Μια σύντομη ανταπάντηση στον Σήφη Μπουζάκη

Γιώργος Γρόλλιος & Γιάννης Κάσκαρης

Ο Σήφης Μπουζάκης, στην απάντησή του (Μπουζάκης, 2024) στην κριτική μας (Γρόλλιος & Κάσκαρης, 2024) διερωτάται πότε έγινε η «ακαδημαϊκή υποβάθμιση» του ενός από εμάς (Γιώργος Γρόλλιος) ώστε να υπογράφει ως δάσκαλος του ΣΤ Συλλόγου Π.Ε. Θεσσαλονίκης στο κείμενο των 210 που καταγγέλλουν την αποσιώπηση των συγκρούσεων στα εξεταστικά του 1998 στον τρίτο τόμο της ιστορίας της ΔΟΕ. Η απάντηση είναι πολύ απλή: στην καταγγελία αναφέρονται οι ιδιότητες που είχαν το 1998 όσοι υπογράφουν, και ο Γρόλλιος ήταν δάσκαλος μέχρι τον Σεπτέμβρη του 1999. Ο Μπουζάκης μπορούσε εύκολα να το διαπιστώσει εάν αναζητούσε το βιογραφικό του. Προτίμησε, όμως, να απευθύνει την ατεκμηρίωτη κατηγορία ότι τάχα η υπογραφή του Γρόλλιου προστέθηκε «προκειμένου να αυγατίσουν οι υπογραφές….». Είναι ένα μικρό δείγμα της προσφιλούς συνήθειάς του να μην τεκμηριώνει τις κατηγορίες που απευθύνει και γενικότερα όσα ισχυρίζεται.

Λίγα μόνο λόγια επί της ουσίας για την απάντηση του Μπουζάκη στο κείμενο των 210. Από τη μια μεριά, του Μπουζάκη του φταίει ότι το ΔΣ της ΔΟΕ δεν έκανε καταγγελία μετά τα επεισόδια στα εξεταστικά κέντρα, από την άλλη μεριά του φταίει η Ντίνα Ρέππα που δεν του έδωσε σχετικό υλικό από τις Παρεμβάσεις-Συσπειρώσεις ώστε να «είχε ενδεχομένως [η υπογράμμιση δική μας] καλυφτεί το ‘κενό’», όπως χαρακτηριστικά γράφει. Δεν θα σταθούμε στο τι εννοεί με το «ενδεχομένως», αλλά ρωτάμε όσα έπρεπε να ρωτήσει τον εαυτό του. Ο ίδιος τι ακριβώς έκανε; Δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να μάθει τι ακριβώς διαδραματίστηκε τον Ιούνη του 1998 στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ ο οποίος αντικαθιστούσε τους διορισμούς των εκπαιδευτικών στη δημόσια εκπαίδευση με βάση την επετηρίδα; Ακόμα κι αν η αποκλειστική του πηγή ήταν το Διδασκαλικό Βήμα, δεν είδε το πρωτοσέλιδό του που καλούσε τους δασκάλους σε απεργία και στα εξεταστικά κέντρα; Και τώρα, αναγνωρίζοντας έστω και έμμεσα το «κενό», δηλαδή τη δική του παράλειψη-αποσιώπηση, συνειδητοποιεί το βάρος της ή συνεχίζει να νομίζει ότι έχει μικρή σημασία, αφού όπως γράφει «η μακρά και πλούσια ιστορία της ΔΟΕ δεν αρχίζει και δεν τελειώνει με τα Εξεταστικά Κέντρα, το 1998»;   

Οι απαντήσεις του Μπουζάκη στην κριτική μας

Οι απαντήσεις του Μπουζάκη στην κριτική μας έχουν ως εξής. Εμείς υποβάλαμε σε κριτική την αντιπαράθεσή του στην τεκμηριωμένη θέση άρθρου μας στο περιοδικό Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης του 2005, σύμφωνα με την οποία το ΠΑΣΟΚ στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 προώθησε τη νεοφιλελεύθερη-νεοσυντηρητική αναδιάρθρωση. Ο Μπουζάκης απαντά κατηγορώντας μας για αποσπασματική κριτική που υποκινείται «μάλλον από εμπάθεια» προς το πρόσωπό του. Γιατί; Μα γιατί δεν αναφερθήκαμε στο σύνολο του τρίτου και στους άλλους τρεις τόμους της τετράτομης ιστορίας της ΔΟΕ με τίτλο «Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας 1922-2022. Ένας αιώνας αγώνων για την εκπαίδευση, τους εκπαιδευτικούς, την κοινωνία»! Δηλαδή, μας λέει ότι η μη άσκηση κριτικής στο σύνολο ενός τετράτομου έργου 2.650 σελίδων καθιστά την κριτική σε ένα επιμέρους σημείο ενός τόμου μη έγκυρη και αναξιόπιστη! Πρόκειται, βέβαια, για έναν απαράδεκτο ισχυρισμό που, εάν υποθέσουμε ότι εφαρμοζόταν ως κανόνας, θα περιόριζε ασφυκτικά την ελευθερία της κριτικής.

Το ίδιο απαράδεκτος είναι και ο άλλος ισχυρισμός του, σύμφωνα με τον οποίο εφόσον ορισμένοι ειδικοί εκφράστηκαν θετικά για κάποιον από τους τόμους, δεν δικαιούμαστε να κάνουμε κριτική, επειδή δεν είμαστε (λέει) πιο κατάλληλοι από αυτούς. Με άλλα λόγια, κριτική σε όσα γράφει ο Μπουζάκης μπορούν να ασκούν μόνον όσοι ο ίδιος θεωρεί κατάλληλους! Δεν έχουμε παρά να θαυμάσουμε και αυτόν τον ισχυρισμό που, εάν υποθέσουμε ότι εφαρμοζόταν ως κανόνας, επίσης θα περιόριζε ασφυκτικά την ελευθερία της κριτικής. Και, με βάση τη λογική η οποία διέπει τους ισχυρισμούς του, να τον προτρέψουμε, μάλιστα, να συντάξει έναν κατάλογο προσώπων που έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν κριτική στον τρίτο τόμο της ιστορίας της ΔΟΕ, με την προϋπόθεση, βέβαια ότι θα αναφερθούν στο σύνολο των τεσσάρων τόμων -αλλιώς και αυτοί θα χαρακτηριστούν «μάλλον εμπαθείς».

Παρ’ όλο που είναι πρόδηλο ότι οι δύο προηγούμενοι ισχυρισμοί δεν στέκουν και συνεπώς δεν επαρκούν για να ακυρωθεί η κριτική μας, ο Μπουζάκης καταφεύγει σ’ έναν τρίτο, σύμφωνα με τον οποίο είμαστε εκτός θέματος διότι ο τρίτος τόμος «δεν έχει ως κύριο θέμα τις πολιτικές του ΠΑΣΟΚ ή τις κατά καιρούς, οικονομικές,  κοινωνικές και εκπαιδευτικές πολιτικές των διαφόρων κυβερνήσεων, αλλά τις θέσεις και αντιδράσεις της ΔΟΕ απέναντι σ’ αυτές». Μάλιστα. Τότε, όμως, γιατί ο ίδιος αποφάσισε στον τρίτο τόμο να αντιπαρατεθεί αποκλειστικά και μόνο σε μία δική μας θέση η οποία δεν αφορούσε τη ΔΟΕ, αλλά τις πολιτικές του ΠΑΣΟΚ; Εκείνο που εδώ εντυπωσιάζει είναι ότι, ενώ σύμφωνα με τον παραπάνω ισχυρισμό του είναι ο ίδιος εκτός θέματος, μέμφεται εμάς.

Τελικά, έχοντας προηγουμένως αμφιταλαντευθεί για το αν θα αναφερθεί στην ουσία της κριτικής μας γράφοντας ότι «Με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσα να σταματήσω εδώ την απάντησή μου στην ‘κριτική’ τους», ο Μπουζάκης αποφασίζει να αναφερθεί στην ουσία της. Όμως, η απάντησή του είναι απογοητευτική από την άποψη της συμβολής της στο πεδίο της ιστορίας της εκπαίδευσης.

Είναι πράγματι εντυπωσιακό ότι ο Μπουζάκης μας καταγγέλλει ότι είμαστε «κολλημένοι στο χθες», ότι προσπαθούμε να ακυρώσουμε το ερμηνευτικό-θεωρητικό του πλαίσιο και ότι τρέξαμε «τόοοοσα χρόνια πίσω» διότι έχουμε τον «πράσινο τόμο» και αυτόν προσωπικά ως αποκλειστικό στόχο «στα όρια ‘δολοφονίας χαρακτήρα’…». Όλα αυτά γιατί; Διότι υποβάλαμε σε κριτική την «κοινωνιο-μεταρρυθμιστική» θεωρία του Ruelcker που εκείνος χρησιμοποίησε το 1992. Στο σημείο αυτό, πραγματικά σηκώνουμε ψηλά τα χέρια! Ο Μπουζάκης μας «συνέλαβε» να βρισκόμαστε στα όρια δολοφονίας χαρακτήρα! Όμως, του διαφεύγει το γεγονός ότι ήταν εκείνος ο οποίος στον τρίτο τόμο της ιστορίας της ΔΟΕ «κόλλησε στο χθες» και «έτρεξε τόοοοσα χρόνια πίσω» για να αντιπαρατεθεί στη δική μας θέση παραπέμποντας ακριβώς σ’ αυτήν, δηλαδή στη θεωρία του Ruelcker! Για του λόγου το αληθές, οι αναγνώστες μπορούν να διαβάσουν την υποσημείωση 82 στον τρίτο τόμο της ΔΟΕ ή το κείμενο της κριτικής μας στο οποίο έχουμε παραθέσει την ίδια δική του υποσημείωση αυτούσια, διαιρεμένη σε δύο αποσπάσματα.

Ο Μπουζάκης μας εντυπωσιάζει ξανά, αφού και πάλι μας καταγγέλλει για κάτι το οποίο κάνει ο ίδιος. Την πρώτη φορά μας κατηγόρησε ότι είμαστε εκτός θέματος γιατί ο τόμος που έγραψε αναφέρεται στη ΔΟΕ και όχι στο ΠΑΣΟΚ, ενώ εκτός θέματος είναι ο ίδιος, αφού σ’ αυτόν ακριβώς τον τόμο ο ίδιος αναφέρεται στο τι γράψαμε εμείς για το ΠΑΣΟΚ εκφράζοντας τη δική του θέση όχι για τη ΔΟΕ, αλλά για το ΠΑΣΟΚ! Τη δεύτερη φορά μας κατηγορεί ότι τρέχουμε χρόνια πίσω και κάνουμε κριτική σε μια θεωρία που εκείνος χρησιμοποίησε το 1992 για να φτάσουμε στα όρια δολοφονίας χαρακτήρα, ενώ στη θεωρία αυτή παρέπεμψε ο ίδιος το 2023, στον τρίτο τόμο της ιστορίας της ΔΟΕ, για να δείξει ότι η δική μας θέση για το ΠΑΣΟΚ είναι λανθασμένη!

Δυστυχώς, όμως, δεν είναι μόνο αυτά που κάνει για να ακυρώσει την κριτική μας και να αποκρύψει τη σχέση του ΠΑΣΟΚ με τον νεοφιλελευθερισμό και τον νεοσυντηρητισμό. Εμείς δείξαμε ότι το ΠΑΣΟΚ μετά την πρώτη κυβερνητική τετραετία του (και σε αντίθεση μ’ αυτήν) υλοποίησε νεοφιλελεύθερες πολιτικές, θέση που τεκμηριώνεται με βάση τη διαρκή μετά το 1985 λιτότητα για τους εργαζόμενους που επέβαλε, με τις ιδιωτικοποιήσεις στις οποίες προχώρησε και με την υπογραφή που έβαλε στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη η οποία ήταν διαποτισμένη από τον νεοφιλελευθερισμό. Ο Μπουζάκης όμως ισχυρίζεται, χωρίς καμία απόδειξη, χωρίς έστω μία παραπομπή σε ομοειδή άποψη κάποιου άλλου, ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κωνσταντίνος Σημίτης δεν υλοποίησαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

Αυτός ο ισχυρισμός του είναι ορθός μέχρι το 1985, αλλά εντελώς λανθασμένος μετά το 1985. Στην κριτική μας δείξαμε αναλυτικά ότι στη διάρκεια των δύο τελευταίων πρωθυπουργικών θητειών του Παπανδρέου (1985-1989 και 1993-1996) και της πρώτης πρωθυπουργικής θητείας του Σημίτη (1996-2000), οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ άσκησαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Απέναντι σ’ αυτή την ξεκάθαρη θέση μας ο Μπουζάκης σιωπά, δεν απαντά στο ερώτημα του χαρακτήρα των πολιτικών που άσκησαν οι συγκεκριμένες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Η σιωπή του είναι ηχηρή.

Για να αποφύγει, λοιπόν, να απαντήσει στο ερώτημα του χαρακτήρα των πολιτικών των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Σημίτη μετά το 1985 και ταυτόχρονα να αρνηθεί τη συμβολή τους στη νεοφιλεύθερη-νεοσυντηρητική αναδιάρθρωση, ο Μπουζάκης παρασκευάζει μια σαλάτα μέτρων εκπαιδευτικής πολιτικής. Στη συνταγή αυτής της σαλάτας χρησιμοποιεί εκπαιδευτικά μέτρα που έλαβε το ΠΑΣΟΚ στην πρώτη κυβερνητική τετραετία του (1981-1985), όταν προωθούσε κεϋνσιανές ρυθμίσεις στην οικονομία, την οικοδόμηση κράτους πρόνοιας και τον εκδημοκρατισμό στην εκπαίδευση, με μέτρα όπως π.χ. η ίδρυση των Παιδαγωγικών Τμημάτων και των Μεταλυκειακών Προπαρασκευαστικών  Κέντρων για τις εισαγωγικές εξετάσεις στα Πανεπιστήμια.

Στην ίδια συνταγή, ο Μπουζάκης προσθέτει διάφορα δευτερεύουσας σημασίας εκπαιδευτικά μέτρα τα οποία προώθησε το ΠΑΣΟΚ μετά τη στροφή του προς τα δεξιά το 1985, όπως π.χ. η ενισχυτική διδασκαλία και τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας. Τα μέτρα αυτά, όμως, όπως δείξαμε στην κριτική μας, αποτελούσαν κερασάκια στον σκληρό πυρήνα της τούρτας της νεοφιλελεύθερης-νεοσυντηρητικής αναδιάρθρωσης που κυρίως προώθησε με τη μεταρρύθμιση Αρσένη το 1997. Υπενθυμίζουμε ότι ο νεοφιλελεύθερος-νεοσυντηρητικός πυρήνας της μεταρρύθμισης Αρσένη ήταν η κατάργηση της επετηρίδας, η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών από το Σώμα Μονίμων Αξιολογητών, τα δίδακτρα σε πανεπιστημιακά προγράμματα και ο πολλαπλασιασμός των εξετάσεων στο λύκειο. Οι χιλιάδες εκπαιδευτικοί, μαθητές και φοιτητές που κινητοποιήθηκαν επίμονα εναντίον τους το αντιλήφθηκαν, ο Μπουζάκης όχι.

Βέβαια, η παρασκευή μιας τέτοιας σαλάτας κάθε άλλο παρά συμβάλλει στην ανάπτυξη του επιστημονικού πεδίου της ιστορίας της εκπαίδευσης. Χωρίς χωρισμό σε περιόδους με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (περιοδολόγηση), χωρίς ουσιώδη εξέταση της οικονομικής, κοινωνικής και εκπαιδευτικής πολιτικής κάθε κυβέρνησης, χωρίς διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ αυτών των πολιτικών, χωρίς ανάλυση του ρόλου των κοινωνικών τάξεων, στρωμάτων και ομάδων και των συναφών συγκρούσεων στη διαμόρφωσή τους, η σαλάτα αυτών των μέτρων δεν μπορεί να τεκμηριώσει τίποτε άλλο εκτός από τον δογματικό θαυμασμό του Μπουζάκη για τον Παπανδρέου και τον Σημίτη.

Εκείνο, τελικά, που απομένει ως επιχείρημά του απέναντι στην ουσία της κριτικής μας είναι όσα αναφέρει περί δικαίωσης της μεταρρύθμισης Αρσένη από τα εγκώμια του Αλέξη Τσίπρα και του Κωνσταντίνου Γαβρόγλου για τον Αρσένη. Με αυτές τις αναφορές, ο Μπουζάκης νομίζει ότι μας αποστομώνει, αφού επικαλείται τον Τσίπρα ο οποίος έλαβε μέρος ως μαθητής σε καταλήψεις σχολείων, όπως ο ίδιος μας υπενθυμίζει. Βέβαια, οι πολιτικές πρακτικές του Τσίπρα ως μαθητή απέχουν παρασάγγας από τις πολιτικές πρακτικές του Τσίπρα ως πρωθυπουργού. Μήπως δεν ήταν ο Τσίπρας που έβαλε ως πρωθυπουργός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ το 2015 φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του στο τρίτο, άκρως νεοφιλελεύθερο μνημόνιο λίγους μήνες μετά τα εγκώμιά του προς τον Αρσένη, όπως μας πληροφορεί ο Μπουζάκης; Ή μήπως δεν ήταν ο Γαβρόγλου που υλοποίησε ως Υπουργός Παιδείας το (επαναλαμβάνουμε) άκρως νεοφιλελεύθερο τρίτο μνημόνιο στην εκπαίδευση σε συνδυασμό με τις ομόλογες κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ; Η επιλογή του Μπουζάκη να επικαλεστεί τα εγκώμια του Τσίπρα και του Γαβρόγλου για να δείξει ότι η μεταρρύθμιση Αρσένη δεν προώθησε τη νεοφιλελεύθερη-νεοσυντηρητική αναδιάρθρωση είναι ατυχέστατη, αφού τα εγκώμια των συγκεκριμένων στελεχών του κόμματος στο οποίο σήμερα ηγείται ο Στέφανος Κασσελάκης αποτελούν ενδείξεις προς το αντίθετο.

Δεν έχουμε να προσθέσουμε κάτι για την απάντηση του Μπουζάκη στην ουσία της κριτικής μας, αφού οι σχετικές αναφορές του και λίγες είναι, αλλά και δεν αντικρούουν αναλυτικά τα επιχειρήματα στα οποία βασίζεται η θέση μας ότι το ΠΑΣΟΚ στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 προώθησε τη νεοφιλελεύθερη-νεοσυντηρητική αναδιάρθρωση. Στη συνέχεια, θα περιοριστούμε να διατυπώσουμε ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις για άλλες πλευρές της απάντησής του.

Άλλες πλευρές της απάντησης Μπουζάκη

Ο Μπουζάκης μας κατηγορεί για τη χρήση «προ πολλού ξεπερασμένων στην επιστημονική κοινότητα ερμηνευτικών εργαλείων του ‘ορθόδοξου-δογματικού Μαρξισμού’». Όμως, μάταια κάποιος θα ψάξει να βρει στο κείμενό του ποια ακριβώς είναι αυτά τα εργαλεία, τι ακριβώς εννοεί με τον όρο «ορθόδοξος-δογματικός Μαρξισμός» και γιατί όσα γράψαμε εντάσσονται σ’ αυτό το είδος Μαρξισμού. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, είναι ο ίδιος ο Μπουζάκης που αναπαράγει έναν χοντροκομμένο, μάλιστα, δογματισμό διατυπώνοντας κατηγορίες χωρίς να τις τεκμηριώνει.

Όμως, η εικόνα την οποία κατασκευάζει για εμάς συμπληρώνεται με άλλα στοιχεία, τα οποία, επίσης, δεν τεκμηριώνονται με οποιοδήποτε τρόπο. Ποια είναι αυτά; Πρώτον, η υποτιθέμενη ως δεδομένη αλλά ουδόλως αποδεικνυόμενη ιδεολογικοπολιτική μας συγγένεια με τον ολοκληρωτισμό, την οποία προφανώς εννοεί όταν γράφει «Την επόμενη φορά, που θα προλογίσω βιβλίο, θα ζητήσω την άδειά σας, κύριε Γρόλλιο,  όπως γίνεται στη Βόρεια Κορέα και στη Ρωσία του Πούτιν…. Και από εσάς, κύριε Κάσκαρη, δεν θα αμελήσω να ζητήσω άδεια….». Δεύτερον, η υπενθύμισή του πως «στην περίοδο, 1974-2000,  δεν κυβέρνησε μόνο το ΠΑΣΟΚ,  αλλά και η ΝΔ και το ‘φαιοκόκκινο μέτωπο’ στο ‘βρώμικο 1989’.» Πρόκειται για μια υπενθύμιση με την οποία προφανώς εννοεί ότι εμείς αποσιωπούμε το γεγονός ότι ο πάλαι ποτέ Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου συγκρότησε το 1989 την κυβέρνηση του Τζαννή Τζαννετάκη μαζί με τη ΝΔ.

Με άλλα λόγια, ο Μπουζάκης φιλοτεχνεί ένα ιδεολογικοπολιτικό πορτρέτο με το οποίο παρουσιαζόμαστε να αποσιωπούμε τη συνεργασία της Αριστεράς με τη Δεξιά το 1989 και να υποστηρίζουμε πρακτικές που παραπέμπουν στον Πούτιν και στη Βόρεια Κορέα, όντας οπαδοί κάποιου απροσδιόριστου ορθόδοξου-δογματικού Μαρξισμού. Τι σημασία έχει για τον Μπουζάκη ότι όλα αυτά δεν τεκμηριώνονται πουθενά και ότι το πορτρέτο που φιλοτεχνεί δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα; Για παράδειγμα, όσοι διαβάζουν την εκπαιδευτική βιβλιογραφία γνωρίζουν πως όχι μόνο δεν αποσιωπήσαμε, αλλά, αντίθετα, ασκήσαμε σαφέστατη κριτική στη συνεργασία του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου με τη ΝΔ το 1989 που είχε ως συνέπειες την ενσωμάτωση της Αριστεράς σε μια λογική ταξικής συνεργασίας και τη διευκόλυνση της νεοφιλελεύθερης-νεοσυντηρητικής αναδιάρθρωσης (Γρόλλιος & Γούναρη, 2016). Αν, όμως, η πραγματικότητα δεν ευθυγραμμίζεται με το ιδεολογικοπολιτικό πορτρέτο που φιλοτεχνεί ο Μπουζάκης, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα…

Εκτός, όμως, από την πληθώρα των ατεκμηρίωτων κατηγοριών που προαναφέραμε, ο Μπουζάκης προσπαθεί να πλήξει την αξιοπιστία της κριτικής μας εξαιτίας ενός ρήματος που χρησιμοποιήσαμε. Όπως γράφει, «δύο φορές χρησιμοποιούν συνειδητά το ‘ξεπλένω’ με σαφή βρώμικα υπονοούμενα…». Βέβαια, το ποια είναι αυτά τα σαφή βρώμικα υπονοούμενα δεν μας το λέει. Τα υπονοούμενα παραμένουν απροσδιόριστα και συνεπώς άγνωστα, κατά την προσφιλή του συνήθεια να μην τεκμηριώνει όσα ισχυρίζεται.

Δεν είναι δύσκολο, όμως, να διαπιστώσει κάποιος με μια απλή ανάγνωση ότι το ρήμα ξεπλένω στο κείμενό μας α) αναφέρεται στις ευθύνες που είχε (και συνεχίζει να έχει) το ΠΑΣΟΚ λόγω του ότι προώθησε τη νεοφιλελεύθερη-νεοσυντηρητική αναδιάρθρωση και β) χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του ρήματος αθωώνω (το ΠΑΣΟΚ από τις ευθύνες του), για λόγους έμφασης. Μάλιστα, σε μία πρόταση στην οποία χρησιμοποιούμε το ρήμα ξεπλένω, αυτό μπαίνει σε παρένθεση αμέσως μετά το ρήμα αθωώνω για να μην γίνει οποιαδήποτε παρερμηνεία. Συνεπώς, βρώμικα υπονοούμενα δεν υπάρχουν!. Και αυτή η κατηγορία του Μπουζάκη είναι παντελώς ατεκμηρίωτη, δηλαδή (για να χρησιμοποιήσουμε μια ακόμα συνωνυμία για λόγους έμφασης) αέρας κοπανιστός.

Όσον αφορά την πρόσκληση του Μπουζάκη να κάνουμε διάλογο μαζί του σε «σοβαρά επιστημονικά περιοδικά», τον ευχαριστούμε πολύ, αλλά δεν θα τη δεχτούμε. Θα του προτείνουμε, μάλιστα, αντί με εμάς, να κάνει διάλογο με τον φίλο του, όπως ο ίδιος τον αποκαλεί, Ηλία Ματσαγγούρα. Είμαστε βέβαιοι ότι ένας διάλογος μεταξύ τους θα είναι πολύ πιο δημιουργικός όχι μόνο λόγω της φιλικής τους σχέσης, αλλά πολύ περισσότερο λόγω των κοινών απόψεων, καθώς και των ομοειδών επιλογών τους να υπηρετήσουν δύο θεσμούς. Ο μεν Ματσαγγούρας την ΑΔΙΠΠΔΕ, θεσμό τον οποίο νομοθέτησε η κυβέρνηση Αντώνη Σαμαρά το 2013, ο δε Μπουζάκης, όπως πληροφορηθήκαμε πριν λίγες μέρες, το Συμβούλιο Διοίκησης του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου[1], θεσμό τον οποίο νομοθέτησε η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη το 2022. Με έναν τέτοιο διάλογο, θα μπορέσουν, εάν το θελήσουν, να μας διαφωτίσουν, μεταξύ άλλων, και για το πολιτικό, ακαδημαϊκό και κοινωνικό περιεχόμενο αυτών των δύο θεσμών.

Δεν μπορούμε, βέβαια, να προβλέψουμε εάν ο Μπουζάκης θα ανακαλύψει κάποιο βρώμικο υπονοούμενο σ’ αυτή την πρότασή μας. Δηλώνουμε ότι δεν υπονοούμε το παραμικρό, απλώς υποβάλλουμε ευθέως σε κριτική την επιλογή του να στελεχώσει τα Συμβούλια Διοίκησης που θεσπίστηκαν (όχι από το ΠΑΣΟΚ, αλλά από τη ΝΔ) για να περιορίσουν ασφυκτικά τη δημοκρατική λειτουργία των δημόσιων πανεπιστημίων συμβάλλοντας αποφασιστικά στην επιχειρηματικοποίησή τους, στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης-νεοσυντηρητικής αναδιάρθρωσης όλων των βαθμίδων της ελληνικής εκπαίδευσης.

Θα κλείσουμε την ανταπάντησή μας με μια μικρή αναφορά στο ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην πολιτική και την επιστήμη. Όταν ο Μπουζάκης μας εγκαλεί ότι το κείμενό μας είναι «πολιτικό» ή ότι γράφουμε «ιδεολογικο-πολιτικές διακηρύξεις», ανακαλούμε στη μνήμη μας μια δήλωση του Paulo Freire που διεθνώς θεωρείται ότι υπήρξε ο μεγαλύτερος παιδαγωγός του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα (και δεν γνωρίζουμε κάποιον ανάλογου μεγέθους στον 21ο αιώνα). Ο Freire, λοιπόν, όταν ρωτήθηκε για το πώς αυτοπροσδιορίζεται, απάντησε ότι ήταν ένας «περιπλανώμενος του προφανούς» (vagabond of the obvious), δηλαδή περιόδευε σε όλον τον κόσμο και υποστήριζε το προφανές (Roberts, 2000). Ποιο ήταν (και συνεχίζει να είναι) το προφανές, στη συνειδητοποίηση του οποίου αφιέρωσε τη ζωή του ο Freire; Ότι η εκπαίδευση είναι πολιτική. Και συνεπώς, λέμε εμείς (απλώς προεκτείνοντας αυτή την προφανή αλήθεια που έκανε πασίγνωστη διεθνώς ο Freire), δεν είναι δυνατόν η επιστήμη η οποία μελετά την εκπαίδευση, δηλαδή η παιδαγωγική, να μην έχει πολιτικό και δημόσιο χαρακτήρα.

Αντίθετα με τα προηγούμενα, οι κατηγορίες του Μπουζάκη απλώς αναπαράγουν έναν απόλυτο, δογματικό και τελικά ψευδή διαχωρισμό ανάμεσα στην επιστήμη και την πολιτική, διαχωρισμό που παραπέμπει σε έναν χοντροκομμένο θετικισμό και τεχνοκρατισμό. Εμείς απεναντίας ελπίζουμε ότι θα συνεχίσουμε, όπως κάνουμε εδώ και πολλά χρόνια, όχι μόνο να θυμόμαστε τον Freire, αλλά και να προσπαθούμε να ακολουθήσουμε τον δρόμο του καθιστώντας «το πολιτικό περισσότερο παιδαγωγικό και το παιδαγωγικό περισσότερο πολιτικό» (Giroux, 2024, σ.280). Με αυτή την έννοια, οι σχετικές κατηγορίες του Μπουζάκη όχι μόνο δεν μας αγγίζουν, αλλά και δεν μας προκαλούν κανένα ενδιαφέρον.

Βιβλιογραφία

Γρόλλιος, Γ. & Γούναρη, Π. (2016). Απελευθερωτική και κριτική παιδαγωγική στην Ελλάδα. Ιστορικές διαδρομές και προοπτική. Αθήνα: Gutenberg.

Γρόλλιος, Γ. & Κάσκαρης, Ι. (2024). Η νεοφιλελεύθερη-νεοσυντηρητική αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης και ο τρίτος τόμος της ιστορίας της ΔΟΕ. https://www.e-lesxi.gr/ [ανακτήθηκε στις 2 Ιουλίου 2024].

Giroux, H. (2024). Για την κριτική παιδαγωγική (Μτφρ Ι. Βραχωρίτου, επιστημονική επιμέλεια Τ. Λιάμπας). Αθήνα: Gutenberg.

Μπουζάκης, Σ. (2024). Απάντηση του Σήφη Μπουζάκη στους Γιώργο Γρόλλιο και Γιάννη Κάσκαρη για τον τρίτο τόμο της ιστορίας της ΔΟΕ. https://www.alfavita.gr/ [ανακτήθηκε στις 2 Ιουλίου 2024].

Roberts, P. (2000). Education, literacy and humanization. Exploring the work of Paulo Freire. Westport: Bergin & Garvey.

  1. Βλπ https://www.apel.ee.upatras.gr/sokpp/eklogi-toy-k-i-mpoyzaki-sto-symboylio-dioikisis-toy-eap [ανακτήθηκε στις 4/7/2024].

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *