Διαβάζοντας τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης των δασκάλων το 1952

Μπάμπης Μπαλτάς

Μιλάμε για την γενική συνέλευση των δασκάλων που έγινε το καλοκαίρι του 1952, τον Ιούλιο μήνα στην Αθήνα. Προηγείται την άνοιξη της ίδιας χρονιάς η ψήφιση της γυναικείας ψήφου κι αντιπροσώπευσης των γυναικών στη Βουλή, η εκτέλεση των τριών αγωνιστών μαζί με τον Νίκο Μπελογιάννη κι έπεται το φθινόπωρο η εκλογική μεταβολή. Τις εκλογές τις κερδίζει η δεξιά και χάνει το κέντρο. Το σύνθημα της περιόδου «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος» κι ο αντικομουνισμός αφήνει εκτός κοινοβουλευτισμού την αριστερά.

Και η συνέλευση των δασκάλων αυτή τη χρονιά; Πώς αφουγκράστηκε το μήνυμα των καιρών;

Οι εκπαιδευτικοί που είχαν ακουστεί για το έργο τους στον μεσοπόλεμο δεν ήταν ούτε ως πρόσωπα, ούτε ως ιδέες αυτή τη χρονιά στην συνέλευση. Εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν, κρύφτηκαν, απολύθηκαν εξορίστηκαν, αξιολογήθηκαν, μετατέθηκαν δυσμενώς, ή διαγράφτηκαν. Μοναδική εξαίρεση ως παρουσία στην συνέλευση η Ειρήνη Παϊδούση, η οποία στον λόγο που πήρε είπε στους συνέδρους για το έργο που είναι αναγκαίο να γίνει έξω από το σχολείο, ρίχνοντας κι αυτή τη σπορά της Κοινωνικής Παιδαγωγικής. Επίσης, λόγω της πρόσφατης αναθεώρησης του συντάγματος το 1952 για το εκλέγειν και το εκλέγεσθαι των γυναικών, την ψήφο των γυναικών την έκανε φεμινιστική παιδαγωγική με όρους συμπερίληψης του φύλου στους εθνικούς αγώνες. Δεν είπε γι’ αυτά που θα δημοσίευε ένα χρόνο μετά για τον κινηματογράφο. Το περιβάλλον δεν ευνοούσε ριζοσπαστικές ιδέες.

Στις ποικιλίες των λόγων που ακούστηκαν στην συνέλευση από τη μια είναι αισθητό ότι γινόταν ένας αγώνας συνδικαλιστικής ταυτότητας κι εδραίωσης του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού μεταξύ τους κι από την άλλη μια αναγνώριση αυτής της ταυτότητας από το κράτος, την εκκλησία, το έθνος και την τρέχουσα πολιτική εξουσία. Ήθελαν αναγνώριση του έργου του δασκάλου και της δασκάλας ισότιμα, ακόμη κι από τους καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης. Κι έσπευδαν να μειώσουν τον «θόρυβο» που είχε δημιουργηθεί στις σχέσεις τους για τον αν τους αγαπάει κι αυτούς η κυβέρνηση. Ο Γιώργος Ζομπανάκης θα επιβεβαιώσει την αξία των πρότυπων σχολείων που εφαρμόζεται η Νέα Αγωγή κι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος θα πει πως το δημοτικό σχολείο θα μείνει εξατάξιο, αλλά η έμφαση πρέπει να είναι στο μάθημα της Αγωγής του Πολίτη – κάτι που εισηγήθηκε πάλι ο ίδιος στο συνέδριο των εκπαιδευτικών το 1949. Αναγνώρισε το πρόβλημα των κτιρίων των σχολείων, αλλά ζήτησε ο εκπαιδευτικός να μην ταυτιστεί με την κοινωνία που λοιδορεί το κράτος. Το αριστερό αίτημα για τετραετή μόρφωση των δασκάλων χλευάστηκε από τον ίδιο και χειροκροτήθηκε ως μη αναγκαίο.

Τα ιθύνοντα κόμματα κινήθηκαν σε δυο γραμμές, μια αντικομουνιστική από το κυβερνών κόμμα – Γράμμος και Βίτσι – και μια εθνικιστική από το κόμμα που θα ερχόταν στην εξουσία με τις εκλογές του Νοεμβρίου. Και τα δυο ήταν οι νικητές του εμφυλίου πολέμου και τώρα έβλεπαν στον δάσκαλο, αυτόν που απόμεινε μετά την εκκαθάριση του 1947, το σύμβολο του χωριού, μαζί με τον παπά και τον δήμαρχο. Τα κρατικά χείλη αυτής της συνέλευσης των δασκάλων ήθελαν τον δάσκαλο ως ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους.

Αυτό ήταν το πνεύμα της συνέλευσης. Η συνέλευση όμως δεν είχε συμπεριλάβει όλες τις φωνές και χρειάζεται να μιλήσουμε εμείς στη θέση τους. Αυτό είναι ιστορία, να μιλάς στην θέση του άλλου που καταπνίγηκε η φωνή του.

Το ενδιαφέρον είναι ότι προς το τέλος της συνέλευσης έλαβαν χώρα εισηγήσεις για την αρχιτεκτονική των σχολείων, την ψυχαγωγία των παιδιών και τη δυνατότητα τέλος, η ψυχαγωγία αυτή να μην αποκλίνει από τους σκοπούς της παιδείας. Φαίνονταν αυτό που ερχόταν από την αγγλοαμερικανική δύση που αναφέρονταν πολιτικά οι νικητές κι αφορούσε τον δρόμο που θα έπαιρνε η Ελλάδα. Αλλά στην παιδαγωγική, το φιλελεύθερο δυτικό μοντέλο, τους δυσκόλευε. Η νεολαία είχε μια δική της ανυπακοή.

Πώς θέλουμε ένα σχολείο; Αρχιτεκτονικά η πρόταση ήταν να γίνει ένας οργανισμός σχολικών κτηρίων και το κάθε σχολείο να έχει δωμάτια διδασκαλίας, μουσείου, χειροτεχνίας, εορτών, γυμναστικής, κήπο, υπόστεγα κι αποθήκες με δωρεάν γραφική ύλη. Η εισήγηση έλεγε, «έτσι νοείται το σχολείο, δωρεάν». Οι θέσεις αυτές προηγήθηκαν του ιστορικού γίγνεσθαι που θα ακολουθήσει. Σύντομα ο οργανισμός θα είναι μια πραγματικότητα που σήμερα όμως δεν είναι. Όμως η ιστορία μας δείχνει τον δρόμο για το πώς μια θέση αποκτά μια ιστορική διαδρομή.

Το άλλο θέμα ήταν για τη ψυχαγωγία του παιδιού, κι έλαβε μεγάλη έκταση, με κεντρική ιδέα τη χαρά του παιδιού. Το βάλσαμο για την οικονομική κατάντια της χώρας ήταν μια χαρούμενη παιδαγωγική. Και γι’ αυτήν οι προτάσεις ξεκινούσαν από το παιχνίδι, το κουκλοθέατρο, το παιδικό θέατρο και τον κινηματογράφο κι έφταναν στον καραγκιόζη, το ραδιόφωνο, το παιδικό βιβλίο, τις γιορτές και τις εκδρομές. Η ψυχαγωγία του παιδιού έμπαινε στο κέντρο του ενδιαφέροντος της παιδαγωγικής. Και το χρωστούσε στον προσκοπισμό, τις λέσχες που προηγήθηκαν για το εργαζόμενο παιδί, τις κατασκηνώσεις και το Σπίτι του Παιδιού. Η Κοινωνική Παιδαγωγική, ακόμη και των Παιδουπόλεων που εξέπνεαν, πάλι είχε συνεισφέρει για το τι θα γίνει παιδαγωγική μέσα κι έξω από το σχολείο. Η χαρά του παιδιού ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό συναίσθημα. Και τέλος γι’ αυτή την ψυχαγωγία έγιναν προτάσεις για το πώς θα στηριχθεί προκειμένου να υλοποιηθεί. Προτάθηκε η παιδονομία και η παιδική αστυνομία. Είχε προηγηθεί τον Ιούνιο η εβδομάδα του παραστρατημένου παιδιού και πιο πριν, τον Μάιο, το συνέδριο της Εταιρίας Προστασίας Ανηλίκων της Αθήνας του Υπουργείου Δικαιοσύνης που βεβαίωνε την έξαρση του παιδικού εγκλήματος.

Αυτά είναι μερικά σημεία που καταπιάστηκε η γενική συνέλευση των δασκάλων. Οι εργασίες της γενικής συνέλευσης διατύπωσαν επαναληπτικά το αίτημα για επίδομα βιβλιοθήκης. Τι έγινε με την υλοποίησή του και πως θεσμοποιήθηκε, αλλά και πως απωλέστηκε, πριν είκοσι πέντε χρόνια, είναι κι αυτό ένα θέμα άξιο προβληματισμού. Κι αυτό είναι μέρος της ιστορίας.

Αυτά για το μακρινό 1952. Σκέφτομαι στο κλείσιμο της δικής μας χρονιάς, το 2025, πως είναι ως αποτίμηση στο σήμερα, να κλείνει μια χρονιά στην εκπαίδευση. Το 1952 ξεκινούσε με τον μικρό Μενέλαο που έμενε εκτός σπιτιού, έκανε μικροκλοπές κι έβλεπε κινηματογράφο. Οδηγήθηκε σε δικαστήριο ανηλίκων. Γι’ αυτό και για άλλα παιδιά η εβδομάδα του παραστρατημένου παιδιού θα επαναλαμβανόταν το 1955 και το 1958. Η χαρά της νεολαίας ερχόταν την άλλη δεκαετία του ’60 και θα νικούσε και την δικτατορία.

Το σχολείο είναι εμφανώς ένας χώρος διεργασιών που εγγράφονται υποθήκες για το μέλλον. Πώς μπορούμε όμως κι εμείς ευσύνοπτα να ταιριάζουμε αυτά που σκεφτόμαστε και κάνουμε, με τα γεγονότα και την ιστορία; Και κάθε χρονιά πώς να έχει τη δική της καταγραφή με τον τρόπο που κινούμαστε για την ανάγνωση των προβλημάτων που μας απασχολούν; Πώς μπορούμε να έχουμε μια ανάγνωση της ανάγνωσης όπως θα ήθελε η κριτική παιδαγωγική; Πια γίνεται όλο και πιο αισθητό ότι δεν θα απαντάμε στα προβλήματα γιατί τα ιεραρχούμε ως μείζονα κι ελάσσονα και κάποια δεν θεωρούνται προβλήματα. Απλά αλλάζουμε προβλήματα, αλλά μ’ αυτά κι εμείς. Κι αυτό που συμβαίνει δεν παράγει αυτογνωσία. Το αισθάνεσαι την ώρα της συνέλευσης. Γιατί αλλάξαμε κι εμείς.

Μα τώρα, φέτος, την μανούρια χρονιά, κάτι μου μοιάζει με το μακρινό 1952. Θες η φτώχεια των παιδιών, ο διαφημιζόμενος κήπος, τα εγκαταλειμμένα σχολικά κτίρια, το κρατικό ραδιόφωνο με την εκπομπή «Η Νίνα και ο Νικολάκης» που αγάπησαν τα παιδιά, οι φυλακές που γεμίζουν με ανήλικους, η απουσία της χαράς, η ψυχαγωγία που έμεινε χωρίς ελεύθερο χρόνο, η αστυνομία γύρω από τα σχολεία μας, κάτι απ’ όλα αυτά ή όλα μαζί, με κάνουν να σκέφτομαι το τότε και το τώρα. Και λέω πως ο παλιός χρόνος «πάει», αλλά «δεν πάει». Όλα μοιάζουν να τριγυρνάνε και να μας χτυπούν την πόρτα, αλλά όταν την ανοίγουμε, φεύγουν τα παιδιά. Κι εμείς καλούμαστε να μιλάμε γι’ αυτά τα πράγματα που αφορούν το παιδί κι ας λείπουν. Ευτυχώς μας βοηθά το παρελθόν που μας προσφέρει κάθε φορά και κάτι ανοίκειο που χρειάζεται να το κάνουμε οικείο. Και τοτε μας μένει η αγάπη για το παιδί κι αναπολούμε και τα δικά μας παιδικά χρόνια.

Κάπως έτσι ένιωσα με τα πρακτικά της ΚΔ΄ Γενικής Συνέλευσης της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας, μεταξύ 7 – 12 Ιουλίου, του μακρινού, αλλά και τόσο κοντινού, 1952. Και κάτι προσωπικό. Χάρηκα που έκανα τετραετείς σπουδές, όπως ήθελε η Κυβέρνηση του Βουνού και τις χλεύαζε ο διανοούμενος της ιστορίας μας. Έτσι μπορώ να παίρνω κι εγώ μέρος στην συνέλευση των δασκάλων με την επίγνωση του αισθήματος των δικών μου δασκάλων για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι νικητές πια μιλούν για τους δασκάλους υποτιμητικά, κι όχι όπως το μακρινό 1952, χωρίς να πάνε καν στην συνέλευσή τους. Οι νικητές σήμερα κρατούν πολύ καιρό την πολιτική εξουσία και κανένας δεν ξέρει πότε θα έρθει η χαρά και η αισιοδοξία της νεολαίας, όπως την δεκαετία του ’60, για να φύγουν. Οι ηττημένοι μέχρι τότε είναι μεταμφιεσμένοι παντού: στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης, όπως η Ειρήνη Παϊδούση που επιβίωσε των εκκαθαρίσεων, στα παιδικά τραγούδια, στο κουτί του Μορμόλη, στην κοινωνική παιδαγωγική, στο παιδικό ραδιόφωνο, στο σινεμά και στα βιβλία των παιδιών. Ως αφουγκραστές του πόνου των παιδιών οι ηττημένοι έρχονται δεύτεροι, σε σχέση με τη βία της εξουσίας αυτών που έρχονται πρώτοι, νικούν και ταπεινώνουν τον κομουνιστή δάσκαλο της συνέλευσης που απουσιάζει.

Αυτοί οι ηττημένοι κάπου διάβασαν πως ο άνθρωπος είναι το ζώο που υπόσχεται και σκέφτονται πια έτσι. Υπόσχονται. Αφήνουν τις κρυψώνες για να βρουν τη θάλασσα κάτω από το πεζοδρόμιο που την υποσχέθηκαν στα παιδιά, ψάχνουν παπούτσια για τον δάσκαλο να μην πάει ξυπόλητος στον ουρανό και κοιμίζουν νωρίς τα παιδιά για να ονειρεύονται χωρίς μαγικά μαξιλάρια. Το υποσχέθηκαν στην κοινότητα. Έτσι τα παιδιά βλέπουν τους νικητές στον ύπνο τους και θυμώνουν για τους δασκάλους και τις δασκάλες που τους στερούν. Όπως και με το ότι τα έχουν κάνει τόσο φτωχά που ξεχωρίζουν πια από τα πλούσια παιδιά. Θυμώνουν πολύ. Και τότε βλέπουν πως τα όνειρα βγαίνουν αληθινά. Πλατεία, βιβλιοθήκη, παιχνίδι στον δρόμο, πεζόδρομοι, βιβλιοθήκη, ελεύθερο οικόπεδο, κέντρο νεότητας, πάρκο, παιδικές εφημερίδες και παιδική χαρά, είναι οι ονειρεμένοι παιδότοποί τους. Εκεί θα κάνουν τις δικές τους συνελεύσεις, τις συνελεύσεις των παιδιών. Κι οι γονείς τους θα κάνουν κι αυτοί συνελεύσεις για παιδικές χαρές, πλατείες, βιβλιοθήκες και παιδικούς σταθμούς. Κι οι δάσκαλοι; Κι οι δασκάλες; Αν λείπουν από τη συνέλευση, τα παιδιά θα ψάξουν να τους φέρουν πίσω. Πώς αλλιώς θα γίνει το σχολείο της γειτονιάς;

Ο Μπάμπης Μπαλτάς είναι δάσκαλος στο 35ο Δημοτικό Σχολείο Εξαρχείων και μέλος της Παιδαγωγικής Ομάδας «Το Σκασιαρχείο» με «Τα θρανία της Άνοιξης» και τον «Κοκκινολαίμη».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *