και πως πρέπει να λειτουργεί η τάξη έχουν πανεπιστημιακοί, ερευνητές, ΜΜΕ κτλ, δηλαδή όσοι δεν έχουν διδάξει ούτε μια ώρα και ούτε πρόκειται να περάσουν την επαγγελματική τους ζωή τους μέσα σε μια σχολική τάξη.

Στη βάση των παραπάνω, θεωρούμε αναγκαίο να διαμορφώσει το ΙΠΕΜ/ΔΟΕ τη δική του ατζέντα για τη λογική εισαγωγής και χρήσης των Τ.Π.Ε στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, για την υποστήριξη της διδακτικής-μαθησιακής διαδικασίας και όχι ως αυτόνομο γνωστικό αντικείμενο. Βασικά σημεία μιας τέτοιας ατζέντας μπορεί να είναι τα κάτωθι:

4ετές σχέδιο δημιουργίας υποδομών

  • Να δημιουργηθούν στην πρωτοβάθμια εργαστήρια με ελεύθερο λογισμικό και δίκτυα τύπου Heavy server <-> Thin client
  • Δημιουργία τοπικών δικτύων μεταξύ πρωτοβάθμιας και σχολείων για υποστήριξη επιμόρφωσης
  • Συγκρότηση δικτυακών πυλών για κάθε μάθημα που θα αποτυπώνεται η διδακτική εμπειρία των εκπαιδευτικών
  • Δημιουργία θέσης ΠΛΗ.ΝΕ.Τ. (υπεύθυνος πληροφορικής) στην πρωτοβάθμια που θα υποστηρίξει τεχνικά και διδακτικά τους εκπαιδευτικούς. Οι θέσεις αυτές μπορούν να στελεχώνονται από δασκάλους που έχουν συστηματική  ενασχόληση με τις ΤΠΕ
  • Υποστήριξη και ανάδειξη του έργου των εκπαιδευτικών στις ΤΠΕ που γίνεται αθόρυβα τόσα χρόνια
  • Μοντέλα επιμόρφωσης που θα λαμβάνουν υπόψιν την εμπειρία των εκπαιδευτικών και θα εγκαταλείψουν τη μετωπική διδασκαλία και θα εστιάζονται στην επιμόρφωση εντός της σχολικής μονάδας μέσα στην οποία αναδύονται τα εκπαιδευτικά προβλήματα και εντός της οποίας πρέπει να επιλύονται
  • Να υπάρχει υπεύθυνος παιδαγωγικής υποστήριξης για διδασκαλία με ΤΠΕ στο σχολείο στα πρότυπα π.χ. της Σουηδίας, με πλήρη απασχόληση ενός τουλάχιστον εκπαιδευτικού σε θέματα οργάνωσης και στήριξης διδασκαλιών για αξιοποίηση των ΤΠΕ ή με μειωμένο ωράριο και απαλλαγή από άλλα καθήκοντα – όχι βέβαια ο διευθυντής

Εν κατακλείδι, αντί να στήνονται καλλιστεία εκπαιδευτικών διαμέσου των διαφόρων δικτύων καινοτομίας η λογική της ΔΟΕ θα πρέπει να είναι προς μια κατεύθυνση ενίσχυσης του δημόσιου σχολείου με βάση τη λογική που αναπτύχθηκε παραπάνω. Όσο η ΔΟΕ δεν αναλαμβάνει την πρωτοβουλία διοργάνωσης της δημόσιας ατζέντας που θα συνδέει τη δράση του κάθε εκπαιδευτικού με τη βελτίωση  του δημόσιου σχολείου και των υποδομών του, τόσο η δημόσια εκπαίδευση θα γίνεται ένας χώρος αυτοσχεδιασμών με μια όλο και διευρυνόμενη ψαλίδα μεταξύ ενός μαζικού υποβαθμισμένου και υποχρηματοδοτούμενου σχολείου (εντοπισμένο σε συγκεκριμένες συνοικίες) και σχολείων που συμμετέχουν σε «καινοτόμα» πιλοτικά προγράμματα, χωρίς να παράγουν αναγκαία κάτι ποιοτικά διαφορετικό από μαθησιακή σκοπιά.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Cuban L.  (1986). Teachers and machines: The classroom use of technology since 1920.  Teachers College Press, 1986.

[1] Οι Γ. Πολάκης και Γ. Τζωρτζακάκης είναι εκπρόσωποι των Παρεμβάσεων Κινήσεων Συσπειρώσεων Π.Ε. στο ΙΠΕΜ/ΔΟΕ.

[1] Το κείμενο αυτό κατατέθηκε ως πρόταση προς το ΔΣ του ΙΠΕΜ/ΔΟΕ το Δεκέμβρη του 2014.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *